Η ενεργειακή κρίση εξακολουθεί να λειτουργεί ως ένας από τους μεγαλύτερους παράγοντες αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία, με τις κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς να παρακολουθούν στενά τις επιπτώσεις σε νοικοκυριά, πληθωρισμό και δημόσια οικονομικά. Παρά το γεγονός ότι μέχρι στιγμής οι πιέσεις χαρακτηρίζονται διαχειρίσιμες, τα σενάρια επιδείνωσης παραμένουν ανοιχτά, ιδιαίτερα σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης στις διεθνείς αγορές ενέργειας ή περαιτέρω αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι, με βάση τα σημερινά δεδομένα της αγοράς, η μέση επιβάρυνση για ένα νοικοκυριό στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται περίπου στα 375 ευρώ για το 2026. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 0,7% της συνολικής κατανάλωσης, αν και οι αποκλίσεις μεταξύ κρατών παραμένουν μεγάλες. Στη Σλοβακία η επιβάρυνση εκτιμάται κοντά στα 620 ευρώ, στη Σουηδία περιορίζεται περίπου στα 134 ευρώ, ενώ για την Ελλάδα υπολογίζεται γύρω στα 400 ευρώ.
Παρά τη συγκρατημένη εικόνα του βασικού σεναρίου, το Ταμείο προειδοποιεί ότι οι απώλειες μπορεί να αυξηθούν δραματικά σε περίπτωση επιδείνωσης των συνθηκών στην ενέργεια. Σε ένα πιο αρνητικό σενάριο, η συνολική επιβάρυνση θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 1.750 ευρώ ανά νοικοκυριό, εξέλιξη που θα ασκούσε πολύ ισχυρή πίεση στα εισοδήματα και στην κατανάλωση.
Τις εκτιμήσεις αυτές παρουσίασε η αναπληρώτρια διευθύντρια του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Ογιά Τσελασούν, κατά τη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, όπου στο επίκεντρο βρέθηκαν οι παρεμβάσεις στήριξης απέναντι στην ενεργειακή κρίση. Το Ταμείο συμμετείχε στις συζητήσεις προκειμένου να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των μέτρων που έχουν ήδη εφαρμοστεί από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία του ΔΝΤ, περίπου το 70% των μέτρων που υιοθέτησαν μέχρι σήμερα τα κράτη-μέλη είχαν μη στοχευμένο χαρακτήρα και βασίστηκαν κυρίως σε οριζόντιες παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών. Αντίθετα, μόλις το 30% των παρεμβάσεων κατευθύνθηκε απευθείας στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά. Παράλληλα, σχεδόν το 90% των χωρών της Ευρώπης υιοθέτησαν τουλάχιστον ένα μη στοχευμένο μέτρο, γεγονός που δείχνει ότι η επιλογή γενικευμένων παρεμβάσεων παραμένει κυρίαρχη.
Το ΔΝΤ εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικό απέναντι σε πολιτικές εκτεταμένης δημοσιονομικής χαλάρωσης. Οι αξιωματούχοι του Ταμείου επισημαίνουν ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών πρέπει να παραμείνει βασική προτεραιότητα ακόμη και σε συνθήκες κρίσης. Στην ίδια κατεύθυνση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ταμείο θεωρεί ότι η κρατική στήριξη πρέπει να είναι προσωρινή, αυστηρά στοχευμένη και προσανατολισμένη κυρίως στα ευάλωτα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη προσέγγιση, η μεταφορά μέρους των αυξήσεων των διεθνών τιμών στους τελικούς καταναλωτές θεωρείται αναγκαία ώστε να ενισχυθεί η εξοικονόμηση ενέργειας και να αποφευχθούν στρεβλώσεις στην αγορά. Αντίθετα, μέτρα όπως γενικευμένες φορολογικές μειώσεις ή πλαφόν στις τιμές αντιμετωπίζονται ως ιδιαίτερα δαπανηρά και περιορισμένης αποτελεσματικότητας.
Η Ελλάδα και η πίεση στα καύσιμα
Για την Ελλάδα, οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της αυξημένης ευαισθησίας της οικονομίας στις εξωτερικές εξελίξεις. Παρά τη σχετική ανθεκτικότητα που εμφανίζουν οι οικονομίες της Νότιας Ευρώπης, η χώρα παραμένει εκτεθειμένη τόσο στην πορεία βασικών εμπορικών εταίρων όπως η Γερμανία όσο και στις εξελίξεις στον τουρισμό και στην ενέργεια.
Οι πιέσεις είναι ήδη ορατές στην καθημερινότητα των καταναλωτών. Το επιπλέον κόστος που κατέβαλαν οι πολίτες για βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης και πετρέλαιο θέρμανσης κατά το πρώτο δίμηνο των πολεμικών συγκρούσεων στο Ιράν ξεπέρασε τα 400 εκατ. ευρώ. Η επιβάρυνση αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό, ιδιαίτερα καθώς η εύθραυστη εκεχειρία στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να βρίσκεται σε οριακό σημείο και οι διεθνείς τιμές πετρελαίου παραμένουν πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι.
Το ίδιο διάστημα, τα κρατικά έσοδα ενισχύθηκαν σημαντικά μέσω της αυξημένης είσπραξης ΦΠΑ λόγω των υψηλότερων τιμών καυσίμων. Τα επιπλέον φορολογικά έσοδα για το δίμηνο Μαρτίου – Απριλίου υπολογίζονται σε περισσότερα από 90 εκατ. ευρώ, ποσό που προσεγγίζει τη συνολική δημόσια δαπάνη για την επιδότηση στο ντίζελ κίνησης.
Τον Μάρτιο, οι Έλληνες καταναλωτές πλήρωσαν για αγορές καυσίμων περίπου 170 έως 185 εκατ. ευρώ περισσότερα σε σύγκριση με το επίπεδο τιμών πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Παρά την άνοδο των τιμών, οι καταναλώσεις σε βενζίνη και ντίζελ κίνησης παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με τον Μάρτιο του 2025, εμφανίζοντας οριακή αύξηση 0,7%.
Αντίθετα, σημαντική αύξηση κατέγραψε το πετρέλαιο θέρμανσης, με τις πωλήσεις να ενισχύονται κατά 8,5%, καθώς πολλά νοικοκυριά έσπευσαν να προμηθευτούν ποσότητες υπό τον φόβο νέων ανατιμήσεων ενόψει του επόμενου χειμώνα.
Τον Απρίλιο η επιβάρυνση για τους καταναλωτές εκτιμάται ότι ξεπέρασε τα 250 εκατ. ευρώ, καθώς οι αυξημένες τιμές συνδυάστηκαν με υψηλότερες καταναλώσεις. Την ίδια στιγμή, τα επιπλέον έσοδα του Δημοσίου από τον ΦΠΑ υπολογίζονται περίπου στα 54 εκατ. ευρώ.
Η τιμή της αμόλυβδης βενζίνης από τα 1,751 ευρώ ανά λίτρο πριν από την έναρξη των συγκρούσεων στο Ιράν εκτινάχθηκε στα 2,068 ευρώ στις αρχές Μαΐου, σημειώνοντας άνοδο 18,1%. Αντίστοιχα, το ντίζελ κίνησης από 1,56 ευρώ ανά λίτρο έφτασε έως και τα 1,881 ευρώ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπέρασε ακόμη και τα 2 ευρώ ανά λίτρο.
Οι αυξήσεις αυτές συνδέονται άμεσα με το άλμα στις διεθνείς τιμές του Brent αλλά και στα προϊόντα διύλισης, μετά τις αναταράξεις που προκάλεσε η κρίση στη Μέση Ανατολή. Οι νέες εντάσεις στα Στενά του Ορμούζ ενισχύουν περαιτέρω την αβεβαιότητα γύρω από τον παγκόσμιο εφοδιασμό ενέργειας και τις προοπτικές του πληθωρισμού.
Στην Ελλάδα, όπου ο πληθωρισμός ανέβηκε από 3,4% τον Μάρτιο σε 4,6% τον Απρίλιο, οι πιέσεις θεωρούνται ιδιαίτερα έντονες. Η χώρα, παρά τα χαμηλότερα εισοδήματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συγκαταλέγεται πλέον στις ακριβότερες αγορές καυσίμων στην Ευρώπη τόσο στη βενζίνη όσο και στο ντίζελ κίνησης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το κυβερνητικό επιτελείο παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στις τιμές ενέργειας και εξετάζει νέα μέτρα παρέμβασης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η συγκράτηση του κόστους στο ντίζελ κίνησης, με την παράταση της επιδότησης να θεωρείται πλέον πολύ πιθανή ώστε να περιοριστεί το νέο κύμα ακρίβειας που διαμορφώνεται στην αγορά.
Διαβάστε ακόμη
Σπίτι μου ΙΙ: Eως 31 Αυγούστου οι συμβασιοποιήσεις για όσους έχουν ήδη εγκριθεί
CrediaBank: Έπεσαν οι υπογραφές για το 70% της Pantelakis Χρηματιστηριακή- Στα €8,75 εκατ. το τίμημα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.