Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Νοτιοανατολική Ευρώπη μετατρέπεται ταχύτατα στο νέο πεδίο μάχης του ευρωπαϊκού ηλεκτρονικού εμπορίου και οι μεγάλοι διεθνείς παίκτες κινούνται πλέον σαν να πρόκειται για μια ενιαία αγορά. Η συμφωνία της Blackstone με τη Skroutz, η επιθετική επέκταση της Trendyol, η ενίσχυση του marketplace μοντέλου της Zalando, αλλά και η αθόρυβη ανάπτυξη της Temu και του eMAG δείχνουν ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο στην περιοχή περνά σε εντελώς διαφορετική φάση.

Και η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο τις ίδιες τις πλατφόρμες, αλλά συνολικά το μοντέλο του ηλεκτρονικού εμπορίου: τα logistics, τις αποθήκες, την ταχύτητα παράδοσης, τα δεδομένα, τις διασυνοριακές πωλήσεις και τελικά τον έλεγχο της ίδιας της υποδομής πίσω από τις online αγορές.

Το timing μόνο τυχαίο δεν θεωρείται. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν στο Balkan eCommerce Summit, η αγορά ηλεκτρονικού εμπορίου στη ΝΑ Ευρώπη αναπτύσσεται με ρυθμούς περίπου 20% ετησίως, υπερδιπλάσιους του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ η συνολική πίτα της περιοχής προσεγγίζει πλέον τα 9 δισ. δολάρια.

Το πιο σημαντικό όμως είναι το εξής: η Ελλάδα, η Ρουμανία, η Βουλγαρία και η Κροατία αντιμετωπίζονται πλέον ολοένα περισσότερο ως ένα πρώτο ενιαίο ευρωπαϊκό σύμπλεγμα αγορών, όπου το κοινό θεσμικό πλαίσιο, οι νέοι εμπορικοί και μεταφορικοί διάδρομοι και η ανάπτυξη των διασυνοριακών πωλήσεων επιτρέπουν στα marketplaces να λειτουργούν σε περιφερειακή και όχι σε τοπική κλίμακα.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η μεγάλη αλλαγή για την ελληνική αγορά. Για πρώτη φορά το ελληνικό ηλεκτρονικό εμπόριο παύει να λειτουργεί ως ένα σχετικά κλειστό οικοσύστημα, όπου οι βασικοί παίκτες, οι έμποροι και οι καταναλωτές κινούνταν σχεδόν αποκλειστικά εντός των εγχώριων συνόρων. Πλέον οι μεγάλες πλατφόρμες βλέπουν την Ελλάδα ως μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης περιφερειακής αγοράς, στην οποία οι έμποροι, οι αποθήκες, τα δίκτυα διανομής και οι καταναλωτές συνδέονται ολοένα περισσότερο μεταξύ τους.

Περιφερειακός πρωταθλητής

Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Skroutz φαίνεται να περνά στη σημαντικότερη φάση της ιστορίας της. Για την αγορά, η είσοδος της Blackstone δεν αποτελεί απλώς μια μεγάλη συναλλαγή ή μια αλλαγή μετόχου. Αντιμετωπίζεται κυρίως ως ψήφος εμπιστοσύνης σε ένα πολύ μεγαλύτερο σχέδιο, τη μετατροπή της Skroutz από κυρίαρχο ελληνικό marketplace σε περιφερειακό παίκτη της ΝΑ Ευρώπης.

Αλλωστε, η ίδια η εταιρεία έχει ήδη μετασχηματιστεί ριζικά τα τελευταία χρόνια. Από μια πλατφόρμα σύγκρισης τιμών εξελίχθηκε σταδιακά σε ολοκληρωμένο οικοσύστημα ηλεκτρονικού εμπορίου, επενδύοντας σε αποθήκες, δίκτυα διανομής, θυρίδες παραλαβής, υπηρεσίες fulfillment, συνδρομητικά προγράμματα και εργαλεία για εμπόρους. Ο συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Γιώργος Χατζηγεωργίου περιέγραψε τη συμφωνία με την Blackstone ως «το επόμενο κεφάλαιο» της Skroutz, υπενθυμίζοντας ότι πριν από λίγα χρόνια πολλοί θεωρούσαν αδύνατη ακόμη και τη μετάβαση από μια μηχανή σύγκρισης τιμών σε πλήρη πλατφόρμα ηλεκτρονικών αγορών.


Η ίδια η διαδρομή της εταιρείας εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και το ενδιαφέρον της Blackstone. Οταν η CVC Capital Partners επένδυσε στη Skroutz το 2020, η αποτίμηση της εταιρείας βρισκόταν κοντά στα 250 εκατ. ευρώ. Σήμερα, μετά την εκρηκτική ανάπτυξη που ακολούθησε την περίοδο της πανδημίας, η αποτίμηση προσεγγίζει τα 650 εκατ. ευρώ, ενώ η εταιρεία έχει ήδη αποκτήσει παρουσία, πέρα από την Ελλάδα, σε Κύπρο, Ρουμανία και Βουλγαρία.

Παράλληλα, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Χατζηγεωργίου μετά τη συμφωνία, η Skroutz διαθέτει πλέον περίπου 250.000 συνδρομητές loyalty υπηρεσιών, ενώ το δίκτυο διανομής της διαχειρίζεται ήδη περίπου το 70% των συνολικών παραδόσεων της πλατφόρμας. Την ίδια στιγμή, οι ιδιόκτητες υποδομές fulfillment εξυπηρετούν περίπου το 14% των παραγγελιών με παράδοση την επόμενη μέρα.

Για την αγορά, τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η Skroutz επιχειρεί πλέον να χτίσει κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα marketplace. Προσδοκά να καταστεί μια πλήρης υποδομή ηλεκτρονικού εμπορίου, ικανή να υποστηρίξει διασυνοριακές πωλήσεις και περιφερειακή ανάπτυξη. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα της επόμενης μέρας. Η μάχη πλέον δεν κρίνεται μόνο στο ποιος διαθέτει περισσότερους χρήστες ή εμπόρους, αλλά στο ποιος θα μπορέσει να αποκτήσει κλίμακα, αποθήκες, ταχύτητα παράδοσης, δεδομένα και τεχνολογικές υποδομές σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Για πρώτη φορά, όμως, η Skroutz καλείται να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον όπου απέναντί της δεν βρίσκονται μόνο τοπικοί ανταγωνιστές, αλλά διεθνείς πλατφόρμες με πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, πρόσβαση σε κεφάλαια και περιφερειακά δίκτυα logistics. Η Trendyol, η Temu, το eMAG και η Zalando δεν ανταγωνίζονται πλέον μόνο σε επίπεδο τιμών ή ποικιλίας προϊόντων, αλλά σε επίπεδο υποδομών, αποθηκών, ταχύτητας παράδοσης και δυνατότητας λειτουργίας σε πολλές αγορές ταυτόχρονα. Και αυτός είναι ίσως ο βασικός λόγος για τον οποίο η αγορά βλέπει πίσω από τη συμφωνία με την Blackstone μια προσπάθεια δημιουργίας του πρώτου ελληνικού περιφερειακού πρωταθλητή στο ηλεκτρονικό εμπόριο, σε μια αγορά όπου ο ανταγωνισμός αποκτά πλέον πραγματικά διεθνή χαρακτηριστικά.

Γιατί όλοι κοιτούν τη Ρουμανία

Αν υπάρχει μία αγορά που συμπυκνώνει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη τη νέα στρατηγική των marketplaces στη ΝΑ Ευρώπη, αυτή είναι η Ρουμανία. Με πληθυσμό περίπου 20 εκατομμυρίων καταναλωτών, ταχύτατα αναπτυσσόμενο ηλεκτρονικό εμπόριο και κομβική γεωγραφική θέση για τις μεταφορές και τα logistics, η χώρα εξελίσσεται σταδιακά στο βασικό περιφερειακό κέντρο για τη νέα οικονομία των marketplaces.

Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλοι οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς χτίζουν εκεί τις βασικές τους υποδομές. Το eMAG έχει ήδη αναδειχθεί στον κυρίαρχο περιφερειακό παίκτη της αγοράς, η Trendyol αναπτύσσει μεγάλο κέντρο διανομής κοντά στο Βουκουρέστι και οι υπόλοιπες πλατφόρμες αντιμετωπίζουν πλέον τη χώρα ως βασική πύλη για την ευρύτερη περιοχή. Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, η Ρουμανία συγκεντρώνει μια σειρά από πλεονεκτήματα που δύσκολα μπορούν να βρεθούν σήμερα σε άλλη αγορά της ΝΑ Ευρώπης: μεγάλη εσωτερική αγορά, αυξανόμενη αγοραστική δύναμη, ώριμο οικοσύστημα ηλεκτρονικού εμπορίου, σημαντικά χαμηλότερο λειτουργικό κόστος σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη και πολύ καλή γεωγραφική διασύνδεση με τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Για τα διεθνή marketplaces, η χώρα λειτουργεί ουσιαστικά ως η πρώτη αγορά κλίμακας στην περιοχή. Για τους Ελληνες εμπόρους, αντίστοιχα, αποτελεί πλέον την πιο φυσική πρώτη έξοδο προς το εξωτερικό, καθώς προσφέρει πολύ μεγαλύτερο κοινό από την ελληνική αγορά, χωρίς τα εμπόδια και το κόστος που συνεπάγεται η επέκταση προς πιο ώριμες δυτικοευρωπαϊκές αγορές.

Αυτό εξηγεί και γιατί οι περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις που επιχειρούν σήμερα να δραστηριοποιηθούν μέσω ξένων marketplaces ξεκινούν σχεδόν πάντα από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Η εγγύτητα, το κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο, η δυνατότητα ταχύτερης διανομής και η ολοένα μεγαλύτερη διασύνδεση των υποδομών δημιουργούν πλέον ένα πρώτο πραγματικό περιφερειακό οικοσύστημα ηλεκτρονικού εμπορίου στη ΝΑ Ευρώπη.

Το νέο κύμα πίεσης

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η πίεση προς την ελληνική αγορά ηλεκτρονικού εμπορίου αυξάνεται πλέον με ταχύτητα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δύσκολα μπορούσε να φανταστεί κανείς.

Η Trendyol φαίνεται να υλοποιεί ήδη ένα από τα πιο επιθετικά σχέδια επέκτασης που έχουν εμφανιστεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, η τουρκική πλατφόρμα έχει ξεκινήσει να εντάσσει Ελληνες εμπόρους στο δίκτυό της, ενώ τους τελευταίους μήνες πραγματοποίησε και σειρά επαφών με μεγάλους εγχώριους παίκτες του ηλεκτρονικού εμπορίου παρουσιάζοντας το σχέδιό της για την ελληνική αγορά και τη μελλοντική πρόσβαση των sellers σε αγορές του εξωτερικού.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι η πρώτη φάση της στρατηγικής της αφορά ουσιαστικά τη δημιουργία σημαντικής βάσης εμπόρων και προϊόντων στην ελληνική αγορά. Σε δεύτερο στάδιο, το σχέδιο προβλέπει τη διασύνδεση των Ελλήνων sellers με αγορές της ΝΑ Ευρώπης, κυρίως μέσω της Ρουμανίας και του νέου περιφερειακού κέντρου διανομής που αναπτύσσει κοντά στο Βουκουρέστι.

Για την αγορά, το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η Trendyol δεν αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως μια μεμονωμένη χώρα, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου περιφερειακού δικτύου, όπου η εγγύτητα με την Τουρκία και η δυνατότητα ταχείας τροφοδοσίας από τα logistics hubs της Κωνσταντινούπολης δημιουργούν σημαντικά πλεονεκτήματα κόστους και ταχύτητας.

Την ίδια στιγμή, και η Temu φαίνεται να αλλάζει σταδιακά το μοντέλο λειτουργίας της στην περιοχή. Αν και μέχρι πρόσφατα είχε ταυτιστεί σχεδόν αποκλειστικά με απευθείας αποστολές προϊόντων από την Ασία σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς η πλατφόρμα έχει ήδη ξεκινήσει να αναπτύσσει τοπική παρουσία στην Ελλάδα και να αναζητά συνεργασίες με Ελληνες εμπόρους.

Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική από στελέχη του κλάδου, καθώς μέχρι σήμερα η Temu αντιμετωπιζόταν κυρίως ως μια πλατφόρμα πωλήσεων από Ασιάτες sellers. Η σταδιακή στροφή προς τοπικούς εμπόρους δείχνει ότι η εταιρεία επιχειρεί πλέον να αποκτήσει πολύ βαθύτερη παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά και να ενισχύσει το αποτύπωμά της στη ΝΑ Ευρώπη.

Η κίνηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνυπολογίσει κανείς τη διείσδυση που φαίνεται να έχει ήδη η Temu στους καταναλωτές της περιοχής. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η πλατφόρμα αριθμεί ήδη περίπου 3 εκατομμύρια χρήστες στην Ελλάδα και περίπου 6 εκατομμύρια στη Ρουμανία, γεγονός που αποτυπώνει τη δυναμική με την οποία εξαπλώνονται τα νέα μοντέλα ηλεκτρονικών αγορών στη ΝΑ Ευρώπη.

Παράλληλα, και η Zalando ενισχύει σταδιακά το marketplace μοντέλο της στη ΝΑ Ευρώπη, στρεφόμενη ολοένα περισσότερο προς συνεργασίες με τοπικούς sellers και περιφερειακά δίκτυα συνεργατών, ιδιαίτερα στον χώρο της μόδας. Για την αγορά, η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι ακόμη και οι πιο ώριμοι ευρωπαϊκοί παίκτες του e-commerce μετακινούνται πλέον από το παραδοσιακό μοντέλο online λιανικής προς πολυκαναλικά οικοσυστήματα marketplaces.

Το αποτέλεσμα είναι ότι για πρώτη φορά το ελληνικό ηλεκτρονικό εμπόριο καλείται να λειτουργήσει σε συνθήκες πραγματικά διεθνούς ανταγωνισμού. Και αυτή η μετάβαση δεν αφορά πλέον μόνο τις τιμές ή την ποικιλία προϊόντων, αλλά συνολικά τις υποδομές, τα logistics, την τεχνολογία, την ταχύτητα παράδοσης και τελικά την ικανότητα λειτουργίας σε πολλές αγορές ταυτόχρονα.

Το μεγάλο σοκ

Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, οι Ελληνες έμποροι βρίσκονται μπροστά ίσως στη μεγαλύτερη αλλαγή που έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα το εγχώριο ηλεκτρονικό εμπόριο. Και το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, είναι ότι μεγάλο μέρος του ελληνικού e-commerce αναπτύχθηκε σε ένα σχετικά κλειστό περιβάλλον, χωρίς τις απαιτήσεις διασυνοριακής λειτουργίας και πολυκαναλικών πωλήσεων που χαρακτηρίζουν τα μεγάλα διεθνή marketplaces.

Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που μεταφέρει η κα Αθηνά Πήττα, επικεφαλής στην Ελλάδα της Base.com, της πολωνικής εταιρείας τεχνολογίας που λειτουργεί ως πλατφόρμα διασύνδεσης ηλεκτρονικών καταστημάτων με διεθνή marketplaces. Οπως αναφέρει, 9 στους 10 Ελληνες εμπόρους δηλώνουν ότι θέλουν να επεκταθούν εκτός συνόρων, ωστόσο οι περισσότεροι δεν διαθέτουν ακόμη ούτε τις βασικές υποδομές που απαιτεί το σύγχρονο διασυνοριακό ηλεκτρονικό εμπόριο. «Μέχρι σήμερα πολλοί Ελληνες retailers λειτουργούσαν ουσιαστικά μόνο μέσα στην ελληνική αγορά. Τώρα καλούνται ξαφνικά να ανταγωνιστούν sellers από πολλές διαφορετικές χώρες, σε επίπεδο τιμών, ταχύτητας παράδοσης και διαθεσιμότητας προϊόντων», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Τα προβλήματα ξεκινούν από βασικά τεχνικά ζητήματα, όπως η απουσία διεθνών κωδικών προϊόντων, η ελλιπής διασύνδεση αποθηκών και η δυσκολία συγχρονισμού αποθεμάτων, και φτάνουν μέχρι τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις, τη διαχείριση επιστροφών και συνολικά την έλλειψη κουλτούρας λειτουργίας σε πολυκαναλικό περιβάλλον.
Για χρόνια, μεγάλο μέρος του ελληνικού ηλεκτρονικού εμπορίου αναπτύχθηκε σε ένα σχετικά προστατευμένο περιβάλλον, με περιορισμένο διεθνή ανταγωνισμό και βασικό άξονα τις εγχώριες πλατφόρμες και τη διαφήμιση μέσω Google και κοινωνικών δικτύων. Η είσοδος των διεθνών marketplaces ανατρέπει πλέον βίαια αυτή την ισορροπία.

Σύμφωνα με την ίδια, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε ένα μόνο κανάλι πωλήσεων, την ώρα που το διεθνές ηλεκτρονικό εμπόριο μετακινείται πλέον προς ένα πολυκαναλικό μοντέλο, όπου οι sellers καλούνται να λειτουργούν ταυτόχρονα σε πολλές διαφορετικές πλατφόρμες και αγορές. Την ίδια στιγμή, η πίεση αυξάνεται. Ολο και περισσότεροι ξένοι sellers αποκτούν πρόσβαση στην ελληνική αγορά και οι καταναλωτές εξοικειώνονται με πολύ μεγαλύτερους καταλόγους προϊόντων, άμεσες παραδόσεις και χαμηλότερες τιμές. Για πρώτη φορά, λοιπόν, πολλοί Ελληνες έμποροι συνειδητοποιούν ότι ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται πλέον στα ελληνικά σύνορα.

Το ενδιαφέρον, πάντως, για την επέκταση στο εξωτερικό είναι ήδη ορατό. Σύμφωνα με στοιχεία που μεταφέρει η Base.com, περίπου 300 ελληνικά ηλεκτρονικά καταστήματα που συνεργάζονται με την πλατφόρμα πωλούν ήδη μέσω ξένων marketplaces, με το eMAG σε Ρουμανία και Βουλγαρία να αποτελεί σήμερα την πιο δημοφιλή επιλογή, ακολουθούμενο από την Trendyol και το Temu.

Το οικοσύστημα

Τη δυναμική αυτής της νέας αγοράς δεν φαίνεται να τη διακρίνουν μόνο τα marketplaces, αλλά και οι εταιρείες τεχνολογίας και υποδομών που κινούνται γύρω από το οικοσύστημα του ηλεκτρονικού εμπορίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Base.com. Η πολωνική πλατφόρμα τεχνολογίας αποφάσισε να εισέλθει στην ελληνική αγορά πέρυσι, εκτιμώντας ότι η περιοχή βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια νέα φάση εκρηκτικής ανάπτυξης των διεθνών marketplaces.

«Ηρθαμε στην Ελλάδα γιατί βλέπαμε ότι έρχονται τα marketplaces», παραδέχεται η κυρία Πήττα, περιγράφοντας ουσιαστικά τη λογική με την οποία διεθνείς εταιρείες τεχνολογίας αρχίζουν να τοποθετούνται εγκαίρως στην περιοχή προτού ωριμάσει πλήρως η αγορά.

Για την αγορά, η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο μετατρέπεται πλέον σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή online βιτρίνα προϊόντων. Γύρω από τα marketplaces αναπτύσσεται σταδιακά μια ολόκληρη νέα οικονομία υπηρεσιών και υποδομών, η οποία περιλαμβάνει από διασύνδεση ηλεκτρονικών καταστημάτων και συγχρονισμό αποθεμάτων μέχρι αυτοματοποίηση παραγγελιών, εργαλεία δεδομένων, fulfillment και πιο σύνθετα δίκτυα logistics. Στην πράξη, δηλαδή, το ηλεκτρονικό εμπόριο μετατρέπεται από ένα σχετικά τοπικό μοντέλο πωλήσεων σε ένα περιφερειακό οικοσύστημα, όπου η τεχνολογία, τα δεδομένα και οι υποδομές αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

Το τέλος του παλιού

Η αλλαγή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τους νέους παίκτες που εισέρχονται στην αγορά, αλλά το ίδιο το μοντέλο λειτουργίας του ηλεκτρονικού εμπορίου, το οποίο αλλάζει πλέον με ταχύτητα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς, περίπου το 70% του συνολικού τζίρου του ηλεκτρονικού εμπορίου περνά πλέον μέσα από marketplaces, τάση που ενισχύεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια. Για όλο και περισσότερες επιχειρήσεις, η παρουσία σε μεγάλες πλατφόρμες ηλεκτρονικών αγορών παύει να αποτελεί συμπληρωματικό κανάλι πωλήσεων και μετατρέπεται σε βασική στρατηγική επιλογή. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το παραδοσιακό μοντέλο ανάπτυξης, όπου ένα ηλεκτρονικό κατάστημα βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στη διαφήμιση μέσω Google ή κοινωνικών δικτύων για να προσελκύσει πελάτες, εμφανίζει πλέον μικρότερη αποτελεσματικότητα, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις που θέλουν να αποκτήσουν κλίμακα και παρουσία σε πολλές αγορές ταυτόχρονα.

Στη θέση του αναπτύσσεται σταδιακά ένα νέο πολυκαναλικό μοντέλο, όπου οι sellers καλούνται να λειτουργούν ταυτόχρονα σε διαφορετικά marketplaces, να προσαρμόζουν τιμές και προϊόντα ανά αγορά και να διαχειρίζονται πιο σύνθετα δίκτυα διανομής και εξυπηρέτησης.
Για την αγορά, αυτό σηματοδοτεί ουσιαστικά το τέλος της εποχής του τοπικού ηλεκτρονικού εμπορίου και την είσοδο σε ένα πολύ πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπου η τεχνολογία, τα δεδομένα, τα logistics και η δυνατότητα λειτουργίας σε περιφερειακή κλίμακα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.

Οι νέοι νικητές

Σε αυτή τη νέα αγορά, ορισμένες κατηγορίες προϊόντων φαίνεται ήδη να αποκτούν σαφές προβάδισμα στο διασυνοριακό ηλεκτρονικό εμπόριο, καθώς συνδυάζουν υψηλή ζήτηση, ευκολότερη μεταφορά και δυνατότητα ανταγωνιστικής τιμολόγησης.
Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, οι πιο δυναμικές κατηγορίες αυτή τη στιγμή είναι η μόδα, τα ηλεκτρονικά είδη, τα προϊόντα για το σπίτι και τον κήπο, αλλά και ο χώρος του φαρμακείου και της προσωπικής φροντίδας, όπου ελληνικές επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο δραστήριες στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των ελληνικών online φαρμακείων, τα οποία τα τελευταία χρόνια έχουν αποκτήσει σημαντική τεχνογνωσία στο ηλεκτρονικό εμπόριο και αρχίζουν πλέον να βλέπουν όλο και πιο επιθετικά τις αγορές του εξωτερικού. Σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις διαθέτουν συχνά καλύτερη οργάνωση αποθεμάτων, ισχυρή εξειδίκευση σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων και μεγαλύτερη εξοικείωση με το μοντέλο των marketplaces σε σχέση με άλλους τομείς του ελληνικού λιανεμπορίου. Το ενδιαφέρον είναι ότι η νέα αυτή τάση δεν περιορίζεται μόνο στις μεγάλες επιχειρήσεις. Ολο και μικρότερα ελληνικά ηλεκτρονικά καταστήματα αρχίζουν να εξετάζουν την παρουσία τους σε πολλές διαφορετικές αγορές ταυτόχρονα, επιδιώκοντας να αποκτήσουν πρόσβαση σε πολύ μεγαλύτερο καταναλωτικό κοινό από αυτό της ελληνικής αγοράς.

«Γιατί να πουλάς σε αγορά 10 εκατομμυρίων και όχι σε αγορά 400 εκατομμυρίων;» ρωτά ρητορικά η κυρία Πήττα, αποτυπώνοντας τη λογική που αρχίζει πλέον να κυριαρχεί σε ένα κομμάτι του ελληνικού ηλεκτρονικού εμπορίου.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη αλλαγή που φέρνει το νέο κύμα των marketplaces στη Νοτιοανατολική Ευρώπη: για πρώτη φορά το ελληνικό ηλεκτρονικό εμπόριο παύει να σκέφτεται αποκλειστικά τοπικά και αρχίζει να λειτουργεί ως μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης περιφερειακής αγοράς, όπου οι αποστάσεις μικραίνουν, τα σύνορα γίνονται λιγότερο σημαντικά και ο ανταγωνισμός αποκτά πλέον πραγματικά διεθνή χαρακτηριστικά.

Διαβάστε ακόμη 

Κοντά σε μνημόνιο συναντίληψης ΗΠΑ και Ιράν: Διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ – Στις καλένδες τα πυρηνικά

Ποιους κλάδους χρηματοδοτούν οι τράπεζες – Πάνω από τα 14 δισ. ευρώ η πιστωτική επέκταση το 2026

Domes Resorts: Νέος κύκλος ανάπτυξης με διεθνείς συμμαχίες, εξαγορές και ανοίγματα ξενοδοχείων

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα