Η ελληνική αγορά εργασίας συνεχίζει να εμφανίζει έντονες μισθολογικές ανισότητες, με ένα σχετικά μικρό τμήμα εργαζομένων να απολαμβάνει αποδοχές που ξεπερνούν κατά πολύ τον μέσο όρο, ενώ η πλειονότητα εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα εισοδήματος που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν το αυξανόμενο κόστος ζωής.
Στην κορυφή της μισθολογικής πυραμίδας βρίσκονται περίπου 250.000 εργαζόμενοι σε 46 διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας, μεταξύ των οποίων ανώτατα διοικητικά στελέχη, εξειδικευμένοι επαγγελματίες της τεχνολογίας, στελέχη του ενεργειακού τομέα και άλλες ειδικότητες υψηλής ζήτησης. Οι αμοιβές τους κινούνται συνήθως πάνω από τα 2.000 ή και τα 3.000 ευρώ τον μήνα, δημιουργώντας μια σαφή διαφοροποίηση από τη μεγάλη μάζα των μισθωτών.
Οι προοπτικές για ουσιαστική σύγκλιση των εισοδημάτων παραμένουν περιορισμένες. Οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι μέσες αποδοχές δύσκολα θα αυξηθούν περισσότερο από 1,5% μέσα στο 2026, καθώς οι επιχειρήσεις επιλέγουν πιο συγκρατημένη πολιτική αμοιβών υπό το βάρος της διεθνούς αβεβαιότητας. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός κινείται ανοδικά και αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στο 4% μέχρι το τέλος της χρονιάς, περιορίζοντας περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Ο σύμβουλος διοίκησης του ΣΕΒ, Χρήστος Ιωάννου, επισημαίνει ότι η βιομηχανία και ειδικότερα η μεταποίηση εξακολουθούν να προσφέρουν μισθούς σημαντικά υψηλότερους από τον μέσο όρο της οικονομίας, με διαφορά που φτάνει περίπου το 25%. Παράλληλα, εργαζόμενοι που επιστρέφουν στην Ελλάδα από το εξωτερικό, στο πλαίσιο του λεγόμενου brain gain, καθώς και επαγγελματίες με εξειδικευμένες δεξιότητες σε τομείς όπου παρατηρούνται σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, έχουν τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν καλύτερες απολαβές.
Ωστόσο, οι επιχειρήσεις αποφεύγουν να τροφοδοτήσουν έναν νέο κύκλο αυξήσεων μισθών που θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τον πληθωρισμό. Το υψηλό ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ενώ σταθερό αίτημα του επιχειρηματικού κόσμου παραμένει η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στην εργασία, που αυξάνει το συνολικό κόστος απασχόλησης.
Οι κλάδοι που πληρώνουν καλύτερα
Παρά τις πιέσεις στην οικονομία, ορισμένοι τομείς συνεχίζουν να προσφέρουν ιδιαίτερα ανταγωνιστικές αποδοχές. Οι υψηλότεροι μισθοί εντοπίζονται κυρίως στην πληροφορική, τα χρηματοοικονομικά, την κυβερνοασφάλεια, την ανάλυση δεδομένων, την ενέργεια και τις αερομεταφορές, όπου η ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό παραμένει έντονη.
Ανάμεσα στους κλάδους με τις καλύτερες αμοιβές συγκαταλέγονται επίσης οι τράπεζες, η ναυτιλία, η φαρμακοβιομηχανία, οι κατασκευές και ο τουρισμός, κυρίως σε επίπεδο ανώτερων διοικητικών θέσεων. Διευθύνοντες σύμβουλοι, οικονομικοί διευθυντές, ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων, εξειδικευμένοι γιατροί, δικαστικοί λειτουργοί και στελέχη τεχνολογίας συχνά λαμβάνουν αποδοχές που ξεπερνούν τα 3.000 έως 5.000 ευρώ μικτά μηνιαίως.
Τα υψηλότερα εισοδήματα καταγράφονται συνήθως στην ηλικιακή ομάδα των 35 έως 44 ετών, όπου σημαντικό ποσοστό εργαζομένων αμείβεται με περισσότερα από 2.700 ευρώ τον μήνα.
Στις επιχειρήσεις που συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων με τις υψηλότερες αμοιβές στην Ελλάδα περιλαμβάνονται η Papastratos, η Costa Navarino, η ΒΙΑΝΕΞ, η ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, η AEGEAN, η Motor Oil, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, η HelleniQ Energy, η DEMO και η INTRALOT.
Οι αριθμοί πίσω από τις υψηλές αποδοχές
Στους κλάδους υψηλής παραγωγικότητας παρατηρείται έντονη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, γεγονός που ενισχύει και το μισθολογικό επίπεδο.
Τα χρηματοοικονομικά εμφανίζουν μέσο μισθό 2.940 ευρώ και απασχολούν 39.162 εργαζόμενους. Στην παροχή ενέργειας ο μέσος μισθός φτάνει τα 2.613 ευρώ για 23.071 εργαζόμενους. Ο κλάδος του προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών και των συμβουλευτικών υπηρεσιών καταγράφει μέσο μισθό 2.324 ευρώ και 48.515 εργαζόμενους.
Ακολουθούν οι δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης με μέσες αποδοχές 2.175 ευρώ και 12.023 εργαζόμενους, ενώ η φαρμακοβιομηχανία προσφέρει κατά μέσο όρο 2.108 ευρώ σε 17.272 εργαζόμενους.
Η άλλη όψη της αγοράς
Παρά τις υψηλές αμοιβές που καταγράφονται σε συγκεκριμένους κλάδους, οι εργαζόμενοι αυτοί αποτελούν μειοψηφία στην ελληνική αγορά εργασίας.
Τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ δείχνουν ότι μόλις 126.963 εργαζόμενοι, ποσοστό 5,16% του συνόλου των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, λαμβάνουν αποδοχές από 2.001 έως 2.500 ευρώ τον μήνα. Ακόμη μικρότερη είναι η κατηγορία όσων ξεπερνούν τα 3.000 ευρώ, καθώς ανέρχεται σε 112.075 εργαζόμενους ή μόλις στο 4,55% των μισθωτών.
Στον αντίποδα, ένας στους τρεις εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα εξακολουθεί να αμείβεται με έως 1.000 ευρώ μηνιαίως. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια αγορά εργασίας που αναπτύσσεται με άνισους ρυθμούς, όπου οι ευκαιρίες και οι αμοιβές συγκεντρώνονται κυρίως σε επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης, αφήνοντας μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού αντιμέτωπο με τις πιέσεις της ακρίβειας και τη δυσκολία βελτίωσης του βιοτικού του επιπέδου.
Διαβάστε ακόμη
Morgan Stanley: Ψήφος εμπιστοσύνης στις ελληνικές τράπεζες – Βλέπει περιθώριο ανόδου έως 25%
Γιώργος Προκοπίου: Χωρίς ελεύθερες θάλασσες και φθηνή ενέργεια δεν υπάρχει παγκόσμια ανάπτυξη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
