Ενέργεια

Απόβλητα: Ανοίγει η αυλαία για τις τρεις μεγάλες ΣΔΙΤ Αθήνας – Θεσσαλονίκης εκτιμώμενης αξίας €1 δισ.

  • Μαριάννα Τζάννε


Στις 26 Ιουλίου η εκδήλωση ενδιαφέροντος για τα έργα απορριμμάτων, με ποιος όρους θα τρέξουν οι τρεις διαγωνισμοί - Ποιοι μεγάλοι όμιλοι μπαίνουν στην κούρσα για τα έργα 

Σε θέση εντατικής προετοιμασίας για την διεκδίκηση των τριών ΣΔΙΤ- γίγας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη μπαίνουν μεγάλοι τεχνικοί και βιομηχανικοί όμιλοι της χώρας αφού οι διαγωνισμοί για τα έργα προκηρύσσονται ταυτόχρονα και με ημερομηνία εκδήλωσης ενδιαφέροντος την 26η Ιουλίου. Πρόκειται για τα μεγαλύτερα έργα σύμπραξης μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα εκτιμώμενης αξίας 1 δισ. ευρώ, τα οποία βγαίνουν στον αέρα με καθυστέρηση μια πενταετίας από τον πάγο που είχε βάλει ο ΣΥΡΙΖΑ και τα οποία αναμένεται να αλλάξουν άρδην την εικόνα της διαχείρισης των απορριμμάτων στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας.

Τα τρία εργοστάσια σύμμεικτων αποβλήτων σε Φυλή, Σχιστό και στον Δυτικό τομέα Θεσσαλονίκης, με βάση τα τεύχη δημοπράτησης θα είναι συνολικής δυναμικότητας άνω του 1 εκατομμυρίου τόνου αποβλήτων, ωστόσο o τελικός σχεδιασμός των μονάδων θα καθοριστεί σε δεύτερη φάση κατά το στάδιο του ανταγωνιστικού διαλόγου. Για παράδειγμα, το νέο εργοστάσιο στη Φυλή αναφέρεται ότι θα είναι συνολικής δυναμικότητας 450.000 τόνων σε ετήσια βάση, αλλά υπάρχει  ρόβλεψη ακόμη και να διπλασιαστεί.

Οι διαγωνισμοί ανάβουν φωτιές και στα επιτελεία των υποψηφίων που τις τελευταίες εβδομάδες έχουν εντατικοποιήσει τις διεργασίες για τη δημιουργία των σχημάτων που θα διεκδικήσουν τους τρεις διαγωνισμούς, βάζοντας στο παιχνίδι πέρα των παραδοσιακών εταιρειών όπως η ΗΛΕΚΤΩΡ και η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, και τους ομίλους της ΔΕΗ, Βαρδινογιάννη και  Μυτιληναίου. Οι δύο τελευταίοι βρίσκονται στο τελικό στάδιο για τη διαμόρφωση των κοινοπραξιών με τις πληροφορίες να τις φέρνουν πολύ κοντά με τις εταιρείες Thalis Μεσόγειος αντίστοιχα ενώ σε πυρετώδεις διαδικασίες για την προετοιμασία των ΣΔΙΤ είναι και η ΙΝΤΡΑΚΆΤ, η οποία βάζει πλάνο για ευρύ σχέδιο αναδιάρθρωσης με σκοπό την ενίσχυση των δραστηριοτήτων της. Προς αυτή την κατεύθυνση προετοιμάζεται η επιστροφή δραστηριοτήτων όπως το real estate και έργα ΑΠΕ (αιολικά, φωτοβολταϊκά  κ.α) που είχαν φύγει προ τριετίας από την τεχνική εταιρεία και είχαν πάει στην Ιντρακόμ ή ανήκουν σε άλλες συγγενείς εταιρείες.

Σε δύο φάσεις οι διαγωνισμοί – Μέχρι 6 στην προεπιλογή

Οι διαγωνισμοί για τα ΣΔΙΤ χωρίζονται σε δύο στάδια. Το πρώτο είναι η εκδήλωση ενδιαφέροντος, η οποία προγραμματίζεται τον επόμενο μήνα και θα ακολουθήσει ο ανταγωνιστικός διάλογος που θα καθορίσει όλες τις πτυχές της διαγωνιστικής διαδικασίας (τεχνικές, χρηματοοικονομικές, νομικές) και κατόπιν η υποβολή δεσμευτικών προσφορών.

Οι δύο αναθέτουσες αρχές (Φορέας διαχείρισης αποβλήτων Αττικής και ο αντίστοιχος ΦΟΔΣΑ Κεντρικής Μακεδονίας) θα περιορίσουν τον αριθμό των εταιρειών ή κοινοπραξιών που θα προεπιλεγούν σε έξι. Οι ανάδοχοι θα αναλάβουν το σύνολο των μελετών των έργων και των συναφών αδειών και εγκρίσεων, την κατασκευή, την λειτουργία και συντήρηση αλλά και την χρηματοδότηση με ίδια και δανειακά κεφάλαια των ΣΔΙΤ όπως επίσης και την εμπορική εκμετάλλευση μέρους ή του συνόλου των παραγόμενων δευτερογενών προϊόντων.

Για τη Φυλή με βάση την προκήρυξη ο εκτιμώμενος προϋπολογισμός ορίζεται σε 461.200.000 (χωρίς ΦΠΑ) με προβλεπόμενη ημερομηνία πρόσκλησης υποβολής προσφορών την 22α  Νοεμβρίου του 2021, περίοδος όμως που εκτιμάται ότι είναι ενδεικτική καθώς οι υποψήφιες εταιρείες εκτιμούν ότι ο χρόνος αυτός θα είναι περίπου σε 12 μήνες από σήμερα.

Με την έναρξη της λειτουργίας του εργοστασίου, η αναθέτουσα αρχή θα καταβάλλει περιοδικές πληρωμές διαθεσιμότητας, οι οποίες ενδεικτικά υπολογίζονται σε 382,6 εκατ. ευρώ, καθώς το τελικό ποσό θα οριστικοποιηθεί με βάση την τεχνική λύση και τον ανταγωνιστικό διάλογο.  Η χρηματοδοτική συμβολή του δημοσίου εκτιμάται να διαμορφωθεί σε 75 εκατ. ευρώ και η διάρκεια της σύμβασης ορίζεται σε 30 έτη, από τα οποία τα 3 είναι η δοκιμαστή λειτουργία.

Αντικείμενο του ανταγωνιστικού διαλόγου θα αποτελέσει και η διάθεση του υπολείμματος επεξεργασίας της μονάδας και της περαιτέρω επεξεργασίας του ώστε να διερευνηθεί εάν θα χρειαστεί η κατασκευή ΧΥΤΥ.

Αντίστοιχα για την μονάδα στο Σχιστό, το κόστος υπολογίζεται σε 300.700.000 ευρώ με την εκτιμώμενη συμμετοχή του δημοσίου σε 47,5 εκατ. ευρώ και τις  πληρωμές διαθεσιμότητας σε 253,2 εκατ. ευρώ. Το Σχιστό υπολογίζεται να διαχειρίζεται κατ΄ελάχιστον 323.000 τόνους όμως και εδώ ο ακριβής αριθμός θα καθοριστεί στα επόμενα στάδια της διαγωνιστικής διαδικασίας και θα διαμορφωθεί σύμφωνα με τα τεύχη (συν –πλην) 40%. Η διάρκεια της σύμβασης προβλέπεται σε 29 έτη (2 χρόνια δοκιμαστική λειτουργία).

Για τη μονάδα της Θεσσαλονίκης χρηματοδοτική συμβολή του δημοσίου υπολογίζεται να ανέλθει σε 60 εκ. ευρώ και η αμοιβή του αναδόχου σε 142.500.000 ευρώ (πληρωμές διαθεσιμότητας).

Πρόκειται για έργα μέσω των οποίων θα επιτευχθεί ο στόχος για μείωση  των αποβλήτων που οδηγούνται προς ταφή (ο εθνικός σχεδιασμός προβλέπει να φτάσει μόλις στο 10% έως το 2030) αλλά και οι φιλόδοξοι στόχοι της ανακύκλωσης (55% το 2025 και 60% το 2030), να αυξηθεί ο χρόνος ζωής των υποδομών υγειονομικής ταφής (π.χ ΧΑΔΑ Φυλής) και παράλληλα να αποτραπεί η ανεξέλεγκτη διάθεση αποβλήτων.

Τι προβλέπει ο νέος ΠΕΣΔΑ Αττικής

Η προκήρυξη των δύο διαγωνισμών, που πέρασαν από σαράντα κύματα τα τελευταία χρόνια, προχωρεί μετά και την πρόσφατη έγκριση του νέου Περιφερειακού σχεδιασμού για τα απορρίμματα Αττικής (ΠΕΣΔΑ). Στο λεκανοπέδιο παράγονται 2,2 εκατ. τόνοι στερεών αποβλήτων ετησίως, εκ των οποίων 1,7 εκατ. οδηγούνται σε ταφή, με ποσοστό μικρότερο από 25% να προέρχεται από διαλογή στην πηγή και να ανακτάται.

Το νέο σχέδιο προβλέπει πως διατηρείται ως έχει η μονάδα επεξεργασίας αποβλήτων (ΜΕΑ) Βορειοανατολικού Τομέα, η οποία είναι σε διαδικασία δημοπράτησης ως παραδοσιακό δημόσιο έργο και εξυπηρετείται από τον ΧΥΤΥ Γραμματικού.

Επιπλέον, διατηρείται και αναβαθμίζεται το Εργοστάσιο Μηχανικής Ανακύκλωσης (ΕΜΑΚ) δυναμικότητας 300.000 τόνων ετησίως, το οποίο θα λειτουργήσει μεταβατικά ως ʺΠράσινο Εργοστάσιο” και η λειτουργία του ως έχει θα παύσει το 2025. Ωστόσο αποσαφηνίζεται ότι η μέθοδος επεξεργασίας του ΕΜΑΚ δεν είναι σύμφωνη με τις ευρωπαϊκές οδηγίες καθώς με βάση τις νέες οδηγίες, η κομποστοποίηση για την παραγωγή κομπόστ από οργανικό κλάσμα σύμμεικτων αποβλήτων δεν θεωρείται διαδικασία ανάκτησης και επομένως και τα παραγόμενα υλικά  από αρχές του 2027 δεν θα θεωρούνται ανακυκλωμένα. Θα εκπονηθεί μελέτη  για την εύρεση της βέλτιστης λύσης σχετικά με την αξιοποίηση των υποδομών του και τη συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις και τους στόχους των ευρωπαϊκών οδηγιών.

Αντί για δύο μονάδες για τον κεντρικό τομέα της Αττικής δημιουργείται μία η οποία χωροθετείται από μελέτη χωροθέτησης που έχει αναθέσει ο ΕΔΣΝΑ και είναι σε εξέλιξη. Προχωρά αντίστοιχα και η ΜΕΑ Νοτίου Τομέα, της οποίας η διαδικασία εξέτασης χωροθέτησης είναι σε εξέλιξη μεταξύ του ΕΔΣΝΑ και των δήμων και επανεξετάζεται η δυναμικότητά της.

Οι υποδομές αυτές όπως αναφέρεται στον ΠΕΣΔΑ, απαιτείται να τεθούν σε πλήρη λειτουργία έως το 2025. Σύμφωνα με το σχεδιασμό, οι τέσσερις ΜΕΑ χωροθετούνται των  Πάρκων Κυκλικής Οικονομίας, τα οποία δημιουργούνται για τη διαχείριση των υπολειμματικών σύμμεικτων αλλά και των ανακυκλώσιμων υλικών, με ταυτόχρονη παραγωγή χρήσιμων προϊόντων και ενέργειας.

Τα Πάρκα έχουν ως στόχο να ενσωματώσουν πρότυπες εγκαταστάσεις κυκλικής διαχείρισης αποβλήτων  ώστε να διασφαλίζεται η επίτευξη των στόχων ανακύκλωσης που τίθενται σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο και να είναι ανοικτά σε πολίτες, εκπαιδευτικά ιδρύματα και παραγωγικούς  φορείς.

Η φιλοσοφία σχεδιασμού των πάρκων γίνεται ώστε τα απόβλητα να μετατρέπονται  σε χρήσιμα προϊόντα σε μια κυκλική οικονομία διαχείρισης που θα φτάνει το 2030 σε  ποσοστό 95% με μόνο ένα μικρό ποσοστό 5% υπολειμμάτων να διαφεύγει του κύκλου διαχείρισης προς ταφή.

Για τη διαχείριση των προδιαλεγμένων βιοαποβλήτων προβλέπονται 14 Μονάδες Επεξεργασίας Βιοαποβλήτων (ΜΕΒΑ), 4 κεντρικές που χωροθετούνται στα Πάρκα Κυκλικής Οικονομίας και 10 αποκεντρωμένες που χωροθετούνται σε πάρκα κυκλικής διαχείρισης προδιαλεγμένων οργανικών απορριμμάτων.

Η καύση και τα δύο σενάρια

Ένα από τα θέματα που καλείται να επιλύσει η κυβέρνηση με τα έργα ΣΔΙΤ,  είναι που θα καταλήγει το υπόλειμμα των μονάδων από την επεξεργασία των αποβλήτων, για το οποίο στον εθνικό σχεδιασμό έχουν προβλεφθεί τέσσερις μονάδες καύσης. Στο επικαιροποιημένο Περιφερειακό Σχεδιασμό που εγκρίθηκε πρόσφατα από το φορέα διαχείρισης αποβλήτων της Αττικής (ΕΔΣΝΑ), αναφέρεται ρητά ότι ο στόχος για την μείωση των αποβλήτων στο 10% έως το 2030 δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης. Οι αντιδράσεις που συναντά ο σχεδιασμός οδηγούν σε δεύτερες σκέψεις την κυβέρνηση καθώς υπάρχουν προτάσεις το θέμα των μονάδων να ανατεθεί απευθείας σε ιδιώτες και να απεμπλακεί το ΥΠΕΝ  από ένα θέμα που κινητοποιεί κοινωνικές αντιδράσεις.

Η πρόταση αυτή βρίσκει συμμάχους και στην αγορά. Ο κ. Κατρής της WATT έχει ταχθεί ανοικτά υπέρ της άποψης να αποσυνδεθούν από το κράτος αυτά τα έργα και να δημιουργηθεί ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που θα τα καθιστά βιώσιμα, δίνοντας τη δυνατότητα ακόμη και σε μια βιομηχανία που χρειάζεται ενέργεια να μπορεί να αξιοποιήσει το RDF για να εξυπηρετήσει τις ενεργειακές της ανάγκες.

Στον ΠΕΣΔΑ περιγράφονται δύο σενάρια για την αξιοποίησή  τους. Με βάση το πρώτο, τα παραγόμενα υπολείμματα από την επεξεργασία τους σε αντίστοιχες μονάδες αποβλήτων (σύμμεικτων, προδιαλεγμένων οργανικών κ.α) αλλά και του παραγόμενου δευτερογενούς καυσίμου (SRF/RDF) -συνολικά 553.874 τόνοι- θα οδηγούνται σε μονάδα ενεργειακής αξιοποίησης, παράγοντας υπόλειμμα σε ποσοστό 25%, το οποίο θα καταλήγει σε Χώρο Υγειονομικής Ταφής (ΧΥΤΥ). Έτσι, επιτυγχάνεται ποσοστό ταφής που αντιστοιχεί στο 6,7% των παραγόμενων αποβλήτων που είναι μέσα στους εθνικούς μας στόχους.

Το δεύτερο σενάριο προβλέπει ότι το παραγόμενο δευτερογενές καύσιμο όλης της Περιφέρειας (241.015 τόνοι) θα  οδηγηθεί προς αξιοποίηση σε κατάλληλες ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως  είναι οι  τσιμεντοβιομηχανίες, αντικαθιστώντας τα παραδοσιακά ορυκτά καύσιμα.

Τα  παραγόμενα υπολείμματα από την επεξεργασία αστικών αποβλήτων υπολογίζονται ότι  θα είναι 312.859 τόνοι, οι οποίοι θα οδηγηθούν σε μονάδα ενεργειακής αξιοποίησης και θα προκύψει αυξημένο υπόλειμμα σε μέγιστο ποσοστό 30%. Στην περίπτωση αυτή επιτυγχάνεται ποσοστό ταφής 4,5% των παραγόμενων αποβλήτων.