Με ρυθμούς που δεν ανταποκρίνονται ούτε στις απαιτήσεις της αγοράς ούτε στις δεσμεύσεις για την πράσινη μετάβαση προχωρά ο εξηλεκτρισμός της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, παρά το γεγονός ότι οι απαραίτητες τεχνολογίες είναι πλέον ώριμες και διαθέσιμες. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης της Eurelectric, σύμφωνα με την οποία το βασικό εμπόδιο δεν εντοπίζεται πλέον στην τεχνολογία αλλά στην αδυναμία του συστήματος να μετατρέψει ώριμες λύσεις σε επενδύσεις και έργα μεγάλης κλίμακας.
Η έκθεση, η οποία βασίστηκε στην ανάλυση περισσότερων από 3.500 δεδομένων αγοράς, 61 επιχειρήσεων και 30 έργων εξηλεκτρισμού, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι επενδύσεις προχωρούν όταν ευθυγραμμίζονται οι συνθήκες στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι υποδομές, η χρηματοδότηση και οι βιομηχανικές ανάγκες. Αντίθετα, όταν κάποιος από αυτούς τους κρίκους αποδυναμώνεται, ακόμη και τεχνικά ώριμα έργα καθυστερούν ή εγκαταλείπονται.
Το παράδοξο της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Η Eurelectric επισημαίνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο. Η βιομηχανία καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα το υψηλό ενεργειακό κόστος, τον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό και την ανάγκη απανθρακοποίησης της παραγωγής. Σε αυτό το περιβάλλον, ο εξηλεκτρισμός αποτελεί βασικό εργαλείο για τη μείωση των εκπομπών, την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα είναι ήδη κατά 72% απανθρακοποιημένο, ο εξηλεκτρισμός της βιομηχανίας αυξήθηκε μόλις κατά μία ποσοστιαία μονάδα το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία του Power Barometer 2025. Για την Eurelectric, το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν αφορά τη διαθεσιμότητα τεχνολογικών λύσεων αλλά τη δυνατότητα μετατροπής τους σε επενδύσεις με βιώσιμους οικονομικούς όρους.
Η μελέτη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί μέσω της πρωτοβουλίας AccelerateEU να καταστήσει την ηλεκτρική ενέργεια πιο προσιτή και διαθέσιμη για τη βιομηχανία, αναγνωρίζοντας ότι η πρόσβαση σε καθαρή και ανταγωνιστική ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί πλέον στρατηγικό ζήτημα για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Τρεις κλάδοι στο μικροσκόπιο
Η Eurelectric εξέτασε τρεις διαφορετικές κατηγορίες βιομηχανικής δραστηριότητας. Η πρώτη αφορά τους κλάδους χαμηλής και μέσης θερμικής ζήτησης, όπως η βιομηχανία τροφίμων και ποτών, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα χημικά και η χαρτοποιία. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι τεχνολογίες είναι ήδη διαθέσιμες, όμως η μικρή κλίμακα των έργων περιορίζει το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Η δεύτερη αφορά τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως ο χάλυβας και το τσιμέντο, όπου οι απαιτούμενες επενδύσεις είναι ιδιαίτερα υψηλές και συνοδεύονται από σημαντικούς κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την έκθεση, η εξασφάλιση μακροχρόνιων και ανταγωνιστικών συμβολαίων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λήψη τελικών επενδυτικών αποφάσεων.
Η τρίτη κατηγορία είναι τα κέντρα δεδομένων, ένας τομέας που αναπτύσσεται ραγδαία λόγω της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής οικονομίας, αυξάνοντας κατακόρυφα τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και τις πιέσεις στα δίκτυα.
Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες, η εικόνα που προκύπτει είναι κοινή: τα έργα εξηλεκτρισμού προχωρούν όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές και «κολλάνε» όταν συναντούν εμπόδια στο κόστος, στις υποδομές ή στη χρηματοδότηση.
Τα τέσσερα εμπόδια που μπλοκάρουν τις επενδύσεις
Σύμφωνα με την έκθεση, το πρώτο και σημαντικότερο εμπόδιο είναι η αβεβαιότητα γύρω από το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Η μεταβλητότητα των τιμών και η περιορισμένη δυνατότητα μακροχρόνιου προγραμματισμού καθιστούν δύσκολη τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.
Το δεύτερο αφορά την πρόσβαση στα δίκτυα. Η Eurelectric κάνει λόγο για ένα αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα στον χρόνο που απαιτείται για την υλοποίηση μιας βιομηχανικής επένδυσης – συνήθως δύο έως τρία χρόνια – και στον χρόνο που απαιτείται για την ανάπτυξη των απαραίτητων δικτυακών υποδομών, ο οποίος μπορεί να φθάσει τα πέντε έως δέκα χρόνια. Ως αποτέλεσμα, αρκετά έργα χάνουν το επενδυτικό τους παράθυρο πριν εξασφαλίσουν την απαιτούμενη ισχύ.
Τρίτος ανασταλτικός παράγοντας είναι η ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών στις υφιστάμενες βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Οι μετασκευές, οι τεχνικές προσαρμογές και οι απαιτήσεις αδιάλειπτης λειτουργίας αυξάνουν το κόστος και την πολυπλοκότητα των έργων.
Το τέταρτο εμπόδιο αφορά τη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, πολλά έργα είναι τεχνικά εφικτά αλλά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν κεφάλαια λόγω της αβεβαιότητας που περιβάλλει τις μελλοντικές αποδόσεις και το ενεργειακό κόστος.
Η λύση των «Power Couples»
Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, η Eurelectric προτείνει την ανάπτυξη ενός νέου μοντέλου συνεργασίας, των λεγόμενων «Power Couples». Πρόκειται για στρατηγικές συμπράξεις μεταξύ βιομηχανιών, εταιρειών ηλεκτρισμού, επενδυτών και διαχειριστών υποδομών, οι οποίες συντονίζουν την παραγωγή, την κατανάλωση και την ευελιξία του ενεργειακού συστήματος, μοιράζοντας παράλληλα τα οφέλη και τους κινδύνους.
Σύμφωνα με την έκθεση, μέσα από εργαλεία όπως τα μακροχρόνια συμβόλαια αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs), οι συμφωνίες αξιοποίησης απορριπτόμενης θερμότητας, τα μοντέλα «heat-as-a-service» και τα σχήματα μικτής δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης, οι επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο ενεργειακό κόστος και να επιταχύνουν την υλοποίηση επενδύσεων.
Τα παραδείγματα που δείχνουν τον δρόμο
Η έκθεση δεν περιορίζεται στη θεωρητική προσέγγιση, αλλά παρουσιάζει και πέντε συγκεκριμένες περιπτώσεις συνεργασίας από διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας, τις οποίες θεωρεί πρότυπα για την επιτάχυνση του βιομηχανικού εξηλεκτρισμού στην Ευρώπη.
Η πρώτη αφορά τη συνεργασία της E.ON με την ανάπτυξη Silvertown στο Λονδίνο. Μέσω του συστήματος ECTO, αξιοποιούνται τοπικές πηγές θερμότητας και ψύξης σε μια νέα αστική περιοχή, δημιουργώντας μια κοινή ενεργειακή υποδομή που εξυπηρετεί πολλαπλούς καταναλωτές και αυξάνει τη συνολική αποδοτικότητα του συστήματος.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η συνεργασία μεταξύ της Microsoft, του διαχειριστή συστήματος EirGrid και της Enel X στην Ιρλανδία. Το έργο δείχνει πώς τα data centres μπορούν να λειτουργούν όχι μόνο ως μεγάλοι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και ως πάροχοι υπηρεσιών ευελιξίας και εξισορρόπησης του δικτύου, συμβάλλοντας ενεργά στη σταθερότητα του συστήματος.
Στη Σουηδία, το πρόγραμμα Stockholm Data Parks αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κυκλικής οικονομίας. Η θερμότητα που παράγεται από τα data centres δεν απορρίπτεται στο περιβάλλον αλλά διοχετεύεται στο δίκτυο τηλεθέρμανσης της πόλης, μετατρέποντας ένα παραπροϊόν της ψηφιακής οικονομίας σε χρήσιμο ενεργειακό πόρο.
Στον βιομηχανικό τομέα, η συνεργασία της Heineken με την EDP και τη Rondo Energy στην Πορτογαλία επικεντρώνεται στην αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων μέσω ηλεκτρικής αποθήκευσης θερμότητας. Η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές μετατρέπεται σε θερμική ενέργεια και αποθηκεύεται ώστε να χρησιμοποιείται στις βιομηχανικές διεργασίες όταν απαιτείται.
Το πιο αναλυτικό οικονομικό παράδειγμα της έκθεσης αφορά τη συνεργασία ενός data centre με μια μονάδα επεξεργασίας γάλακτος στην Πολωνία. Στην περίπτωση αυτή συνδυάζονται η σταθερή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, οι δυνατότητες ευελιξίας φορτίου, η αξιοποίηση απορριπτόμενης θερμότητας και η κοινή χρήση ενεργειακών υποδομών. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Eurelectric, η απόδοση της επένδυσης μπορεί να αυξηθεί από 5,9% σε 14,9%, αναδεικνύοντας τα σημαντικά οικονομικά οφέλη που μπορούν να προκύψουν όταν διαφορετικοί ενεργειακοί χρήστες συνεργάζονται στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου ενεργειακού οικοσυστήματος.
Διαβάστε ακόμη
Παράνομος τζόγος: «Παγώνουν» οι πληρωμές για στοιχήματα και απόδοση κερδών μέσω τραπεζών
72 δόσεις σε εφορία και Ταμεία: Ποιοι και πώς θα ρυθμίσουν με δόση από 30 ευρώ το μήνα (πίνακας)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.