Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Τέσσερις βασικές εκκρεμότητες εξακολουθούν να προκαλούν αντιδράσεις γύρω από τις συντάξεις χηρείας, παρά τις αλλαγές που θεσπίστηκαν πρόσφατα με τον νόμο 5322/2026. Σύμφωνα με τις οργανώσεις συνταξιούχων, το νέο πλαίσιο δεν αντιμετωπίζει όλες τις περιπτώσεις δικαιούχων, με αποτέλεσμα να διατηρούνται ανισότητες και να εντείνονται οι δικαστικές διεκδικήσεις.

Οι εκπρόσωποι των συνταξιούχων υποστηρίζουν ότι η παρέμβαση του υπουργείου Εργασίας περιορίζει τον αριθμό όσων επωφελούνται από τις νέες διατάξεις, διαμορφώνοντας διαφορετικές συνθήκες για δικαιούχους της ίδιας κατηγορίας.

Παρότι η νομοθετική αλλαγή αποκαθιστά μέρος των περικοπών, χιλιάδες συνταξιούχοι παραμένουν εκτός των ευνοϊκών ρυθμίσεων. Ιδιαίτερη εστία αντιδράσεων αποτελεί η μη καταβολή αναδρομικών για μειώσεις που εφαρμόστηκαν κατά την περίοδο 2020-2026. Ο νέος νόμος δεν προβλέπει την επιστροφή αυτών των ποσών, γεγονός που έχει οδηγήσει συνταξιούχους σε δικαστικές προσφυγές, με αίτημα την ανάκτηση των χρημάτων που έχασαν τα προηγούμενα χρόνια.

Τα τέσσερα σημεία που προκαλούν αντιδράσεις

Οι βασικές στρεβλώσεις που εντοπίζουν οι οργανώσεις συνταξιούχων αφορούν τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες:

Περίπου 100.000 συνταξιούχους χηρείας, των οποίων ο σύζυγος ή η σύζυγος απεβίωσε πριν από τις 13 Μαΐου 2016 και οι οποίοι δεν εντάσσονται στη νέα ρύθμιση.

Τους 8.552 συνταξιούχους χηρείας του Δημοσίου, για τους οποίους αποκαταστάθηκε το ποσοστό της σύνταξης στο 70%, χωρίς όμως να επιστραφούν οι περικοπές προηγούμενων ετών.

Τους δικαιούχους επικουρικών συντάξεων λόγω θανάτου, καθώς η κατάργηση της περικοπής μετά την τριετία αφορά τις κύριες συντάξεις και δεν επεκτείνεται στις επικουρικές.

Τους συνταξιούχους του πρώην ΟΓΑ, οι οποίοι, όταν λαμβάνουν παράλληλα δική τους σύνταξη γήρατος και σύνταξη χηρείας, μπορεί να χάνουν το τμήμα της βασικής αγροτικής σύνταξης που εξακολουθούσαν να εισπράττουν.

Εκτός ρύθμισης περίπου 100.000 δικαιούχοι

Η σημαντικότερη διαφοροποίηση αφορά την ημερομηνία θανάτου του συζύγου. Με τον νόμο 5322/2026 καταργήθηκε η μείωση της κύριας σύνταξης χηρείας από το 70% στο 35% μετά τη συμπλήρωση τριών ετών. Ωστόσο, η αλλαγή δεν εφαρμόζεται σε όλους τους συνταξιούχους που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου.

Ειδικότερα, περίπου 100.000 δικαιούχοι που έχασαν τον ή τη σύζυγό τους πριν από τις 13 Μαΐου 2016 και εισπράττουν παράλληλα δική τους σύνταξη εξακολουθούν να υπάγονται σε λιγότερο ευνοϊκούς κανόνες.

Οι συνταξιουχικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι, με αυτόν τον τρόπο, η ημερομηνία θανάτου καθορίζει ουσιαστικά το ύψος της παροχής και διατηρεί δύο διαφορετικά καθεστώτα για τους επιζώντες συζύγους.

Στις περιπτώσεις θανάτου από τις 13 Μαΐου 2016 και μετά, η σύνταξη χηρείας μπορεί να εξακολουθεί να καταβάλλεται στο 70%, βάσει του νόμου 4387/2016 και της νεότερης παρέμβασης. Αντίθετα, όσοι είχαν λάβει σύνταξη χηρείας με προγενέστερες διατάξεις παραμένουν στο παλαιό σύστημα, όπου τα σχετικά ποσοστά κυμαίνονται μεταξύ 25% και 35%.

Έτσι, σύμφωνα με τις δημοσιευμένες εκτιμήσεις, περίπου 100.000 συνταξιούχοι συγκροτούν τη μεγαλύτερη ομάδα για την οποία εγείρονται ζητήματα διαφορετικής μεταχείρισης.

Αποκατάσταση για 8.552 συνταξιούχους του Δημοσίου, αλλά χωρίς αναδρομικά

Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά 8.552 δικαιούχους συντάξεων χηρείας του Δημοσίου, οι οποίοι είχαν ήδη υποστεί τη μείωση μετά την πρώτη τριετία. Τον Αύγουστο του 2026 ενημερώθηκαν για την αποκατάσταση των συντάξεών τους, η οποία ισχύει από τον Σεπτέμβριο και μετά.

Η αύξηση, ωστόσο, δεν συνοδεύτηκε από επιστροφή των ποσών που είχαν παρακρατηθεί κατά τα προηγούμενα έτη. Η νέα νομοθεσία προβλέπει εφαρμογή των ευνοϊκών διατάξεων στις συντάξεις που οφείλονται από τον Σεπτέμβριο του 2026 και εφεξής, χωρίς να θεσπίζει αναδρομική αποζημίωση για τις παλαιότερες περικοπές.

Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους συνταξιούχοι διεκδικούν δικαστικά τα ποσά που δεν τους καταβλήθηκαν.

Παραμένουν οι μειώσεις στις επικουρικές συντάξεις

Η τρίτη εκκρεμότητα συνδέεται με τις επικουρικές συντάξεις λόγω θανάτου. Σε αντίθεση με όσα ισχύουν πλέον για τις κύριες συντάξεις που καλύπτονται από τη νέα ρύθμιση, στις επικουρικές εξακολουθεί να εφαρμόζεται η περικοπή μετά την παρέλευση τριών ετών.

Οι οργανώσεις των συνταξιούχων ζητούν να ισχύσει αντίστοιχη προστασία και για τις επικουρικές παροχές, ώστε να μην εξακολουθούν οι δικαιούχοι να υφίστανται μειώσεις.

Δεν υπάρχει, πάντως, ενιαία εκτίμηση για τον αριθμό όσων επηρεάζονται. Ορισμένοι εκπρόσωποι των συνταξιούχων αναφέρονται σε περίπου 120.000 επικουρικές συντάξεις που μειώνονται μετά την τριετία, ενώ άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν έως και τις 280.000 τον συνολικό αριθμό των δικαιούχων που έχουν υποστεί σχετικές απώλειες.

Το ιδιαίτερο πρόβλημα των συνταξιούχων του πρώην ΟΓΑ

Η τέταρτη περίπτωση αφορά τους συνταξιούχους του πρώην ΟΓΑ και ειδικότερα την καταβολή της βασικής αγροτικής σύνταξης όταν συνυπάρχει με σύνταξη λόγω θανάτου.

Με βάση το παλαιότερο ασφαλιστικό καθεστώς του ΟΓΑ, εάν ένας συνταξιούχος λαμβάνει δική του σύνταξη γήρατος και στη συνέχεια αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη χηρείας, διακόπτεται το τμήμα της βασικής αγροτικής σύνταξης που εξακολουθεί να του καταβάλλεται.

Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όταν ο e-ΕΦΚΑ δεν προχωρήσει έγκαιρα στη διακοπή της συγκεκριμένης παροχής. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα ποσά που συνεχίζουν να καταβάλλονται ενδέχεται να χαρακτηριστούν εκ των υστέρων ως αχρεωστήτως καταβληθέντα και να ζητηθεί η επιστροφή τους, ακόμη και έπειτα από αρκετά χρόνια.

Η διαδικασία αποπληρωμής μπορεί να επιφέρει ιδιαίτερα μεγάλες μειώσεις στη σύνταξη ή ακόμη και προσωρινή πλήρη αναστολή της καταβολής της. Για το συγκεκριμένο ζήτημα έχει υπάρξει παρέμβαση και από τον Συνήγορο του Πολίτη.

Παρότι η νομοθετική αλλαγή του 2026 ωφέλησε και δικαιούχους του πρώην ΟΓΑ που υπάγονται στις νέες διατάξεις για τις κύριες συντάξεις χηρείας, δεν αντιμετώπισε το ξεχωριστό πρόβλημα της βασικής αγροτικής σύνταξης. Επομένως, εξακολουθούν να υφίστανται τόσο η υποχρέωση διακοπής της συγκεκριμένης παροχής όσο και ο κίνδυνος αναδρομικής αναζήτησης ποσών στις περιπτώσεις όπου η καταβολή της συνεχίστηκε μετά τη χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου.