Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η διεθνής αγορά ντίζελ περιμένει μια ανάσα από την απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων, όμως η επίδραση στις τιμές των πρατηρίων δεν θα είναι άμεση. Τα έως 100 εκατ. βαρέλια που αποφασίστηκε να διοχετευθούν στην αγορά από τις χώρες του G7 αποτελούν μια σημαντική παρέμβαση, δεν αρκούν όμως από μόνα τους για να αντιστρέψουν τις πιέσεις που έχουν συσσωρευτεί στην παγκόσμια αγορά πετρελαϊκών προϊόντων.

Οι πρώτες ποσότητες αναμένεται να αρχίσουν να φτάνουν στην ευρωπαϊκή αγορά το νωρίτερο σε περίπου έναν μήνα, ενώ ο συντονισμός της επιχείρησης έχει ανατεθεί στον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Η ανακοίνωση έχει ήδη επηρεάσει τις τιμές χονδρικής, με τα ευρωπαϊκά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το ντίζελ να κινούνται χαμηλότερα.

Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι τι θα συμβεί στην αντλία.

Από τη διεθνή αγορά μέχρι την αντλία

Η πτώση στις τιμές χονδρικής δεν μεταφέρεται αυτόματα και στον καταναλωτή. Ανάμεσα στη διεθνή τιμή του πετρελαϊκού προϊόντος και στην τελική τιμή που εμφανίζεται στο πρατήριο μεσολαβούν μια σειρά από κόστη και επιβαρύνσεις.

Στην τελική τιμή περιλαμβάνονται το κόστος μεταφοράς και διανομής, τα περιθώρια διύλισης και εμπορίας, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης, ο ΦΠΑ και άλλες επιβαρύνσεις.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια αισθητή υποχώρηση της τιμής του ντίζελ στη διεθνή αγορά μπορεί να χρειαστεί χρόνο μέχρι να γίνει ορατή στους καταναλωτές.

Η εικόνα των τελευταίων μηνών δείχνει άλλωστε το μέγεθος της πίεσης. Το ντίζελ στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε κατά 8,3% τον Αύγουστο σε σχέση με τον Ιούλιο, ενώ σε ετήσια βάση τα καύσιμα και τα λιπαντικά για τις επιβατικές μεταφορές ήταν ακριβότερα κατά 23,8%.

Η απελευθέρωση των αποθεμάτων έρχεται επομένως σε μια αγορά που ήδη βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Η μεγάλη απώλεια προσφοράς από τον Κόλπο και τη Ρωσία

Το βασικό πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο διαθέσιμο αργό πετρέλαιο, αλλά κυρίως στην περιορισμένη προσφορά πετρελαϊκών προϊόντων.

Οι εξαγωγές ντίζελ και πετρελαίου εσωτερικής καύσης από τις χώρες του Κόλπου έχουν περιοριστεί δραστικά. Τον Αύγουστο οι καθαρές εξαγωγές διαμορφώθηκαν περίπου στις 390.000 βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σε λίγο περισσότερο από το ένα τέταρτο των επιπέδων πριν από την έναρξη του πολέμου.

Παράλληλα, οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης έχουν προκαλέσει προβλήματα στην παραγωγή και στις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ.

Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την παγκόσμια αγορά. Οι δύο αυτές περιοχές αντιπροσώπευαν πριν από τον πόλεμο σχεδόν το 50% του παγκόσμιου εμπορίου ντίζελ. Τον Αύγουστο, οι καθαρές εξαγωγές ντίζελ από τη Ρωσία και τις χώρες του Κόλπου ήταν περίπου 1,6 εκατ. βαρέλια την ημέρα χαμηλότερες σε σχέση με τον Φεβρουάριο.

Αυτό το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί από τη μια ημέρα στην άλλη.

Τα αποθέματα δίνουν χρόνο, όχι μόνιμη λύση

Η παρέμβαση του G7 έχει ακριβώς αυτόν τον στόχο: να προσθέσει προσωρινά ποσότητες στην αγορά και να περιορίσει την ένταση της έλλειψης.

Μέχρι σήμερα, περίπου 325 εκατ. βαρέλια από τα στρατηγικά αποθέματα έχουν ήδη φτάσει στην αγορά, ενώ η νέα παρέμβαση προσθέτει έως 100 εκατ. βαρέλια. Δεν είναι όμως ακόμη σαφές πόσο από το συνολικό ποσό θα διατεθεί πραγματικά και πώς θα κατανεμηθεί μεταξύ των χωρών.

Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ένα ενιαίο κεντρικό απόθεμα ντίζελ. Τα κράτη-μέλη διατηρούν εθνικά υποχρεωτικά αποθέματα, με βάση τους ευρωπαϊκούς κανόνες, ώστε να διαθέτουν καύσιμα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της αγοράς.

Η απελευθέρωση αυτών των ποσοτήτων λειτουργεί επομένως ως μηχανισμός εξομάλυνσης. Δεν δημιουργεί, όμως, νέα παραγωγική δυναμικότητα.

Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για τους επόμενους μήνες.

Τα διυλιστήρια κρατούν ψηλά το κόστος

Ένας ακόμη παράγοντας που εξηγεί γιατί η τιμή του ντίζελ δεν ακολουθεί μηχανικά την πορεία του αργού είναι τα περιθώρια διύλισης.

Τα περιθώρια αυτά έχουν αυξηθεί θεαματικά μέσα στο 2026. Από περίπου 10 λεπτά ανά λίτρο τον Φεβρουάριο, έφτασαν στα 26 λεπτά τον Μάρτιο και περίπου στα 35 λεπτά κατά τις πρώτες τρεις εβδομάδες του Ιουλίου.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η άνοδος του ντίζελ δεν οφείλεται αποκλειστικά στην τιμή του αργού πετρελαίου. Η περιορισμένη δυνατότητα παραγωγής των ίδιων των πετρελαϊκών προϊόντων δημιουργεί πρόσθετη πίεση.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ταχύτητα με την οποία μπορεί να αποκλιμακωθεί η τιμή στην αντλία. Ακόμη και όταν μειώνεται το κόστος του αργού, χρειάζεται χρόνος μέχρι να περάσει ολόκληρη η μεταβολή στις τιμές προ φόρων των καυσίμων.

Η διαδικασία αυτή μπορεί να διαρκέσει έναν έως δύο μήνες.

Πότε μπορεί να φανεί η πτώση στην αντλία

Με τα σημερινά δεδομένα, το νωρίτερο χρονικό σημείο για ουσιαστική ανακούφιση των καταναλωτών τοποθετείται στα τέλη του φθινοπώρου.

Αυτό όμως δεν αποτελεί βεβαιότητα. Για να μετατραπεί η παρέμβαση των στρατηγικών αποθεμάτων σε χαμηλότερες τιμές στα πρατήρια, θα πρέπει να συνδυαστούν αρκετές προϋποθέσεις: να φτάσουν οι επιπλέον ποσότητες στην αγορά, να μην υπάρξουν νέες μεγάλες διαταραχές στη Μέση Ανατολή, να περιοριστούν τα προβλήματα στα ρωσικά διυλιστήρια και να αυξηθεί η διαθεσιμότητα προϊόντων από άλλες παραγωγικές περιοχές.

Με άλλα λόγια, το 100 εκατ. βαρέλια μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό «μαξιλάρι», αλλά όχι ως διακόπτης που θα γυρίσει άμεσα προς τα κάτω τις τιμές.

Το κρίσιμο μέγεθος παραμένει η πραγματική προσφορά ντίζελ. Εάν οι διεθνείς ροές αρχίσουν να αποκαθίστανται και η αγορά διύλισης επανέλθει σε πιο φυσιολογικές συνθήκες, η πίεση μπορεί σταδιακά να υποχωρήσει. Εάν όμως συνεχιστούν οι γεωπολιτικές διαταραχές, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και οι περιορισμοί στις εξαγωγές, τα στρατηγικά αποθέματα θα αγοράσουν απλώς χρόνο.

Και για τον καταναλωτή αυτό σημαίνει ότι η πραγματική αποκλιμάκωση στην αντλία μπορεί να αργήσει περισσότερο από όσο υποδηλώνει η πρώτη αντίδραση των διεθνών αγορών.

Διαβάστε ακόμη

Η Τουρκία σε τροχιά υποβάθμισης – Καμπανάκι από τον MSCI

Στράτος Δεσπύρης (Navios Partners): «Η ναυτιλιακή αγορά έχει τιμολογήσει την τελειότητα» – Το μήνυμα πίσω από τις υψηλές αξίες των πλοίων

Ρεύμα: Ξανά πάνω από τα 200 ευρώ η μεγαβατώρα στο Χρηματιστήριο Ενέργειας

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ