Στη Γαλλία το κράτος εισπράττει μέσω φόρων περίπου το 43% του ΑΕΠ, στη Φινλανδία ο ανώτατος φόρος εισοδήματος αγγίζει το 57%, ενώ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ο ΦΠΑ περιορίζεται στο 5%. Τρεις διαφορετικές χώρες, τρία φορολογικά μοντέλα και αποκλίσεις που αποκαλύπτουν πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνονται οι κυβερνήσεις τη χρηματοδότηση του κράτους και τη συμμετοχή πολιτών και επιχειρήσεων στα δημόσια βάρη.
Η φορολογία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθορίζουν την οικονομική καθημερινότητα. Επηρεάζει το ποσό που απομένει από έναν μισθό, το κόστος των προϊόντων στα καταστήματα, τις αποδόσεις των επιχειρηματικών επενδύσεων και, τελικά, τις δυνατότητες κατανάλωσης και αποταμίευσης των νοικοκυριών.
Ταυτόχρονα, τα φορολογικά έσοδα χρηματοδοτούν βασικές λειτουργίες του κράτους, όπως την υγεία, την εκπαίδευση, τις συντάξεις, τις μεταφορές και τις δημόσιες υποδομές.
Ωστόσο, δεν επιλέγουν όλες οι χώρες την ίδια ισορροπία ανάμεσα στη φορολογική επιβάρυνση και στις δημόσιες παροχές.
Ορισμένες συγκεντρώνουν μέσω φόρων περισσότερο από το 40% του ΑΕΠ τους, ενώ άλλες περιορίζονται σε ποσοστά χαμηλότερα του 20%. Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι αποκλίσεις όταν εξετάζονται χωριστά η φορολογία εισοδήματος, οι ασφαλιστικές εισφορές, ο ΦΠΑ και η επιβάρυνση των επιχειρηματικών κερδών.
Η σύγκριση αυτών των διαφορετικών συστημάτων αναδεικνύει ποιοι φορολογούνται περισσότερο, ποιες οικονομίες βασίζονται σε χαμηλούς συντελεστές και πώς κάθε κυβέρνηση επιλέγει να συγκεντρώσει τους πόρους που χρειάζεται.
ΟΟΣΑ – Το 34% του ΑΕΠ καταλήγει κατά μέσο όρο στα κρατικά ταμεία
Το βασικό μέτρο σύγκρισης της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης είναι ο λόγος φορολογικών εσόδων προς ΑΕΠ.
Ο δείκτης αποτυπώνει το ποσοστό της οικονομικής παραγωγής μιας χώρας που εισπράττεται από το κράτος μέσω της φορολογίας, συμπεριλαμβάνοντας φόρους εισοδήματος, εργασίας, κατανάλωσης και ακίνητης περιουσίας.
Στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), τα φορολογικά έσοδα αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 34% του ΑΕΠ.
Οι αποκλίσεις μεταξύ των οικονομιών είναι, ωστόσο, ιδιαίτερα μεγάλες.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται περίπου στο 26%, δηλαδή οκτώ ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Ακόμη πιο περιορισμένα είναι τα φορολογικά έσοδα στο Μεξικό, όπου αντιστοιχούν μόλις στο 18% του ΑΕΠ.
Αυτό σημαίνει ότι το μεξικανικό κράτος συγκεντρώνει αναλογικά λίγο περισσότερο από τα μισά φορολογικά έσοδα που αντιστοιχούν στον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.
Τα ποσοστά αυτά δεν αποκαλύπτουν από μόνα τους ποια χώρα επιβαρύνει περισσότερο τον μέσο εργαζόμενο. Προσφέρουν, όμως, μια συνολική εικόνα για το πόσο μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας κατευθύνεται στη χρηματοδότηση του Δημοσίου.
Γαλλία – Η μεγαλύτερη συνολική φορολογική επιβάρυνση
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται κυρίως ευρωπαϊκές οικονομίες, με τη Γαλλία να εμφανίζει την υψηλότερη συνολική φορολογική επιβάρυνση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Τα φορολογικά έσοδα της χώρας αντιστοιχούν περίπου στο 43% του ΑΕΠ, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον διεθνή μέσο όρο.
Ακολουθούν η Δανία, το Βέλγιο και η Αυστρία, όπου τα φορολογικά έσοδα κινούνται κοντά στο 42% του ΑΕΠ.
Η διαφορά μεταξύ Γαλλίας και Ηνωμένων Πολιτειών φτάνει τις 17 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το γαλλικό ποσοστό υπερβαίνει τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ κατά εννέα μονάδες.
Σε αναλογικούς όρους, η Γαλλία συγκεντρώνει περίπου δύο τρίτα περισσότερα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σύγκριση με τις ΗΠΑ.
Η υψηλή φορολόγηση συνδέεται με το εκτεταμένο γαλλικό κοινωνικό κράτος, που περιλαμβάνει ισχυρό δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα, καθολική υγειονομική περίθαλψη και σημαντικές οικογενειακές παροχές.
Το γαλλικό μοντέλο δίνει ιδιαίτερο βάρος στη συλλογική χρηματοδότηση κοινωνικών υπηρεσιών, με αντίστοιχα αυξημένες απαιτήσεις από τη φορολογική βάση.
Φινλανδία – Στο 57% ο ανώτατος φόρος εισοδήματος
Η κατάταξη αλλάζει όταν το ενδιαφέρον μεταφέρεται από τα συνολικά φορολογικά έσοδα στους ανώτατους συντελεστές φορολόγησης του προσωπικού εισοδήματος.
Σε αυτή την κατηγορία, η Φινλανδία συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες επιβαρύνσεις παγκοσμίως.
Ο ανώτατος συντελεστής φτάνει περίπου στο 57%, εφόσον συνυπολογιστούν οι τοπικοί φόροι.
Ακολουθούν η Δανία και η Ιαπωνία, με συντελεστές κοντά στο 56%, η Αυστρία με 55% και το Βέλγιο με 50%.
Στην περίπτωση της Φινλανδίας, για κάθε επιπλέον ευρώ εισοδήματος που υπάγεται στο ανώτατο φορολογικό κλιμάκιο, ο φορολογούμενος διατηρεί περίπου 43 λεπτά, ενώ τα υπόλοιπα κατευθύνονται στη φορολογία.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιαστική διευκρίνιση: ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής δεν εφαρμόζεται στο σύνολο του εισοδήματος.
Ενεργοποιείται μόνο για το τμήμα των αποδοχών που υπερβαίνει το προβλεπόμενο εισοδηματικό όριο.
Στη Φινλανδία, το συγκεκριμένο κλιμάκιο αφορά ετήσια εισοδήματα άνω των 52.100 ευρώ.
Κατά συνέπεια, η πλειονότητα των εργαζομένων δεν επιβαρύνεται με τον ανώτατο συντελεστή για ολόκληρο το εισόδημά της.
Η συγκεκριμένη κατάταξη αποτυπώνει κυρίως τη διαφορετική προσέγγιση των κρατών απέναντι στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα και όχι κατ’ ανάγκη το πραγματικό φορολογικό βάρος ενός μέσου νοικοκυριού.
Ουγγαρία – Ο ΦΠΑ 27% και η μεγαλύτερη επιβάρυνση στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Στη φορολογία της κατανάλωσης, η Ουγγαρία κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο κανονικός συντελεστής Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) διαμορφώνεται στο 27%, ξεπερνώντας αισθητά τα επίπεδα άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Στη Φινλανδία ο αντίστοιχος συντελεστής φτάνει το 25,5%, ενώ στη Δανία βρίσκεται στο 25%.
Αρκετά χαμηλότερα κινούνται η Γερμανία, με ΦΠΑ 19%, και το Λουξεμβούργο, όπου ο κανονικός συντελεστής περιορίζεται στο 17%.
Έτσι, ο ουγγρικός ΦΠΑ είναι περίπου 1,6 φορές υψηλότερος από τον αντίστοιχο του Λουξεμβούργου.
Σε αντίθεση με τη φορολογία εισοδήματος, ο ΦΠΑ επιβαρύνει άμεσα τις καθημερινές συναλλαγές, καθώς ενσωματώνεται στην τελική τιμή πολλών αγαθών και υπηρεσιών.
Η επιβάρυνση αφορά καταναλωτές ανεξαρτήτως εισοδήματος, αν και η πραγματική επίδραση διαφέρει ανάλογα με τις καταναλωτικές συνήθειες και τις μειώσεις συντελεστών που εφαρμόζει κάθε χώρα.
Για τις κυβερνήσεις, ο συγκεκριμένος φόρος αποτελεί σταθερή και σχετικά προβλέψιμη πηγή δημοσίων εσόδων.
Γι’ αυτό και αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε οικονομίες που χρειάζονται αυξημένους πόρους για τη χρηματοδότηση των κρατικών τους δαπανών.
Βέλγιο – Το 53% του κόστους εργασίας κατευθύνεται σε φόρους και εισφορές
Μια διαφορετική εικόνα προκύπτει όταν εξετάζεται πόσο κοστίζει συνολικά ένας εργαζόμενος στην επιχείρηση και τι ποσό εισπράττει τελικά ως καθαρό μισθό.
Ο σχετικός δείκτης ονομάζεται φορολογική σφήνα (tax wedge) και περιλαμβάνει τον φόρο εισοδήματος και τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη.
Σε αυτή την κατάταξη, το Βέλγιο καταγράφει την υψηλότερη επιβάρυνση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, με ποσοστό περίπου 53% του συνολικού κόστους εργασίας.
Ακολουθούν η Γερμανία, με περίπου 48%, και η Γαλλία, με 47%.
Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ διαμορφώνεται κοντά στο 35%, γεγονός που καθιστά τη βελγική επιβάρυνση περίπου μιάμιση φορά υψηλότερη.
Στην πράξη, όταν μια επιχείρηση στο Βέλγιο διαθέτει 100 ευρώ για το συνολικό κόστος απασχόλησης ενός μέσου εργαζομένου, περίπου 53 ευρώ αντιστοιχούν σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.
Το υπόλοιπο ποσό καταλήγει στον εργαζόμενο ως καθαρές αποδοχές.
Ο δείκτης δεν πρέπει να συγχέεται με τον ονομαστικό φόρο εισοδήματος, καθώς περιλαμβάνει και τις εισφορές του εργοδότη.
Αποτυπώνει, ωστόσο, το πραγματικό εύρος της διαφοράς ανάμεσα στο κόστος που αναλαμβάνει μια επιχείρηση και στο ποσό που τελικά λαμβάνει ο εργαζόμενος.
Κολομβία – Στο 35% η φορολογία επιχειρηματικών κερδών
Η σύγκριση των εταιρικών φόρων αναδεικνύει μια διαφορετική γεωγραφική κατανομή.
Η Κολομβία συγκαταλέγεται στις χώρες με την υψηλότερη φορολογία επιχειρηματικών κερδών, εφαρμόζοντας συντελεστή 35%.
Στη Γερμανία, η συνολική φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων κινείται περίπου στο 30%.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο ομοσπονδιακός συντελεστής είναι 21%, ενώ στην Ουγγαρία περιορίζεται μόλις στο 9%.
Η διαφορά μεταξύ Κολομβίας και Ουγγαρίας είναι εντυπωσιακή, καθώς ο πρώτος συντελεστής είναι σχεδόν τετραπλάσιος του δεύτερου.
Οι αποκλίσεις αυτές αποτελούν σημαντική παράμετρο στις επενδυτικές αποφάσεις των πολυεθνικών ομίλων.
Οι χαμηλοί εταιρικοί φόροι μπορούν να ενισχύσουν την ελκυστικότητα μιας οικονομίας για νέες επιχειρήσεις και διεθνή κεφάλαια, περιορίζοντας παράλληλα το ποσό που εισπράττεται ανά μονάδα φορολογητέων κερδών.
Αντίθετα, οι υψηλότεροι συντελεστές μπορούν να ενισχύσουν τα δημόσια έσοδα, αυξάνοντας όμως τη φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων.
Η επιλογή του κατάλληλου συντελεστή συνδέεται επομένως με την προσπάθεια εξισορρόπησης δύο στόχων: της προσέλκυσης επενδύσεων και της εξασφάλισης επαρκών δημοσίων εσόδων.
Επιπλέον, οι ονομαστικοί συντελεστές δεν αποτυπώνουν πάντοτε την τελική επιβάρυνση μιας εταιρείας, καθώς παρεμβάλλονται φοροαπαλλαγές, ειδικά καθεστώτα και άλλες επιβαρύνσεις.
Περσικός Κόλπος – Το πετρέλαιο και το μοντέλο χαμηλής φορολογίας
Στον αντίποδα των ευρωπαϊκών συστημάτων υψηλής φορολογίας βρίσκονται αρκετές οικονομίες του Περσικού Κόλπου.
Η μακροχρόνια εξάρτηση από τα έσοδα πετρελαίου και φυσικού αερίου επέτρεψε σε αυτές τις χώρες να χρηματοδοτούν μεγάλο μέρος των δημοσίων δαπανών τους χωρίς να βασίζονται στον ίδιο βαθμό στην άμεση φορολόγηση των πολιτών.
Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ο ΦΠΑ διαμορφώνεται μόλις στο 5%.
Στη Σαουδική Αραβία, ο αντίστοιχος συντελεστής φτάνει το 15%, παραμένοντας αισθητά χαμηλότερος από το 27% της Ουγγαρίας.
Η σύγκριση μεταξύ Ουγγαρίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων δείχνει ότι ο κανονικός συντελεστής ΦΠΑ της ευρωπαϊκής χώρας είναι περίπου 5,4 φορές υψηλότερος.
Οι χώρες του Κόλπου εισήγαγαν τον ΦΠΑ σχετικά πρόσφατα, στο πλαίσιο της προσπάθειας διαφοροποίησης των κρατικών εσόδων τους και περιορισμού της εξάρτησης από τους υδρογονάνθρακες.
Η χαμηλή φορολογία της κατανάλωσης αποτελεί ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του οικονομικού τους μοντέλου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απουσιάζουν άλλες μορφές φορολόγησης ή κρατικών επιβαρύνσεων.
Η διαφορά από την Ευρώπη εξηγείται σε σημαντικό βαθμό από την ύπαρξη εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης του προϋπολογισμού.
Τι δείχνουν οι μεγάλες διαφορές στη φορολογία
Η σύγκριση των διεθνών φορολογικών συστημάτων αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει μία χώρα που να επιβάλλει τους υψηλότερους φόρους σε όλες τις κατηγορίες.
Η Γαλλία προηγείται στη συνολική αναλογία φορολογικών εσόδων προς ΑΕΠ, η Φινλανδία συγκαταλέγεται στις χώρες με τους υψηλότερους συντελεστές προσωπικού εισοδήματος, η Ουγγαρία διαθέτει τον μεγαλύτερο κανονικό ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Βέλγιο εμφανίζει τη μεγαλύτερη φορολογική σφήνα στην εργασία.
Την ίδια ώρα, η Κολομβία επιβάλλει υψηλή φορολογία στα επιχειρηματικά κέρδη, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διατηρούν ιδιαίτερα χαμηλό ΦΠΑ.
Κάθε ένας από αυτούς τους δείκτες εξετάζει διαφορετική πλευρά της φορολογίας και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μεμονωμένα για να προσδιορίσει ποια οικονομία είναι συνολικά περισσότερο ή λιγότερο επιβαρυντική.
Το ύψος των φόρων επηρεάζεται από το μέγεθος του κοινωνικού κράτους, τις δημοσιονομικές ανάγκες, τη διάρθρωση της παραγωγής και τη δυνατότητα αξιοποίησης φυσικών πόρων ή άλλων πηγών εσόδων.
Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των χωρών δεν βρίσκεται μόνο στο πόσα εισπράττει το κράτος, αλλά και στο από ποιους τα εισπράττει και πώς αξιοποιεί τα χρήματα αυτά.
Αυτή είναι τελικά και η βασική διάσταση της παγκόσμιας φορολογικής εικόνας: διαφορετικές οικονομίες καλούνται να επιτύχουν την ίδια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών, την ανάπτυξη και τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.