search icon

business stories

Φρουροί της Επανάστασης: Η αθέατη επιχειρηματική αυτοκρατορία που ελέγχει την οικονομία του Ιράν

Ενώ εκατομμύρια Ιρανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με πληθωρισμό, ακρίβεια και ελλείψεις, τεράστια οικονομική ισχύς παραμένει συγκεντρωμένη γύρω από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας

Morteza Nikoubazl / NurPhoto / NurPhoto via AFP

Την ώρα που ο μέσος Ιρανός εργαζόμενος λαμβάνει περίπου 160 εκατομμύρια ριάλ τον μήνα, δηλαδή μόλις 116 δολάρια, η συνεχής άνοδος του κόστους ζωής κάνει την καθημερινότητα ολοένα δυσκολότερη. Ο υψηλός πληθωρισμός, οι ελλείψεις σε βασικά προϊόντα και οι επαναλαμβανόμενες διακοπές ηλεκτροδότησης ασκούν πλέον έντονες πιέσεις στα νοικοκυριά.

Στοιχεία του Στατιστικού Κέντρου του Ιράν τοποθετούν τον συνολικό πληθωρισμό στο 88,6% τον Ιούνιο του 2026. Την ίδια στιγμή, υπολογίζεται ότι από 32 έως 40 εκατομμύρια άνθρωποι, σε έναν πληθυσμό περίπου 92 εκατομμυρίων, βρίσκονται κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας. Το Ιράν συγκαταλέγεται παράλληλα στις χώρες με τις μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα διεθνώς, ενώ ο πόλεμος, οι κυρώσεις και η σοβαρότερη ξηρασία των τελευταίων 40 ετών έχουν επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις οικονομικές συνθήκες.

Οι πιέσεις αυτές, ωστόσο, φαίνεται ότι έχουν πολύ μικρότερο αντίκτυπο στους σκληροπυρηνικούς κύκλους που βρίσκονται κοντά στην εξουσία. Αντιθέτως, σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις, η αυξανόμενη οικονομική αβεβαιότητα ενισχύει την επιθυμία τους να προστατεύσουν τον πλούτο και τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει.

Η πραγματικότητα αυτή απέχει σημαντικά από τη δημόσια εικόνα που επί χρόνια προέβαλλε η ιρανική ηγεσία. Ο αποβιώσας Ανώτατος Ηγέτης, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, επιδίωκε να εμφανίζεται ως ένας λιτός ηγέτης με περιορισμένες προσωπικές ανάγκες. Στις επίσημες δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης παρουσιαζόταν με περιουσία περίπου 50.000 δολαρίων, ενώ επαναλάμβανε ότι βρίσκεται κοντά στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα και ότι ζει με επίπεδο διαβίωσης χαμηλότερο από τον μέσο όρο.

Πίσω από το συγκεκριμένο προφίλ, όμως, αναλυτές περιγράφουν την ύπαρξη μιας τεράστιας οικονομικής αυτοκρατορίας, στην οποία η κρατική εξουσία και ο έλεγχος του πλούτου ήταν στενά συνδεδεμένα. Σε αντίθεση με άλλα αυταρχικά συστήματα, όπου ο προσωπικός πλουτισμός στηρίζεται κυρίως στη διαφθορά, στις offshore δομές και στις ιδιωτικές περιουσίες, στην περίπτωση Χαμενεΐ η βασική πηγή οικονομικής ισχύος αποδίδεται στον έλεγχο κρατικών θεσμών και σημαντικών πόρων της ιρανικής οικονομίας.

Αυτό, πάντως, δεν αποκλείει την ύπαρξη ιδιωτικής περιουσίας. Ο Χαμενεΐ φέρεται να βρισκόταν στην κορυφή ενός διεθνούς επενδυτικού δικτύου που περιλάμβανε πολυτελή ακίνητα στην Ισπανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και αλλού. Μεταξύ των επενδύσεων αναφέρονται θέρετρα και γήπεδα γκολφ στη Μαγιόρκα και στη Μαρμπέγια, με την οικογένεια του Αγιατολάχ να φέρεται ότι ενίσχυσε την παρουσία της στις συγκεκριμένες περιοχές μετά τις μεγάλες αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις του 2022, στο πλαίσιο διαφοροποίησης των περιουσιακών της στοιχείων.

Περιουσιακά στοιχεία και κεφάλαια που συνδέονται με την οικογένεια φέρονται επίσης να έχουν τοποθετηθεί στη Βενεζουέλα, στη Συρία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ειδικά η Βενεζουέλα περιγράφεται ως ένας από τους κόμβους μέσω των οποίων μπορούσε να διευκολυνθεί η μεταφορά και η διασφάλιση περιουσίας σε περίπτωση σοβαρής πολιτικής αναταραχής ή ακόμη και κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος.

Παρά την εικόνα προσωπικής λιτότητας, ορισμένες εκτιμήσεις τοποθετούν την περιουσία που συνδεόταν με τον πρώην Ανώτατο Ηγέτη μεταξύ 100 και 200 δισ. δολαρίων. Πρόκειται για ποσό μεγαλύτερο ακόμη και από τα ετήσια έσοδα της χώρας από τις εξαγωγές πετρελαίου. Σύμφωνα με πρόσφατους υπολογισμούς, το Ιράν εξασφάλισε περισσότερα από 11 δισ. δολάρια από το πετρέλαιο κατά τη διάρκεια του πολέμου και επιπλέον 6,5 δισ. δολάρια κατά την περίοδο της εκεχειρίας.

Σημαντικό μέρος αυτού του πλούτου εκτιμάται ότι εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τον έλεγχο της οικογένειας. Ο γιος του Χαμενεΐ και σημερινός Ανώτατος Ηγέτης, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, φέρεται να ελέγχει περιουσιακά στοιχεία αξίας τουλάχιστον 3 δισ. δολαρίων στο Ηνωμένο Βασίλειο, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς να εμφανίζεται επισήμως ως ιδιοκτήτης στα σχετικά έγγραφα. Κατά τις ίδιες εκτιμήσεις, τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία αξιοποιούνται τόσο για τη διοχέτευση και νομιμοποίηση κεφαλαίων όσο και για τη χρηματοδότηση οργανισμών που βρίσκονται υπό την επιρροή του.

Πώς γιγαντώθηκε η Setad

Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 δημιουργήθηκε η Setad Ejraiye Farmane Hazrate Emam, γνωστή ως Setad, με αρχική αποστολή τη διαχείριση περιουσιών που είχαν εγκαταλειφθεί μετά την πτώση του Σάχη. Ο οργανισμός σχεδιάστηκε αρχικά ως προσωρινός μηχανισμός, με διάρκεια λειτουργίας δύο ετών και με δηλωμένο φιλανθρωπικό προσανατολισμό.

Στην πορεία, όμως, η Setad μεταμορφώθηκε σε έναν από τους ισχυρότερους οικονομικούς μηχανισμούς του ιρανικού καθεστώτος. Πολλά από τα ακίνητα που πέρασαν στον έλεγχό της φέρεται ότι δεν ήταν στην πραγματικότητα εγκαταλελειμμένα. Ιδιοκτήτες που χαρακτηρίζονταν αντίπαλοι του καθεστώτος καλούνταν ακόμη και να πληρώνουν ενοίκιο για τις δικές τους περιουσίες, ενώ σε περίπτωση άρνησης μπορούσαν να εκδιωχθούν. Στη συνέχεια, τα ακίνητα αξιοποιούνταν από κρατικούς φορείς ή πωλούνταν, δημιουργώντας πρόσθετα έσοδα.

Κατά την περίοδο Χαμενεΐ, η Setad εξελίχθηκε από έναν οργανισμό με υποτιθέμενη φιλανθρωπική αποστολή σε έναν τεράστιο οικονομικό όμιλο. Τα κεφάλαιά της διοχετεύθηκαν σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας, μεταξύ των οποίων οι τηλεπικοινωνίες, τα φάρμακα, η αυτοκινητοβιομηχανία, οι υποδομές και η υγεία, ενώ οι δραστηριότητές της έφτασαν ακόμη και στον τομέα της εκτροφής στρουθοκαμήλων.

Την ίδια ώρα, επιχειρηματίες φέρεται να δέχονταν πιέσεις για την καταβολή τελών ή άλλων πληρωμών προς εταιρείες που συνδέονταν με το περιβάλλον της οικογένειας Χαμενεΐ, προκειμένου να μπορούν να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους. Με αυτόν τον τρόπο, το δίκτυο οικονομικής επιρροής εξαπλώθηκε σε μεγάλο τμήμα της ιρανικής οικονομίας, χωρίς να είναι ξεκάθαρο ποιο ποσοστό των εσόδων χρησιμοποιούνταν τελικά για κοινωνικές ή φιλανθρωπικές δράσεις.

Έρευνα του Reuters το 2013 είχε αναφέρει ότι η Setad λογοδοτούσε αποκλειστικά στον Ανώτατο Ηγέτη, χωρίς να υπόκειται σε ουσιαστικό κοινοβουλευτικό ή ανεξάρτητο οικονομικό έλεγχο. Ήδη από το 2008, το ιρανικό Κοινοβούλιο είχε αποφασίσει την εξαίρεσή της από την κοινοβουλευτική εποπτεία. Παράλληλα, ο οργανισμός δεν επιβαρύνεται με φόρους και χρησιμοποιεί ένα πολύπλοκο πλέγμα εταιρικών και υπεράκτιων δομών.

Σε αντίθεση με τον Σάχη, ο οποίος δεν έκρυβε τον προσωπικό του πλούτο, ο Χαμενεΐ επέλεξε να διατηρήσει δημόσια ένα πολύ πιο λιτό προφίλ. Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική δομή που αναπτύχθηκε στη διάρκεια της ηγεσίας του εκτιμάται ότι απέκτησε μεγαλύτερες διαστάσεις από εκείνη της μοναρχικής περιόδου. Η ακίνητη περιουσία της Setad από μόνη της υπολογίζεται σε περισσότερα από 50 δισ. δολάρια, ενώ ήδη από το 2008 τα εταιρικά περιουσιακά στοιχεία που συνδέονταν με τον οργανισμό εκτιμώνταν περίπου στα 43 δισ. δολάρια.

Η επιχειρηματική αυτοκρατορία των Φρουρών της Επανάστασης

Τεράστια οικονομική επιρροή έχει αποκτήσει παράλληλα το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), το οποίο με την πάροδο των ετών έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς παράγοντες του Ιράν. Η παρουσία του εκτείνεται από το πετρέλαιο, τις μεταφορές και τις τηλεπικοινωνίες έως τις τράπεζες, τη γεωργία, την υγειονομική περίθαλψη και την αγορά ακινήτων.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την οικονομική δραστηριότητα διαδραματίζει η Khatam al-Anbiya, ο κατασκευαστικός και μηχανικός βραχίονας των Φρουρών της Επανάστασης. Ο οργανισμός έχει αναλάβει έργα αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και δραστηριοποιείται σε υποδομές, ενέργεια, εξορύξεις, μεταφορές, υγεία και εκπαίδευση.

Οι Φρουροί διαθέτουν επίσης επιρροή σε ένα ευρύ δίκτυο ιδρυμάτων, τα λεγόμενα «bonyads», τα οποία λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως ημι-ιδιωτικά οικονομικά μονοπώλια. Ήδη από το 2013 τα ιδρύματα αυτά εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο οικονομικό σύμπλεγμα που, σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις, αντιστοιχούσε σε περισσότερο από το μισό ΑΕΠ του Ιράν.

Οι διεθνείς κυρώσεις, αντί να αποδυναμώσουν πλήρως αυτή την οικονομική επιρροή, φαίνεται ότι δημιούργησαν νέες ευκαιρίες δραστηριοποίησης στη μαύρη αγορά. Οι Φρουροί της Επανάστασης κατηγορούνται για συμμετοχή σε δίκτυα παράνομης διακίνησης προϊόντων, όπως αλκοόλ, ναρκωτικά, όπλα και καπνικά προϊόντα. Παράλληλα, φέρονται να ελέγχουν σημαντικό τμήμα των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, αξιοποιώντας έναν «σκιώδη στόλο» δεξαμενόπλοιων και παραποιημένα έγγραφα με στόχο την παράκαμψη των διεθνών κυρώσεων.

Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες εκτιμάται ότι μπορούν να αποφέρουν από 12,4 έως 25 δισ. δολάρια σε ετήσια βάση, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την οικονομική αυτονομία και την επιρροή των Φρουρών της Επανάστασης.

Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ενός συστήματος στο οποίο μεγάλο μέρος του ιρανικού πληθυσμού βρίσκεται αντιμέτωπο με αυξανόμενη οικονομική ανασφάλεια, την ώρα που σημαντικός πλούτος παραμένει συγκεντρωμένος γύρω από τον Ανώτατο Ηγέτη, τους Φρουρούς της Επανάστασης και τους θεσμούς που συνδέονται με το καθεστώς.

Έτσι, παρά τις σοβαρές επιπτώσεις του πολέμου με τις ΗΠΑ, των διεθνών κυρώσεων και των πληγμάτων στις οικονομικές και στρατιωτικές υποδομές της χώρας, η πολιτική και οικονομική ελίτ του Ιράν εμφανίζεται, σύμφωνα με αναλυτές, να έχει προστατευθεί σε μεγάλο βαθμό από τις συνέπειες. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στις πιέσεις που βιώνει η κοινωνία και στην οικονομική ασφάλεια των ισχυρότερων κύκλων του καθεστώτος εκτιμάται ότι περιορίζει και τα κίνητρα της ηγεσίας για την επίτευξη μιας ευρύτερης συμφωνίας.

Διαβάστε ακόμη

Επενδυτικό μπαράζ από τους Ελληνες εφοπλιστές

Tα ραντεβού για νέες γνωριμίες έγιναν είδος πολυτελείας

Forbes 50 Over 50: Οι 200 γυναίκες που ξεχωρίζουν σε επιχειρήσεις, επενδύσεις και καινοτομία

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version