Το MIT κατέλαβε την πρώτη θέση στη φετινή κατάταξη των κορυφαίων πανεπιστημίων των ΗΠΑ, που δημοσιεύει το U.S. News & World Report. Είναι η πρώτη φορά από το 2012 που το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον δεν βρίσκεται στην κορυφή της συγκεκριμένης κατάταξης.
Η αλλαγή αυτή δεν φαίνεται να αντανακλά κάποια σημαντική διαφορά στην ποιότητα της εκπαίδευσης που παρέχουν το MIT και το Πρίνστον. Αντίθετα, οφείλεται κυρίως σε μια περιορισμένη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο το U.S. News αξιολογεί και κατατάσσει τα πανεπιστήμια.
Στη φετινή κατάταξη, το U.S. News πρόσθεσε ένα νέο κριτήριο, το οποίο λαμβάνει υπόψη το εισόδημα των αποφοίτων των πανεπιστημίων ανάλογα με το αντικείμενο σπουδών τους. Το MIT σημείωσε την υψηλότερη επίδοση στο συγκεκριμένο κριτήριο. Σύμφωνα με τον Έρικ Μπρουκς, διευθυντή ανάλυσης εκπαιδευτικών δεδομένων του U.S. News, «η επίδοση αυτή συνέβαλε στην κατάκτηση της πρώτης θέσης από το MIT».
Εκτός από το MIT, αρκετά ακόμη πανεπιστήμια που έχουν ισχυρή παρουσία στους τομείς της μηχανικής, των φυσικών επιστημών και των μαθηματικών βελτίωσαν τη θέση τους στη φετινή κατάταξη. Το California Institute of Technology ανέβηκε έξι θέσεις και βρέθηκε στην 5η θέση, ενώ το Πανεπιστήμιο Carnegie Mellon ανέβηκε επίσης έξι θέσεις, καταλαμβάνοντας την 14η θέση. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος του Stevens Institute of Technology, το οποίο ανέβηκε 21 θέσεις και έφτασε στην 59η θέση της κατάταξης. Σύμφωνα με τον Μπρουκς, τα συγκεκριμένα πανεπιστήμια «σημείωσαν ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις στο νέο κριτήριο που αφορά το εισόδημα των αποφοίτων».
Η νέα έμφαση που δίνει το U.S. News στο εισόδημα των αποφοίτων αντανακλά τις αυξανόμενες ανησυχίες γονέων και φοιτητών για το κόστος και την αξία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τη Gallup, μόλις το 38% των Αμερικανών δηλώνει ότι έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ, έναντι 57% το 2015. Το υψηλό κόστος των σπουδών, αλλά και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι απόφοιτοι στην εύρεση των πρώτων θέσεων εργασίας τους, ιδιαίτερα σε μια αγορά εργασίας που αλλάζει λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, έχουν εντείνει αυτές τις ανησυχίες.
«Η αλλαγή στη μεθοδολογία του U.S. News ανταποκρίνεται σε αυτό που αναζητούν οι φοιτητές και οι οικογένειές τους από μια πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Οι φοιτητές θέλουν να έχουν πρόσβαση σε καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας μετά την αποφοίτησή τους και να γνωρίζουν ότι τα χρήματα που δαπανούν για τις σπουδές τους θα έχουν αντίστοιχο όφελος», σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Κέλχεν, καθηγητή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί.
Η προσθήκη του νέου κριτηρίου για το εισόδημα των αποφοίτων αποτελεί την πιο πρόσφατη από μια σειρά αλλαγών που έχει εφαρμόσει το U.S. News τα τελευταία χρόνια, με στόχο οι κατατάξεις του να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στο κατά πόσο τα πανεπιστήμια συμβάλλουν στην επαγγελματική πορεία των αποφοίτων τους και λιγότερο στο πόσο επιλεκτικά είναι κατά την εισαγωγή φοιτητών. Ο οργανισμός έχει επικριθεί επειδή η προηγούμενη μεθοδολογία μπορούσε να ενθαρρύνει τα πανεπιστήμια να επιλέγουν φοιτητές που θεωρούνταν ήδη πιθανό να έχουν επιτυχία, αντί να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη βελτίωση των αποτελεσμάτων των φοιτητών τους, σύμφωνα με το morningstar.com.
Αλλαγή στη μεθοδολογία
Το νέο κριτήριο εξετάζει το εισόδημα των αποφοίτων που είχαν λάβει ομοσπονδιακή οικονομική ενίσχυση για τις σπουδές τους και των οποίων το υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης είναι το πτυχίο. Η αξιολόγηση βασίζεται στο εισόδημά τους τέσσερα χρόνια μετά την αποφοίτησή τους. Με αυτόν τον τρόπο, το U.S. News επιδιώκει να περιορίσει την επίδραση που μπορεί να έχουν η οικογενειακή οικονομική κατάσταση και οι οικογενειακές διασυνδέσεις στο εισόδημα των αποφοίτων.
Επιπλέον, τα πανεπιστήμια αξιολογούνται με βάση το εισόδημα των αποφοίτων τους σε κάθε ξεχωριστό αντικείμενο σπουδών. Έτσι, το U.S. News συγκρίνει πανεπιστήμια που προσφέρουν το ίδιο αντικείμενο σπουδών, ώστε να μην ευνοούνται εκείνα που διαθέτουν περισσότερα προγράμματα σπουδών σε κλάδους οι οποίοι οδηγούν, κατά κανόνα, σε υψηλότερες αποδοχές.
«Προσπαθούν να λαμβάνουν υπόψη το αντικείμενο σπουδών των φοιτητών, κάτι που είναι θετικό», δήλωσε ο Κέλχεν. Ωστόσο, εξέφρασε αμφιβολίες για το πόσο λεπτομερώς μπορεί να γίνει αυτή η προσαρμογή και κατά πόσο είναι πρακτικά εφικτό. Ο Κέλχεν είναι υπεύθυνος για την επεξεργασία των δεδομένων στο Washington Monthly, το οποίο δημοσιεύει επίσης κατάταξη πανεπιστημίων. Όπως ανέφερε, το Washington Monthly χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια έναν δείκτη που αφορά το εισόδημα των αποφοίτων και προσπαθεί να λαμβάνει υπόψη το αντικείμενο σπουδών τους, κάτι που όμως «δεν είναι πάντα εύκολο».
Πράγματι, αρκετά από τα πανεπιστήμια που σημείωσαν άνοδο στη φετινή κατάταξη προσφέρουν πολλά προγράμματα σπουδών σε κλάδους που οδηγούν συνήθως σε υψηλότερα εισοδήματα. Σύμφωνα με τον Μπρουκς, αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι απόφοιτοι ορισμένων «ιδιαίτερα επιλεκτικών πανεπιστημίων με τεχνικό προσανατολισμό» έχουν υψηλότερα εισοδήματα ακόμη και όταν συγκρίνονται με αποφοίτους του ίδιου κλάδου. Για παράδειγμα, στον τομέα της επιστήμης των υπολογιστών, ένας απόφοιτος που εργάζεται στην ποσοτική χρηματοοικονομική μπορεί να έχει υψηλότερες αποδοχές από έναν προγραμματιστή λογισμικού.
Ο πρόεδρος Ναριμάν Φαρβαρντίν του Stevens Institute of Technology, το οποίο κατέλαβε την 59η θέση, δήλωσε ότι η επαγγελματική πορεία και τα αποτελέσματα των αποφοίτων «αποτελούν βασική προτεραιότητα» του πανεπιστημίου τουλάχιστον από το 2011, όταν ανέλαβε την προεδρία του ιδρύματος.
«Η επιτυχία των φοιτητών αποτελεί διαχρονικά μία από τις βασικές μας προτεραιότητες. Δεν μας ενδιαφέρει μόνο να ολοκληρώνουν τις σπουδές τους, αλλά και να τους βοηθούμε να ξεκινούν μια επιτυχημένη επαγγελματική πορεία», ανέφερε.
Προκειμένου να βοηθήσει τους φοιτητές να βρουν καλές θέσεις εργασίας μετά την αποφοίτησή τους, το πανεπιστήμιο φροντίζει να ανανεώνει το πρόγραμμα σπουδών και να διατηρεί υψηλές ακαδημαϊκές απαιτήσεις. Παράλληλα, δίνει έμφαση στην προσέλκυση καταρτισμένων καθηγητών και στην ουσιαστική υποστήριξη των φοιτητών από το διδακτικό προσωπικό. Σε αυτά συμβάλλει και η, όπως τη χαρακτήρισε ο Φαρβαρντίν, «αξιοζήλευτη τοποθεσία» του πανεπιστημίου στο Χόμποκεν του Νιου Τζέρσεϊ, απέναντι από τη Νέα Υόρκη, στην άλλη πλευρά του ποταμού Χάντσον.
«Προσπαθούμε να αναπτύσσουμε στενές σχέσεις με τον επιχειρηματικό κόσμο», ανέφερε. Η πλειονότητα των φοιτητών συμμετέχει σε προγράμματα πρακτικής άσκησης και συνεργασίας με επιχειρήσεις. Έτσι, μέχρι να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, έχουν ήδη αποκτήσει επαγγελματικές επαφές με εργοδότες, γεγονός που μπορεί να τους βοηθήσει να βρουν εργασία με καλές αποδοχές και να αποπληρώσουν τα φοιτητικά τους δάνεια», σύμφωνα με τον ίδιο.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, το μεσαίο εισόδημα των αποφοίτων του Stevens που είχαν λάβει οικονομική ενίσχυση ανέρχεται, τέσσερα χρόνια μετά την αποφοίτησή τους, σε 112.538 δολάρια. Το ποσό αυτό είναι σχεδόν διπλάσιο από το αντίστοιχο εθνικό μεσαίο εισόδημα των αποφοίτων τετραετών πανεπιστημίων, το οποίο ανέρχεται σε 60.377 δολάρια.
Ο Φαρβαρντίν δηλώνει ικανοποιημένος από την αναγνώριση που έλαβε το πανεπιστήμιο και από το γεγονός ότι γίνεται περισσότερο γνωστή η έμφαση που δίνει στην επαγγελματική επιτυχία των αποφοίτων του. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η θέση ενός πανεπιστημίου στην κατάταξη μπορεί να αλλάξει σημαντικά από τη μία χρονιά στην άλλη, χωρίς να έχει αλλάξει αντίστοιχα και το ίδιο το πανεπιστήμιο.
«Κανένα πανεπιστήμιο δεν αλλάζει τόσο πολύ, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο, μέσα σε μόλις έναν χρόνο», ανέφερε. Όπως είπε, αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν σχεδιάζει τη λειτουργία και τις προτεραιότητες του πανεπιστημίου με βάση τη θέση του στις κατατάξεις.
Υποχώρηση για ορισμένα κορυφαία δημόσια πανεπιστήμια
Το νέο κριτήριο που εξετάζει το εισόδημα των αποφοίτων ανά αντικείμενο σπουδών αντικατέστησε ένα προηγούμενο κριτήριο, το οποίο αφορούσε το τυπικό ύψος του ομοσπονδιακού φοιτητικού χρέους των αποφοίτων.
Ο Κέλχεν επισήμανε, ωστόσο, ότι το νέο κριτήριο παρουσιάζει ορισμένες δυσκολίες. Μεταξύ άλλων, τα κυβερνητικά στοιχεία στα οποία βασίστηκε το U.S. News αφορούν δεδομένα αρκετών ετών πριν, ενώ το ύψος των ομοσπονδιακών φοιτητικών δανείων δεν παρουσιάζει μεγάλες διαφορές μεταξύ προπτυχιακών φοιτητών, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θέτει ανώτατα όρια στο ποσό που μπορούν να δανειστούν. Συγκεκριμένα, οι φοιτητές του πρώτου έτους μπορούν να δανειστούν έως 5.500 δολάρια, του δεύτερου έτους έως 6.500 δολάρια και του τρίτου έτους και άνω έως 7.500 δολάρια.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Κέλχεν, η αλλαγή αυτή στη μεθοδολογία επηρεάζει σε κάποιο βαθμό και τις προτεραιότητες των πανεπιστημίων.
«Τα πανεπιστήμια που έχουν σχετικά υψηλό φοιτητικό χρέος αλλά και υψηλά εισοδήματα αποφοίτων θα μπορούσαν να ανέβουν στην κατάταξη, καθώς το χρέος δεν αποτελεί πλέον κριτήριο, ενώ το εισόδημα έχει προστεθεί στα κριτήρια αξιολόγησης», ανέφερε. Όπως εξήγησε, η προηγούμενη αξιολόγηση του φοιτητικού χρέους λειτουργούσε ως κίνητρο για τα πανεπιστήμια να διατηρούν το κόστος των σπουδών σε πιο προσιτά επίπεδα.
Αρκετά δημόσια πανεπιστήμια υποχώρησαν στη φετινή κατάταξη. Μεταξύ των 25 κορυφαίων πανεπιστημίων, το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ υποχώρησε κατά πέντε θέσεις, ενώ το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες υποχώρησε κατά τρεις θέσεις και βρέθηκε στην 20ή. Το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν έπεσε επίσης πέντε θέσεις και κατέλαβε την 25η θέση. Ακόμη χαμηλότερα στην κατάταξη, το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ και το Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον υποχώρησαν κατά επτά θέσεις.
Πανεπιστήμια που είναι γνωστά για την ικανότητά τους να προσφέρουν στους φοιτητές καλύτερες οικονομικές προοπτικές, όπως το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μέρσεντ και το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Ρίβερσαϊντ, υποχώρησαν επίσης στην κατάταξη.
«Ένα κριτήριο που λαμβάνει υπόψη το πόσο οικονομικά προσιτές είναι οι σπουδές λειτουργεί σε κάποιο βαθμό υπέρ των δημόσιων πανεπιστημίων», δήλωσε ο Κέλχεν.
Οι αλλαγές στα κριτήρια αξιολόγησης, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζουν την αντίληψη για το τι χαρακτηρίζει ένα «καλό πανεπιστήμιο», είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι υπεύθυνοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εκφράζουν κάθε χρόνο την αντίθεσή τους στην υπερβολική επιρροή των πανεπιστημιακών κατατάξεων.
«Αν το δούμε συνολικά, ποιος είναι ο σκοπός αυτών των κατατάξεων; Υποθέτω ότι απευθύνονται σε φοιτητές που προσπαθούν να αποφασίσουν σε ποιο πανεπιστήμιο θα σπουδάσουν», δήλωσε ο Ζάκαρι Μπλίμερ, οικονομολόγος στο Πρίνστον με ειδίκευση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. «Αν αυτός είναι ο σκοπός τους, τότε καταλαβαίνω γιατί οι φοιτητές θα ενδιαφέρονταν για μια κατάταξη που βασίζεται στην πορεία των αποφοίτων στην αγορά εργασίας».
«Ωστόσο», όπως πρόσθεσε, «αυτές οι πληροφορίες μπορεί να μην είναι τόσο χρήσιμες όταν η κατάταξη ευνοεί πανεπιστήμια με πιο εξειδικευμένο προσανατολισμό. Σε τέτοια πανεπιστήμια φοιτούν συχνά περισσότεροι φοιτητές που επιλέγουν κλάδους με υψηλές αποδοχές και έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και υψηλές επιδόσεις σε αυτούς. Επομένως, τα υψηλότερα εισοδήματα των αποφοίτων τους δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα μόνο την επίδραση του ίδιου του πανεπιστημίου».
«Αν η αλλαγή αυτή αντανακλά την επιθυμία των νέων να έχουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το ποια πανεπιστήμια μπορούν να τους οδηγήσουν σε οικονομική επιτυχία, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, τότε αυτή είναι η κατάταξη που προκύπτει», ανέφερε.
Η έρευνα του Μπλίμερ δείχνει, πράγματι, ότι τα κορυφαία και ιδιαίτερα επιλεκτικά ιδιωτικά και δημόσια πανεπιστήμια προσφέρουν στους φοιτητές διαφορετικές εκπαιδευτικές δυνατότητες, καθώς διαθέτουν περισσότερους πόρους για να επενδύσουν σε κάθε φοιτητή. Σύμφωνα με την έρευνά του, με την πάροδο του χρόνου το χάσμα μεταξύ αυτών των πανεπιστημίων, τα οποία τείνουν να προσελκύουν φοιτητές από πιο εύπορα οικογενειακά περιβάλλοντα, και των υπόλοιπων πανεπιστημίων έχει διευρυνθεί.
«Ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις πανεπιστημιακές κατατάξεις, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες διαφορές στον τρόπο με τον οποίο τα πανεπιστήμια εκπαιδεύουν τους φοιτητές τους», δήλωσε. «Δεν γνωρίζω αν η βαρύτητα που δίνει το U.S. News στα διάφορα κριτήρια είναι ο κατάλληλος τρόπος για να καθοριστεί ποια είναι τα καλύτερα πανεπιστήμια. Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ τους είναι σημαντικές και, με την πάροδο του χρόνου, γίνονται ακόμη μεγαλύτερες».
Παρά τις σημαντικές αυτές διαφορές μεταξύ των πανεπιστημίων, οι μικρές μεταβολές στις θέσεις των κορυφαίων ιδρυμάτων, στις οποίες δίνουν τόσο μεγάλη σημασία τα μέσα ενημέρωσης και ο χώρος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πιθανότατα δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία.
«Το να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει ένα πανεπιστήμιο δύο θέσεις στην κατάταξη δεν θα έπρεπε να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί», δήλωσε ο Κέλχεν. «Ωστόσο, τα πανεπιστήμια, ιδιαίτερα εκείνα που βρίσκονται στην κορυφή, ενδιαφέρονται πραγματικά για το κύρος τους. Και αυτή είναι μια αλλαγή που δεν μπορούν να ελέγξουν, γεγονός που προφανώς δεν τους είναι ευχάριστο».
Διαβάστε ακόμη:
Αναβαθμίζεται ο κίνδυνος στις τραπεζικές χορηγήσεις για επιχειρήσεις και ιδιώτες (πίνακας)
Bloomberg: Το στοίχημα της Μαρίας Αγγελικούση στην Nvidia – Πώς αλλάζει το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
