Η αναγνώριση πλασματικών ετών ασφάλισης μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για ασφαλισμένους που βρίσκονται στην τελική ευθεία προς τη σύνταξη, όμως η απόφαση για εξαγορά απαιτεί προσεκτικούς υπολογισμούς. Το όφελος δεν είναι ίδιο για όλους: σε ορισμένες περιπτώσεις τα πλασματικά έτη ανοίγουν νωρίτερα την πόρτα της συνταξιοδότησης, ενώ σε άλλες το υψηλό κόστος μπορεί να περιορίσει σημαντικά το οικονομικό όφελος.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι επομένως να εξεταστεί πόσος χρόνος λείπει για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ποιο είναι το ποσό που απαιτείται για την αναγνώρισή του και κατά πόσο η εξαγορά μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη σύνταξη.
Στις βασικές κατηγορίες πλασματικού χρόνου περιλαμβάνονται τα έτη λόγω τέκνων, ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση πτυχίου, τα κενά ασφάλισης και η στρατιωτική υπηρεσία για τους άνδρες.
Για τους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα και τους ελεύθερους επαγγελματίες, το ανώτατο όριο αναγνώρισης διαμορφώνεται συνολικά στα επτά έτη.
Ειδικά για τα παιδιά, προβλέπεται η δυνατότητα αναγνώρισης ενός έτους για ένα παιδί, τριών ετών για δύο παιδιά και πέντε ετών για τρία ή περισσότερα παιδιά.
Διαφορετικό καθεστώς εφαρμόζεται στους εργαζομένους του Δημοσίου, καθώς ο πλασματικός χρόνος λόγω τέκνων δεν υπολογίζεται μέσα στο ανώτατο όριο των επτά ετών. Αυτό σημαίνει ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ένας δημόσιος υπάλληλος μπορεί να φτάσει ακόμη και σε 12 έτη αναγνωριζόμενου χρόνου.
Το κόστος της εξαγοράς για μισθωτούς και επαγγελματίες
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που πρέπει να σταθμίσει ο ασφαλισμένος είναι το κόστος εξαγοράς, το οποίο διαφοροποιείται ανάλογα τόσο με την επαγγελματική του ιδιότητα όσο και με το πότε κατατέθηκε η σχετική αίτηση.
Για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, στις αιτήσεις που υποβάλλονται από τις 13 Μαΐου 2016 και μετά, το κόστος αντιστοιχεί στο 20% των αποδοχών του τελευταίου μήνα πριν από την υποβολή της αίτησης αναγνώρισης.
Στην περίπτωση των ελεύθερων επαγγελματιών, ο υπολογισμός γίνεται με βάση την εισφορά κύριας ασφάλισης που αντιστοιχεί στην ασφαλιστική κατηγορία στην οποία έχει ενταχθεί ο ενδιαφερόμενος.
Υπάρχει παράλληλα η δυνατότητα εφάπαξ καταβολής του ποσού. Στην περίπτωση αυτή παρέχεται έκπτωση 2% για κάθε πλήρες έτος εξαγοράς. Εναλλακτικά, προβλέπεται τμηματική εξόφληση, ακόμη και μέσω παρακράτησης από τη σύνταξη, χωρίς όμως να ισχύει η συγκεκριμένη έκπτωση.
Η σημασία της ημερομηνίας της αίτησης
Ιδιαίτερα μεγάλες μπορεί να είναι οι διαφορές μεταξύ παλαιότερων και νεότερων αιτήσεων. Για αιτήματα που είχαν υποβληθεί έως τον Μάιο του 2016, το κόστος αναγνώρισης για ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα ήταν αισθητά χαμηλότερο και διαμορφωνόταν στα 167,85 ευρώ τον μήνα.
Αντίστοιχη διαφοροποίηση υπήρχε και στο Δημόσιο. Όσοι είχαν καταθέσει αίτηση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 μπορούσαν να εξαγοράσουν πλασματικό χρόνο με κόστος που υπολογιζόταν στο 6,67% του βασικού μισθού του Οκτωβρίου 2011.
Στη συνέχεια, το ποσοστό αυξήθηκε σταδιακά: στο 10% το 2017, στο 13,3% το 2018 και περίπου στο 16,67% το 2019, ενώ από το 2020 διαμορφώθηκε στο 20%.
Η χρονική στιγμή της αίτησης μπορεί, συνεπώς, να δημιουργήσει πολύ μεγάλες αποκλίσεις στο τελικό ποσό που καλείται να καταβάλει ο ασφαλισμένος.
Παραδείγματα: Από 4.800 έως 36.000 ευρώ
Το ύψος της δαπάνης γίνεται περισσότερο κατανοητό μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα. Για έναν μισθωτό στον ιδιωτικό τομέα με μικτές αποδοχές 1.000 ευρώ, η αναγνώριση δύο πλασματικών ετών συνεπάγεται κόστος περίπου 4.800 ευρώ.
Σε εργαζόμενο με μικτό μισθό 1.700 ευρώ, η εξαγορά τεσσάρων ετών ανεβάζει τον λογαριασμό στα 16.320 ευρώ, ενώ με αποδοχές 2.200 ευρώ, τρία πλασματικά έτη κοστίζουν περίπου 15.840 ευρώ.
Στους ελεύθερους επαγγελματίες οι διαφορές είναι επίσης μεγάλες, καθώς καθοριστικό ρόλο έχει η ασφαλιστική κατηγορία. Η εξαγορά τριών ετών στην πρώτη κατηγορία προσεγγίζει τα 4.500 ευρώ, ενώ στην τρίτη μπορεί να ξεπεράσει τις 10.000 ευρώ. Για ασφαλισμένο της έκτης κατηγορίας, η αναγνώριση πέντε ετών μπορεί να φτάσει ακόμη και τις 36.000 ευρώ.
Πότε αξίζει η αναγνώριση πλασματικού χρόνου
Το υψηλό κόστος σημαίνει ότι η εξαγορά δεν πρέπει να γίνεται αυτομάτως επειδή υπάρχει σχετικό δικαίωμα. Η βασική παράμετρος είναι εάν ο πρόσθετος ασφαλιστικός χρόνος είναι αναγκαίος για τη θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδότησης ή εάν μπορεί να εξασφαλίσει ουσιαστική βελτίωση στο τελικό ποσό της σύνταξης.
Η εξαγορά επηρεάζει και τις συντάξιμες αποδοχές, επομένως το ύψος του ποσού που καταβάλλεται για την αναγνώριση μπορεί να έχει αντίκτυπο στον υπολογισμό της μελλοντικής σύνταξης.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση μισθωτού με αποδοχές 1.500 ευρώ, ο οποίος με αίτηση έως το 2016 μπορούσε να αναγνωρίσει τρία χρόνια καταβάλλοντας περίπου 3.600 ευρώ. Για αντίστοιχη αίτηση σε μεταγενέστερο χρόνο, η οικονομική επιβάρυνση είναι σημαντικά υψηλότερη.
Η σύγκριση ανάμεσα στο ποσό της εξαγοράς, στην πιθανή αύξηση της σύνταξης και στον χρόνο που κερδίζεται μέχρι τη συνταξιοδότηση είναι επομένως απαραίτητη πριν ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση.
Πλασματικά έτη και διαδοχική ασφάλιση
Ιδιαίτερη χρησιμότητα μπορεί να έχει η αναγνώριση πλασματικού χρόνου για ασφαλισμένους με διαδοχική ασφάλιση, δηλαδή για όσους στη διάρκεια του εργασιακού τους βίου έχουν υπαχθεί σε περισσότερα από ένα ασφαλιστικά ταμεία.
Ένας εργαζόμενος, για παράδειγμα, που είχε αρχικά χρόνο ασφάλισης στον πρώην ΟΑΕΕ και στη συνέχεια εργάστηκε ως μισθωτός με ασφάλιση στο πρώην ΙΚΑ, μπορεί να συνυπολογίσει τον ασφαλιστικό χρόνο και των δύο περιόδων. Εφόσον πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, μπορεί στη συνέχεια να εξετάσει εάν η προσθήκη πλασματικών ετών καλύπτει το διάστημα που του λείπει.
Σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα αναγνώρισης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι συμφέρει και η εξαγορά. Πριν από την υποβολή της αίτησης απαιτείται ακριβής υπολογισμός του κόστους και του συνταξιοδοτικού οφέλους, ώστε να διαπιστωθεί εάν τα πλασματικά έτη εξασφαλίζουν νωρίτερη έξοδο ή επαρκή αύξηση της σύνταξης για να δικαιολογήσουν τη δαπάνη.
Διαβάστε επίσης
Το νέο οικονομικό στοίχημα της Gen Z: Μαθαίνουν δεξιότητες για να ξοδεύουν λιγότερα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
