© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
«Είμαστε ο Κώστας & η Αγγελική που με τον καιρό γίναμε grizo & prasino. Ζούμε στη Θράκη κι εδώ εξερευνούμε, ονειρευόμαστε και παράγουμε με αφοσίωση, σεβασμό και ειλικρίνεια αληθινά βιολογικά βότανα και εμπνευσμένα βοτανικά ροφήματα. Παραμένουμε πιστοί ακόμη (και πάντα) στη λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά. Θέλουμε τα ροφήματά μας να γεμίζουν το φλιτζάνι που βρίσκεται μπροστά σας στις γκρίζες και τις πράσινες στιγμές της καθημερινότητας».
Ετσι παρουσιάζεται η πρωτοποριακή επιχείρηση από την Κομοτηνή που εστιάζει στην αξία και τη μοναδικότητα των βοτάνων, αυτόν τον σπάνιο πλούτο της ελληνικής γης, παράγοντας και προσφέροντας στην αγορά απολύτως βιολογικά προϊόντα.
Χωρίς φυτοφάρμακα, χωρίς χημικά λιπάσματα, χωρίς μηχανική συλλογή και επεξεργασία, χωρίς συντηρητικά, χωρίς αρωματικές και γλυκαντικές ουσίες… Κι αν κάποιοι διερωτώνται αν αυτό γίνεται στις μέρες μας, η απάντηση είναι θετική.
Η επιλογή να φτάνει στον καταναλωτή ανόθευτος αυτός ο πλούτος είναι δύσκολη και ακριβή. Θέλει κόπο, τρόπο και… κόστος. Η Αγγελική Δράκου και ο Κώστας Παπάζογλου, με την ορμή της νιότης, αλλά και αρκετή δόση ρομαντισμού δεν τα φοβήθηκαν αυτά και μπήκαν στη μάχη. Ευτυχώς, δεν το μετάνιωσαν και πέτυχαν να ξανασυστήσουν τα ελληνικά βότανα εντός και εκτός συνόρων, όχι σαν… γιατροσόφια, αλλά ως συνοδευτικό σε στιγμές διασκέδασης και χαράς, με τη δημιουργικότητα και τη φαντασία τους να γεννάει νέες δυνατές εμπειρίες. Πίσω από αυτή την όμορφη επιχειρηματική ιστορία, έρωτας είναι η… αρχική αιτία.
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, σπούδασα στην Κομοτηνή, μετά δούλεψα ως δικηγόρος επίσης στην Αθήνα και στη συνέχεια το 2010 επέστρεψα στην Κομοτηνή ως ερωτική μετανάστρια για να μείνω με τον Κώστα. Αρχικά εργάστηκα ως δικηγόρος μέχρι το 2018 όταν μετά από μια περιπέτεια υγείας αποφάσισα ότι θα εγκαταλείψω τη δικηγορία λόγω του άγχους και της πίεσης που μου προκαλούσε», αναφέρει η Αγγελική Δράκου.
Αφότου εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Κομοτηνή, συνειδητοποίησαν ότι σε επαγγελματικό επίπεδο -εκείνη δικηγόρος, εκείνος γεωπόνος-, είχαν πάρει… τη ζωή τους λάθος και επέδειξαν την τόλμη να αλλάξουν ζωή. Ξεκίνησαν, λοιπόν, να ιχνηλατούν τον νέο τους δρόμο με πολλές αντιξοότητες και δυσκολίες.

«Ο Κώστας εργαζόταν τότε ως σύμβουλος βιολογικής καλλιέργειας και ήταν ο μόνος στην περιοχή. Γνώριζε έναν άνθρωπο που ασχολείτο από πολύ παλιά με τα βότανα και πειραματιζόταν, οπότε όσο ήμουν την Αθήνα μου έστελνε βοτανικά “ραβασάκια”. Η διαφορά της γεύσης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μου τα έστελνε ο άνθρωπος με τον οποίο ήμουν ερωτευμένη, με γοήτευσε», λέει ξετυλίγοντας το νήμα της ιστορίας τους.
«Το 2012 που παντρευτήκαμε αποφασίσαμε με τα χρήματα του γάμου να αγοράσουμε ένα ξηραντήριο. Τότε βέβαια πιστεύαμε ότι εμείς θα παράγουμε τα βότανα και οι αγορές θα έρθουν από μόνες τους να μας… ανακαλύψουν. Ηταν, όμως, αυτή η σύνδεση με τη φύση που σου προσφέρει το βότανο όταν είναι ολόκληρο και όχι σε φακελάκι όπως είχαμε συνηθίσει, αλλά και η γευστική διαφορά, η οποία μας έκανε να νιώθουμε ότι είναι κάτι που αξίζει». Βέβαια είχαν να αντιπαλέψουν, εκτός των άλλων, και την εμπεδωμένη νοοτροπία που θέλει τα βότανα, όπως το τσάι, σαν κάτι που πίνει κανείς όταν νιώθει άρρωστος και όχι σαν απόλαυση.

«Τυχεροί και γενναίοι»
«Σε πρώτη φάση όχι μόνο δεν ζούσαμε από αυτό, αλλά κατά κάποιον τρόπο πληρώναμε για να μαθαίνουμε. Οχι τόσο οργανωμένα και αρκετά ρομαντικά ξεκινήσαμε γιατί υπήρχε και η ανάγκη να κάνουμε κάτι δημιουργικό από κοινού. Από το 2012 έως το 2017 μαθαίναμε και το 2018 ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι το θέλουμε. Ετσι γεννήθηκε το Grizo & Prasino», λέει η Αγγελική. Προσθέτει, ωστόσο, ότι δεν ήταν καθόλου εύκολο να αφήσουν τις προηγούμενες δουλειές τους και να προσπεράσουν τις ενστάσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος.
Στην αρχή ήταν μόνοι τους, επιστρατεύοντας συγγενείς και φίλους που τους υποστήριξαν τόσο στο χωράφι όσο και στη μεταποίηση.
«Μόλις είχαμε αποκτήσει και το παιδί μας, όλο αυτό ήταν πιο easyleaving σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές μας και, το κυριότερο, νιώθαμε και νιώθουμε αυτό που κάνουμε και ως προσφορά προς τους άλλους», τονίζει, αναγνωρίζοντας πως «ήμασταν και τυχεροί και γενναίοι».
Η σύνδεση με τη φύση και τα κανάλια αγοράς
Ξεκαθαρίζει πως «το ότι καλλιεργούμε οι ίδιοι και έχουμε καθετοποιήσει την παραγωγή είναι κάτι που μας διαφοροποιεί σε σχέση με άλλα brands». Η εταιρεία λειτουργεί μέσω χονδρικής με βασικούς πελάτες καφέ, ξενοδοχεία και εστιατόρια, καθώς και στη λιανική μέσω του e-shop, δεδομένου ότι δεν διαθέτουν φυσικό κατάστημα. Επίσης, υπάρχουν διάφορα συνεργαζόμενα σημεία, όπως καταστήματα βιολογικών προϊόντων ή delicatessen, σε όλη τη χώρα, κάποια concept stores σε νησιά, καθώς και λίγα φαρμακεία στην περιφέρεια. Οσον αφορά στις εξαγωγές, αντιπροσωπεύουν περίπου το 20% του τζίρου και γίνονται κυρίως σε ορισμένα καταστήματα σε Βέλγιο, Ισπανία, Ολλανδία, Γαλλία, Αγγλία, Κύπρο κ.α.
Για τη φιλοσοφία τους η Αγγελική είναι σαφής: «Εχουμε αποφασίσει ότι θέλουμε ένα μικρό, ευέλικτο σχήμα, παρά να μεγαλώνουμε με το άγχος των δανείων. Κι αυτό μας δίνει την πολυτέλεια να αποφασίζουμε εμείς τι θα κάνουμε και πόσο νερό βάζουμε στο κρασί μας. Είναι μια ελευθερία που νομίζω ότι την έχουμε αποκτήσει από τύχη και γενναιότητα. Αρκετές φορές μπήκαμε στη διαδικασία να σκεφτούμε να “μεγαλώσουμε” πέρα από εκεί που πατούν τα πόδια μας, κινδυνεύοντας να βρεθούμε σε θέση που έχουν βρεθεί πολλοί άλλοι Ελληνες παραγωγοί που θέλησαν να μεγαλώσουν τις επιχειρήσεις τους με κριτήρια που δεν είναι ελληνικά. Κι εμείς θέλουμε πράγματι να μεγαλώσουμε, αλλά θα το κάνουμε σύμφωνα με τις δυνατότητές μας και ανάλογα με τις συνθήκες».
Για παράδειγμα, όπως αναφέρει, τώρα που ξέσπασε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχουν εκτιναχθεί οι τιμές των μεταφορικών του γυαλιού που είναι κρίσιμο για την εταιρεία τους. «Αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί φέτος να προχωρήσουμε σε κάποια ανατίμηση και στη συνέχεια μπορεί να κάνουμε υποτίμηση. Πρόκειται για ένα σημαντικό λειτουργικό κόστος, το οποίο εμείς αναγκαστικά θα μετακυλήσουμε σε εστιατόρια, καφέ, ξενοδοχεία κι εκείνοι στους πελάτες τους».
Επίσης ξεκαθαρίζει ότι το 99% των πρώτων υλών που χρησιμοποιούν, ακόμη και το γυαλί, το προμηθεύονται από εγχώριους προμηθευτές, με ό,τι σημαίνει αυτό σε επίπεδο (επιπλέον) κόστους.

Τα (πολλά) προβλήματα
Η Αγγελική μιλά με πάθος και ειλικρίνεια για την ποιότητα και την αξία των ελληνικών βοτάνων. Με τον ίδιο τρόπο, όμως, περιγράφει τα πολλά και μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει τόσο η δική τους εταιρεία όσο και αντίστοιχες προσπάθειες στην περιφέρεια και δη στην… ακριτική Θράκη.
«Εχουμε μια μικρή έκταση δική μας και επίσης νοικιάζουμε κάποια μεμονωμένα αγροτεμάχια επί πολλά χρόνια που πλέον έχουν γίνει βιολογικά. Για να καταλάβετε, όταν θες να ξεκινήσεις βιολογική καλλιέργεια πρέπει να περάσουν 4 χρόνια ώστε να μπορέσεις να πάρεις πιστοποιημένο βιολογικό προϊόν από το συγκεκριμένο χωράφι. Ενα από τα σοβαρά ζητήματα στην επαρχία και τουλάχιστον στα δικά μας μέρη, είναι η πρόσβαση στη γη. Αφενός ανήκει σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας, με άλλη νοοτροπία, που δηλώνουν τις εκτάσεις για να παίρνουν επιδοτήσεις, ενώ όσοι θέλουμε πράγματι να καλλιεργήσουμε δεν βρίσκουμε γη. Αφετέρου, υπάρχουν και μεγάλες δημόσιες εκτάσεις παρατημένες, που επίσης δεν μπορείς να εκμεταλλευτείς. Και ενώ όλοι οι αρμόδιοι θέλουν να βοηθήσουν, πάντα έρχονται αντιμέτωποι με τη γραφειοκρατία. Ετσι, παραμένουν σκαλωμένες».
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι το υπέρογκο μεταφορικό κόστος.
«Βρισκόμαστε εδώ στην περιφέρεια, μακριά από τα κέντρα. Είναι απελπιστικό το ότι δεν έχουμε ούτε μια μεταφορική που να πηγαίνει αυθημερόν στην Αθήνα. Η “ακριτική Θράκη”, την οποία υποτίθεται ότι υποστηρίζουμε ως Πολιτεία, δεν είναι μόνο η Αλεξανδρούπολη που διαθέτει λιμάνι και αεροδρόμιο. Γιατί η Κομοτηνή και η Ξάνθη δεν έχουν πλέον ούτε τρένο.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η απόσταση από την Αθήνα. Ακόμη και για τις εξαγωγές μας πρέπει να φτάσουμε στον Ασπρόπυργο. Που σημαίνει ότι πληρώνουμε ένα μεταφορικό μέσο μέχρι τη Θεσσαλονίκη, μετά τη μεταφόρτωση από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα και στη συνέχεια ένα φορτοταξί από την Αθήνα στον Ασπρόπυργο.
Ετσι, μια επιχείρηση στην Κομοτηνή είναι σε μειονεκτική θέση σε σχέση με κάποια επιχείρηση που βρίσκεται στην Αθήνα. Επομένως, αν θέλουμε να στηρίξουμε την παραγωγή και τη μεταποίηση, πρέπει να δημιουργήσουμε μεταφορικά ισοδύναμα για την περιφέρεια. Θέλουμε να ενισχύσουμε τις εξαγωγές, αλλά πώς θα γίνει αυτό όταν εγώ για να στείλω στην Κρήτη μια παλέτα χρειάζεται να πληρώσει ο τοπικός συνεργάτης μας εκεί όσα θα πλήρωνε για να τη φέρει από τη Βόρεια Ιταλία;

Το δεύτερο είναι ότι έχουμε διαλυμένη βιομηχανική παραγωγή στα υλικά συσκευασίας κι έτσι δεν βρίσκουμε ελληνικές πρώτες ύλες ή έχουν τεράστια οικονομική διαφορά».
Είναι άραγε τόσο δύσκολες οι λύσεις;
«Οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν δεν είναι πολλές, αλλά είναι μεγάλες. Ορισμένες άπτονται πολιτικής βούλησης, κάποιες οικονομικής διαχείρισης, αλλά σίγουρα αρκετές είναι απλά και μόνο θέμα κουλτούρας, δηλαδή πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε», απαντά η Αγγελική.
«Δεν μπορεί να μην υπάρχει ούτε μία μεταφορική εταιρεία σε μια περιοχή που, εκτός των άλλων ιδιαιτεροτήτων της, έχει υποστεί τα πάνδεινα από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες. Και παρότι η Θράκη είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος κάμπος της χώρας, δεν ασχολείται κανείς. Ετσι δεν έχουμε τρόπο να φτάσουμε με ανταγωνιστικό κόστος σε καμία αγορά, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό».
Δηλώνει πεπεισμένη ότι πολλοί Ελληνες μικροί παραγωγοί παράγουν εξαιρετικά προϊόντα, που τα συναντάς πιο εύκολα στο εξωτερικό παρά στο εσωτερικό, γιατί ακριβώς τα εμπόδια στο εσωτερικό είναι πάρα πολλά.
Τα προϊόντα
Οσον αφορά στα προϊόντα του grizo & prasino, αυτά είναι βιολογικά και προκύπτουν από τις καλλιέργειες πολλών διαφορετικών βοτάνων. Οπως τονίζει, «στο χωράφι εφαρμόζουμε τεχνικές που στοχεύουν στην αύξηση της γονιμότητας του εδάφους, κάτι που κάναμε πολύ πριν γίνει της μόδας στην Ευρώπη και ονομαστεί Αναγεννητική Γεωργία. Η υγεία του εδάφους είναι αυτή που καθορίζει την ποιότητα, την ένταση στη γεύση και στα αρώματα και είναι τελικά και το μόνο μας κεφάλαιο».
Επικρίνει τη λογική των μονοκαλλιεργειών, που αναγκαστικά απαιτούν μηχανική συλλογή. «Το σωστό είναι να μείνουμε μικροί και να ενωθούμε μεταξύ μας. Αν γίνει αυτό, θα διαπρέψουμε παντού γιατί πράγματι τα ελληνικά προϊόντα είναι τα καλύτερα», πιστεύει.
Στα δικά τους χωράφια η συλλογή γίνεται με το χέρι και με ιδιαίτερη προσοχή.
«Καλλιεργούμε 16 διαφορετικά είδη, κάτι που βοηθάει και στην υγεία του εδάφους και στη βιοποικιλότητα. Δεν έχουμε χρησιμοποιήσει ποτέ κανένα ζιζανιοκτόνο ή φυτοπροστατευτικό σκεύασμα. Ακόμη κι όταν χρειάστηκε να επέμβουμε για να σωθούμε από κάποια προσβολή, το κάναμε αξιοποιώντας βότανα, όπως η τσουκνίδα. Επιπλέον, εμπλουτίζουμε το έδαφος με κομπόστ και με κοπριά, ενώ για εδαφοκάλυψη, αντί για γεώπανα βάζουμε άχυρο. Αυτά δεν τα ανακαλύψαμε εμείς, τα έκαναν και οι παλιοί.
Παράγουμε αρκετά μονοποικιλιακά βότανα. Δηλαδή όλα αυτά τα βότανα που καλλιεργούμε τα πουλάμε και μόνα τους, όπως χαμομήλι, φασκόμηλο, μέντα, δυόσμο, λουίζα, μελισσόχορτο κ.ά.
Εκτός από αυτά έχουμε δημιουργήσει και βοτανικά μείγματα με κριτήριο τη γεύση και όχι τις θεραπευτικές ιδιότητες. Αυτό θεωρούμε ότι είναι και το μυστικό για να τα βάλει ο κόσμος στην καθημερινότητά του.
Εχουμε περίπου 20 τέτοια μείγματα για ζεστό τσάι με ολόκληρα φύλλα, άνθη, φρούτα και λαχανικά. Πρόσφατα λανσάραμε και μια μικρή σειρά μόνο για καφετέριες, εστιατόρια και ξενοδοχεία, με τέτοια μείγματα σε φακελάκια-πυραμίδες.
Αυτό που άλλαξε πολύ τα πράγματα για εμάς είναι ότι εμφιαλώσαμε κρύο τσάι από αληθινά ελληνικά βότανα, χωρίς εκχυλίσματα. Πέρυσι βγάλαμε και μια σειρά από αφρώδη βοτανικά τσάι που είναι εξαιρετική εναλλακτική του αλκοόλ. Ακόμη, έχουμε φτιάξει βοτανικά σιρόπια για κοκτέιλ, αλάτια αρωματισμένα με βότανα, σνακ με καρύδια ή με αμύγδαλα κ.ά.».
Σε επίπεδο οικονομικών επιδόσεων, η εταιρεία είναι βιώσιμη και χωρίς χρέη, κάτι που απαιτεί όμως πάρα πολλή δουλειά. Η Αγγελική, με την ειλικρίνεια που τη διακρίνει, απαντά ευθαρσώς: «Δεν είμαστε ικανοποιημένοι. Εάν ζούσαμε στο εξωτερικό θα ήμασταν πλούσιοι. Από την άλλη, δεν θα μπορούσαμε αυτή την παραγωγή να την κάνουμε κάπου αλλού».
Ο στόχος ήταν και παραμένει «να φέρουμε τα βότανα στο τραπέζι της γιορτής και να μην τα αφήσουμε μόνο στο φαρμακείο». Οσο για το μέλλον, πιστεύει ότι «οι συμπράξεις και οι συνέργειες είναι μονόδρομος για την Ελλάδα, αλλά δεν βρίσκονται ακόμη στην κουλτούρα μας. Ωστόσο, οι νέες γενιές το επιδιώκουν».
Διαβάστε ακόμη
Επιτόκια: Νέα αύξηση προ των πυλών – Κερδίζουν οι τράπεζες, μένουν πίσω οι καταθέτες
Ματιέ Πιγκάς: Ο εκδότης που θέλει να γίνει πρόεδρος της Γαλλίας
Πορτογαλία: Πώς μια χώρα 10 εκατομμυρίων κατοίκων έγινε ο φόβος των Big Tech
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.