Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ίδιο δομικό πρόβλημα: την ευάλωτη ενεργειακή της βάση. Η εξάρτηση από κρίσιμες οδούς εφοδιασμού, όπως τα Στενά του Ορμούζ, και οι γεωπολιτικές εντάσεις επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα της ενεργειακής ασφάλειας και των επιλογών που πρέπει να γίνουν άμεσα, σημειώνει στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων για την παγκόσμια οικονομία η Alpha Bank.
Η ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια δοκιμάζεται εκ νέου, καθώς η ήπειρος εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες και συναφή προϊόντα. Η γεωοικονομική της ισχύς έχει υπονομευθεί από αυτή την εξάρτηση, ιδίως όταν ένα σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων ροών – από πετρέλαιο και φυσικό αέριο έως λιπάσματα και ήλιο – διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής λιπασμάτων και αντίστοιχο ποσοστό ηλίου, που αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την παραγωγή ημιαγωγών, διακινείται μέσω αυτού του στρατηγικού περάσματος.
Ανεξάρτητα από τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης, οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται να χαράξουν μια σαφή στρατηγική περιορισμού αυτής της εξάρτησης, κατά τα πρότυπα των πρωτοβουλιών που ήδη λαμβάνονται στον τομέα της άμυνας. Η ανάγκη για άμεσες αποφάσεις καθίσταται επιτακτική, καθώς η ενεργειακή ευαλωτότητα μεταφράζεται άμεσα σε οικονομική αβεβαιότητα.
Ένας βασικός παράγοντας που εντείνει την τρέχουσα πίεση είναι η χαμηλή στάθμη των αποθεμάτων φυσικού αερίου. Μετά από έναν ιδιαίτερα ψυχρό χειμώνα, τα αποθέματα στα τέλη Μαρτίου βρίσκονταν μόλις στο 28% της συνολικής χωρητικότητας, επίπεδο χαμηλότερο κατά περίπου έξι ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το ήδη περιορισμένο επίπεδο του προηγούμενου έτους. Για να επιτευχθεί ο στόχος πλήρωσης στο 80% πριν από την επόμενη περίοδο θέρμανσης, απαιτείται κάλυψη περίπου του μισού της συνολικής χωρητικότητας μέσα στο καλοκαίρι. Ωστόσο, ο πόλεμος στο Ιράν καθιστά αυτή την προσπάθεια ακόμη πιο δύσκολη και αβέβαιη.
Η στρατηγική ασφάλειας εφοδιασμού οφείλει πλέον να είναι πολυεπίπεδη. Δεν αρκεί μόνο η διαφοροποίηση των πηγών, αλλά και η ενίσχυση της ασφάλειας των ίδιων των διαδρομών μεταφοράς. Η αξιοποίηση του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου», σε συνδυασμό με τη δημιουργία νέων οδών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, αποκτά κρίσιμη σημασία. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται η ανάπτυξη νέων αγωγών που θα μειώσουν την πίεση σε υφιστάμενα σημεία συμφόρησης, όπως πιθανές διαδρομές από τη Σαουδική Αραβία μέσω Ιορδανίας και Συρίας ή η ενίσχυση των ροών από την περιοχή της Κασπίας. Παράλληλα, για τις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες, η ενίσχυση της παραγωγής στη Βόρεια Θάλασσα αποτελεί ρεαλιστική επιλογή.

Η παρούσα γεωπολιτική συγκυρία αναδεικνύει με έντονο τρόπο τους κινδύνους της εξάρτησης από εισαγωγές, ιδιαίτερα όταν αυτές διέρχονται από γεωστρατηγικά «στενά». Η μείωση της έκθεσης στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών φυσικού αερίου προϋποθέτει περιορισμό της συνολικής ενεργειακής εξάρτησης της οικονομίας από τους υδρογονάνθρακες.
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι κυβερνήσεις καλούνται να υιοθετήσουν μέτρα που θα μετριάσουν τις επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ, με έμφαση στη στήριξη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών. Παράλληλα, η πολιτική πρέπει να στοχεύει στη σταδιακή μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου. Ενδεικτικά, η μείωση της φορολογίας στην ηλεκτρική ενέργεια – αντί του φυσικού αερίου – μπορεί να περιορίσει το ενεργειακό κόστος και να ενισχύσει τη χρήση τεχνολογιών όπως οι αντλίες θερμότητας και τα ηλεκτρικά οχήματα, διατηρώντας ταυτόχρονα τα κίνητρα για εξοικονόμηση φυσικού αερίου.
Ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής προσφέρει επιπλέον ευελιξία, καθώς υπάρχει δυνατότητα αύξησης της παραγωγής μέσω άνθρακα. Το 2024, η Ευρωπαϊκή Ένωση διέθετε ανεκμετάλλευτη δυναμικότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα της τάξης των 568 TWh, η οποία, αν αξιοποιηθεί, θα μπορούσε να μειώσει τη χρήση φυσικού αερίου σε περιόδους κρίσης.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και πυρηνική τεχνολογία αποτελεί μονόδρομο. Οι ανάγκες επενδύσεων εκτιμάται ότι θα φθάσουν τα 660 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2030, συμπεριλαμβανομένων των έργων για μικρούς αρθρωτούς πυρηνικούς αντιδραστήρες. Ήδη, από το 2022, η Ευρώπη έχει εντείνει τις επενδύσεις στις ΑΠΕ, με το μερίδιό τους στην ηλεκτροπαραγωγή να φθάνει το 48% το 2025, ενώ η πυρηνική ενέργεια διαμορφώθηκε στο 23%. Την ίδια χρονιά, η ηλιακή και αιολική ενέργεια ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα ορυκτά καύσιμα, καλύπτοντας το 30% της συνολικής παραγωγής.
Διαβάστε ακόμη
Λαζαρίδης: Ζήτω να επιστραφούν τα ποσά που μου καταβλήθηκαν αχρεωστήτως για να μην υπάρχουν σκιές
Έλον Μασκ: Πιέζει την εφοδιαστική αλυσίδα για το φιλόδοξο project Terafab (tweet)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.