Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η ενεργειακή κρίση μπορεί να έχει απομακρυνθεί από τα ακραία επίπεδα του 2022, όμως το αποτύπωμά της στους λογαριασμούς των ευρωπαϊκών νοικοκυριών παραμένει έντονο. Η Ευρώπη στη νέα περίοδο ενεργειακών αναταράξεων έχοντας ήδη να διαχειριστεί μια μόνιμα υψηλότερη βάση τιμών σε σχέση με την εποχή πριν από την κρίση.

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στα 294 ευρώ/MWh, όταν κατά μέσο όρο την περίοδο 2019-2021 βρισκόταν στα 224 ευρώ/MWh. Στο φυσικό αέριο η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη: η μέση τιμή έφτασε τα 118 ευρώ/MWh, έναντι μόλις 69 ευρώ/MWh πριν από την ενεργειακή κρίση.

Με άλλα λόγια, ακόμη και μετά την υποχώρηση των ακραίων διακυμάνσεων, η ευρωπαϊκή αγορά δεν επέστρεψε στην παλιά «κανονικότητα».

Το κόστος της ενέργειας δεν μετριέται μόνο στην τιμή

Η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη όταν οι τιμές συνδυαστούν με τα εισοδήματα και την κατανάλωση των νοικοκυριών. Η προσιτότητα της ενέργειας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσο κοστίζει μία κιλοβατώρα ή μία MWh, αλλά και από το διαθέσιμο εισόδημα και τις ενεργειακές ανάγκες κάθε χώρας.

Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η μοναδιαία τιμή ηλεκτρικής ενέργειας που καταγράφεται για τη χώρα ανέρχεται σε 253 ευρώ/MWh, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ε.Ε. των 294 ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, η επιβάρυνση για ένα νοικοκυριό με μέσο εισόδημα είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Με διαθέσιμο εισόδημα περίπου 19.076 ευρώ και μέση ετήσια κατανάλωση 2,942 MWh, η ετήσια δαπάνη για ηλεκτρική ενέργεια υπολογίζεται σε περίπου 744 ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 3,9% του εισοδήματος, ποσοστό που βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής κατάταξης μαζί με την Τσεχία και τη Σουηδία.

Η διαφορά είναι κρίσιμη: μια χαμηλότερη ονομαστική τιμή δεν σημαίνει απαραίτητα και χαμηλότερο πραγματικό βάρος για τον καταναλωτή.

Καλύτερη εικόνα στο φυσικό αέριο

Στην αγορά φυσικού αερίου η Ελλάδα παρουσιάζει πιο ευνοϊκή εικόνα. Η τιμή που καταγράφεται για τα ελληνικά νοικοκυριά είναι περίπου 91 ευρώ/MWh, έναντι 118 ευρώ/MWh στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με μέση κατανάλωση 8,529 MWh, η ετήσια δαπάνη διαμορφώνεται περίπου στα 776 ευρώ, ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει περίπου τα 1.170 ευρώ.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το ζήτημα της ενεργειακής προσιτότητας στην Ελλάδα έχει δύο διαφορετικές διαστάσεις: από τη μία πλευρά το κόστος ανά μονάδα ενέργειας και από την άλλη η σχέση του κόστους με το διαθέσιμο εισόδημα.

Η μεγάλη απόσταση χονδρικής και λιανικής

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς είναι το χάσμα ανάμεσα στις τιμές της χονδρεμπορικής και της λιανικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σχετικά υψηλές τιμές στην αγορά επόμενης ημέρας, αλλά και έντονες ενδοημερήσιες μεταβολές. Η περιορισμένη ευελιξία του συστήματος, η ανάγκη λειτουργίας θερμικών και μονάδων φυσικού αερίου σε συγκεκριμένες ώρες και οι περιορισμοί στις διασυνδέσεις συμβάλλουν στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας.

Η απόσταση μεταξύ χονδρικής και λιανικής φτάνει στην Ελλάδα τα 64 ευρώ/MWh, επίδοση που είναι η τρίτη υψηλότερη μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών που εξετάζονται. Υψηλότερη διαφορά καταγράφεται στην Ιρλανδία, με 101 ευρώ/MWh, και στην Ιταλία, με 73 ευρώ/MWh.

Στο φυσικό αέριο, αντίθετα, η αντίστοιχη απόσταση είναι 19 ευρώ/MWh, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην ένατη θέση.

Η ευελιξία μπορεί να μειώσει τον λογαριασμό

Μία από τις βασικές κατευθύνσεις για τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους είναι η μετατόπιση της κατανάλωσης στις ώρες όπου οι τιμές είναι χαμηλότερες. Τα ευέλικτα τιμολόγια μπορούν να δώσουν στα νοικοκυριά τη δυνατότητα να προσαρμόζουν τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας στις συνθήκες της αγοράς.

Με τα δεδομένα του 2025, ένα νοικοκυριό με ετήσια κατανάλωση περίπου 3.000 kWh θα μπορούσε να εξοικονομήσει κατά μέσο όρο περίπου 20% του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 120 ευρώ τον χρόνο.

Το δυνητικό όφελος αυξάνεται σημαντικά όταν στο σπίτι υπάρχει ηλεκτρικό αυτοκίνητο, φτάνοντας περίπου τα 340 ευρώ ετησίως, ενώ για ένα νοικοκυριό με αντλία θερμότητας υπολογίζεται περίπου στα 140 ευρώ.

Η ενεργειακή μετάβαση, επομένως, δεν αφορά μόνο την αύξηση των ΑΠΕ και τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας. Αφορά και το αν τα νοικοκυριά μπορούν να αξιοποιούν την τεχνολογία και τα κατάλληλα τιμολόγια ώστε να περιορίζουν το κόστος.

Το μεγάλο στοίχημα για την Ευρώπη είναι πλέον διπλό: να μειώσει το κόστος της ενέργειας και να κάνει την αγορά περισσότερο ευέλικτη. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η σχετικά χαμηλότερη μοναδιαία τιμή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε χαμηλή επιβάρυνση για τα νοικοκυριά. Η νέα ενεργειακή πραγματικότητα απαιτεί, επομένως, όχι μόνο φθηνότερη ενέργεια, αλλά και μια αγορά που επιτρέπει στους καταναλωτές να την αξιοποιούν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Διαβάστε ακόμη

Λιγοστεύουν κι άλλο τα διαθέσιμα σπίτια για ενοίκιο στην Αθήνα: Από 10% έως 26,9% μείωση μέσα σε ένα χρόνο (πίνακες)

Ι.Χ. σε ακινησία: Το παρκάρισμα που φέρνει πρόστιμο ακόμη και χωρίς οδήγηση

Πώς μια ανάρτηση στο Facebook αναβίωσε τα φουτουριστικά σπίτια

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ