Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Την ώρα που η Ευρώπη ανοίγει έναν νέο κύκλο αμυντικών επενδύσεων, με πέντε μεγάλα προγράμματα που φιλοδοξούν να κινητοποιήσουν περίπου 190 δισ. ευρώ έως το 2036, η ελληνική αμυντική βιομηχανία βρίσκεται μπροστά σε ένα διπλό στοίχημα. Πρώτον, να εξασφαλίσει πραγματικό παραγωγικό έργο από το εγχώριο εξοπλιστικό πρόγραμμα των 30 δισ. ευρώ και δεύτερον να διεκδικήσει θέση στις ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής οπλικών συστημάτων.

Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται πλέον στις εξαγγελίες για συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων κατά τουλάχιστον 25% στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα, αλλά μετατοπίζεται στην εφαρμογή αυτού του στόχου, στις συμβάσεις που θα εξασφαλιστούν και στην τεχνογνωσία που θα παραμείνει στη χώρα.

Και αυτό γιατί, παρά τη σημαντική κινητικότητα που καταγράφεται στον κλάδο, εξακολουθούν να υπάρχουν θεσμικές και χρηματοδοτικές εκκρεμότητες, οι οποίες μπορούν να περιορίσουν τα οφέλη για την εγχώρια παραγωγή. Την ίδια στιγμή, οι νέες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες δημιουργούν ευκαιρίες, αλλά και αυξημένο ανταγωνισμό για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Η Ελλάδα στα τέσσερα από τα πέντε ευρωπαϊκά αμυντικά έργα

Μια σημαντική εξέλιξη για την εγχώρια βιομηχανία αποτελεί η έγκριση, στις 28 Σεπτεμβρίου, από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των πρώτων πέντε Ευρωπαϊκών Αμυντικών Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (EDPCIs), που εντάσσονται στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP).

Η Ελλάδα συμμετέχει σε τέσσερα από τα πέντε έργα, ενώ η Κύπρος και στα πέντε, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις για νέες διακρατικές συνεργασίες και συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων σε κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες.

Τα προγράμματα αφορούν κρίσιμους τομείς της σύγχρονης άμυνας, όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα συστήματα αντιμετώπισής τους (DECODER), η θαλάσσια και υποθαλάσσια άμυνα (IMSD), οι διαστημικές δυνατότητες (SPACE), η ολοκληρωμένη αεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα (EU-FIAMD) και η επιτήρηση της ανατολικής πτέρυγας της Ευρώπης (Eastern Flank Watch).

Το οικονομικό μέγεθος της πρωτοβουλίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα πέντε έργα έχουν συνολικό επενδυτικό στόχο περίπου 190 δισ. ευρώ έως το 2036, μέσω ενός συνδυασμού εθνικών επενδύσεων, αμυντικών προμηθειών και πιθανής ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.

Δεν πρόκειται, επομένως, για ήδη εξασφαλισμένο ευρωπαϊκό κονδύλι, αλλά για επενδύσεις που μπορούν να κινητοποιήσουν τα προγράμματα κατά την πλήρη ανάπτυξή τους.

Σε πρώτη φάση, μέσω του EDIP, έχουν προβλεφθεί 325 εκατ. ευρώ για την εκκίνηση και την υποστήριξη των έργων, ενώ πρόσθετες χρηματοδοτήσεις θα μπορούσαν να προκύψουν από τα επόμενα ευρωπαϊκά εργαλεία.

Παράλληλα, διαμορφώνονται νέες προτάσεις σε τομείς όπως το πυροβολικό, τα ρομποτικά συστήματα μάχης, η τεχνητή νοημοσύνη και οι ψηφιακές υποδομές διοίκησης και ελέγχου, διευρύνοντας το πεδίο δραστηριοποίησης των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας.

Τα 131 δισ. ευρώ του νέου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού

Ακόμη μεγαλύτερη χρηματοδοτική προοπτική δημιουργεί η πρόταση της Κομισιόν για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034.

Στο υπό διαπραγμάτευση Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο προβλέπονται 131 δισ. ευρώ για την άμυνα, την ασφάλεια και το διάστημα μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας, ποσό πενταπλάσιο σε σχέση με την προηγούμενη δημοσιονομική περίοδο.

Παράλληλα, προβλέπεται σημαντική αύξηση των πόρων για τη στρατιωτική κινητικότητα, με χρηματοδότηση υποδομών που μπορούν να εξυπηρετούν τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές ανάγκες.

Τα συγκεκριμένα ποσά είναι διαφορετικά από τον επενδυτικό στόχο των 190 δισ. ευρώ των EDPCIs και δεν αποτελούν αυτοτελή χρηματοδότηση προς την Ελλάδα.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, το κρίσιμο είναι ότι η πρόσβαση σε αυτές τις ευρωπαϊκές ευκαιρίες θα απαιτεί ώριμες επενδυτικές προτάσεις, παραγωγική επάρκεια και συνεργασίες με μεγάλους ευρωπαϊκούς ομίλους. Η συμμετοχή της χώρας στα προγράμματα δημιουργεί δυνατότητες, αλλά δεν συνεπάγεται αυτομάτως εξασφαλισμένες παραγγελίες.

Το 25% και οι δεσμεύσεις που ζητά η βιομηχανία

Σε εθνικό επίπεδο, το μεγάλο ζήτημα παραμένει η εφαρμογή του στόχου για 25% ελληνική συμμετοχή στα εξοπλιστικά προγράμματα, με την «Ασπίδα του Αχιλλέα» να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία εφαρμογής.

Το μέγεθος της ευκαιρίας είναι ενδεικτικό καθώς εάν ο στόχος του 25% εφαρμοζόταν στο σύνολο του εξοπλιστικού προγράμματος των 30 δισ. ευρώ, η δυνητική εγχώρια συμμετοχή θα αντιστοιχού θεωρητικά σε 7,5 δισ. ευρώ.

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ), Τάσος Ροζόλης, είναι ενδεικτικό ότι αναγνωρίζει τη σημασία της κυβερνητικής πρωτοβουλίας, επισημαίνει ωστόσο ότι η πάγια θέση του Συνδέσμου παραμένει η εξασφάλιση βιομηχανικών επιστροφών τουλάχιστον 30% της αξίας των συμβάσεων.

«Το κρίσιμο ερώτημα είναι το ποσοστό επί ποιας αξίας, με ποιο έργο και με ποιον έλεγχο;», επισημαίνει χαρακτηριστικά, αναδεικνύοντας το ζήτημα της πραγματικής εγχώριας προστιθέμενης αξίας.

Η πρόταση που τίθεται στο τραπέζι από τον ΣΕΚΠΥ προβλέπει δεσμευτικά σχέδια βιομηχανικής συμμετοχής σε κάθε μεγάλη εξοπλιστική σύμβαση, με αναλυτική καταγραφή των ελληνικών επιχειρήσεων, των εργασιών που θα αναλάβουν, των χρονοδιαγραμμάτων και των υποχρεώσεων μεταφοράς τεχνογνωσίας.

Παράλληλα, ζητούνται μηχανισμοί παρακολούθησης και συμβατικές συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των δεσμεύσεων, ώστε η συμμετοχή να μην περιορίζεται στην εμπορική διαμεσολάβηση εισαγόμενου εξοπλισμού, αλλά να αφορά πραγματική παραγωγή, ανάπτυξη λογισμικού, συντήρηση και αναβαθμίσεις.

Τα διδάγματα του SAFE και η ανάγκη συντονισμού

Οι νέες ευρωπαϊκές ευκαιρίες επαναφέρουν όμως και το ζήτημα της προετοιμασίας της ελληνικής πλευράς.

Η μάλλον όχι ιδιαίτερα θετική εμπειρία από το SAFE ανέδειξε, σύμφωνα με εκπροσώπους του χώρου, αδυναμίες στον έγκαιρο συντονισμό μεταξύ κράτους, Ενόπλων Δυνάμεων και επιχειρήσεων. Η αρχική επιφυλακτικότητα και η επιτάχυνση που ακολούθησε περιόρισαν τον χρόνο για τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων προτάσεων.

Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με εκπροσώπους του κλάδου, είναι η δημιουργία ενός σταθερού μηχανισμού που θα καταγράφει τις ελληνικές παραγωγικές δυνατότητες, θα προετοιμάζει προτάσεις για ευρωπαϊκά προγράμματα και θα υποστηρίζει τις επιχειρήσεις στην αναζήτηση συνεργασιών.

Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται η πρόταση για υφυπουργείο ή Γενική Γραμματεία Αμυντικής Βιομηχανίας, με σαφείς αρμοδιότητες και διαρκή συνεργασία με τους εμπλεκόμενους φορείς.

Τα ναυπηγεία και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόταση του ΣΕΚΠΥ για την εγχώρια ναυπηγική βιομηχανία, η οποία προβλέπει το σύνολο των νέων πλοίων που προμηθεύονται το Πολεμικό Ναυτικό αλλά και για το Λιμενικό Σώμα να ναυπηγείται σε ελληνικά ναυπηγεία.

Η εμπειρία από τις φρεγάτες ΜΕΚΟ, τις πυραυλακάτους Super Vita και τα υποβρύχια Τύπου 214 αποτελεί τη βάση για τη διεκδίκηση νέου παραγωγικού έργου, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξουν επενδύσεις σε υποδομές, εξειδικευμένο προσωπικό και σταθερό προγραμματισμό.

Αντίστοιχα, για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου, η μεγάλη πρόκληση είναι να περάσουν από το στάδιο της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της δημιουργίας πρωτοτύπων στη μαζική παραγωγή και στην εξασφάλιση πραγματικών παραγγελιών. Πρόκειται για μια μετάβαση που απαιτεί πρόσβαση σε χρηματοδότηση, επενδύσεις σε σύγχρονο παραγωγικό εξοπλισμό, πιστοποιήσεις και συνεργασίες με μεγαλύτερους αμυντικούς ομίλους, ώστε οι ελληνικές εταιρείες να μπορούν να αξιοποιήσουν την τεχνογνωσία τους, να αποκτήσουν σταθερό παραγωγικό αντικείμενο και να ενταχθούν σε διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.

Η επόμενη περίοδος, επομένως, θα είναι καθοριστική για το κατά πόσο η ελληνική αμυντική βιομηχανία θα μπορέσει να αξιοποιήσει τη συγκυρία. Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι μόνο η διεκδίκηση χρηματοδοτήσεων, αλλά η εξασφάλιση σταθερού παραγωγικού έργου, που θα επιτρέψει στις ελληνικές επιχειρήσεις να αποκτήσουν διαρκή παρουσία στις ευρωπαϊκές αμυντικές αλυσίδες αξίας.