Οι υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκοί κανόνες για την κυβερνοασφάλεια φέρνουν κοινά πιστοποιητικά για τα προϊόντα τεχνολογίας, αλλά και τη δυνατότητα αποκλεισμού προμηθευτών με βάση τη χώρα προέλευσης. Μόνο για την αλλαγή εξοπλισμού 5G, η Κομισιόν υπολογίζει κόστος έως και 12,9 δισ. ευρώ σε τρία χρόνια.
Πιο ασφαλείς τεχνολογικές υποδομές και δίκτυα τηλεπικοινωνιών θέλει η Ευρώπη. Η ασφάλεια όμως κοστίζει, και όσο οι Βρυξέλλες αυστηροποιούν τους κανόνες, τόσο πιο καίριο γίνεται το ερώτημα «ποιος θα πληρώσει το κόστος;». Αφορμή είναι η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη νέα πράξη για την κυβερνοασφάλεια (Cyber Security Act 2.0 ή CSA2), που παρουσιάστηκε στις 20 Ιανουαρίου 2026 και συζητείται ακόμη στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.
Η πρόταση CSA2 ενισχύει τον ευρωπαϊκό οργανισμό κυβερνοασφάλειας ENISA, φέρνει κοινούς κανόνες πιστοποίησης για προϊόντα και υπηρεσίες τεχνολογίας και βάζει όρους για τις χώρες προέλευσης του τεχνολογικού εξοπλισμού. Τις πιθανές συνέπειες εξετάζει νέα μελέτη του μεταπτυχιακού προγράμματος «Κυβερνοασφάλεια και Τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης» του Πανεπιστημίου Πειραιώς, υπό την επιστημονική ευθύνη του καθηγητή Χρήστου Ξενάκη, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας.
Τι αλλάζει για κράτη και επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, το cloud και οι τράπεζες, θα πρέπει να χαρτογραφήσουν το μέγεθος της εξάρτησής τους από τους λεγόμενους προμηθευτές «υψηλού κινδύνου». Θα πρέπει επίσης να εφαρμόζουν όσα μέτρα αποφασιστούν, από περισσότερους εναλλακτικούς προμηθευτές μέχρι την ενδεχόμενη πλήρη απομάκρυνση εξοπλισμού που προέρχεται από προμηθευτές και χώρες υψηλού κινδύνου. Για τις σοβαρότερες παραβάσεις προβλέπονται υψηλά πρόστιμα. Τα κράτη-μέλη πρόκειται να επιβλέπουν την εφαρμογή των κανόνων στην επικράτειά τους. Θα ακολουθούν όμως τις εγκεκριμένες απαιτήσεις πιστοποίησης εκεί όπου υπάρχει ήδη ευρωπαϊκό σχήμα.
Ποιος πιστοποιεί και με ποια κριτήρια
Για τις εταιρείες τεχνολογίας, το μεγάλο κέρδος είναι οι κοινοί κανόνες. Με το CSA2, ένα προϊόν που πιστοποιείται μία φορά, θα μπορεί να πουληθεί πιο εύκολα σε όλη την ΕΕ. Η διαδικασία προβλέπει τρία στάδια: ο ENISA ετοιμάζει «σχήματα πιστοποίησης», δηλαδή τους κανόνες για κάθε κατηγορία προϊόντων, η Κομισιόν τα εγκρίνει και διαπιστευμένοι φορείς εκδίδουν τα πιστοποιητικά. Ενιαίες προδιαγραφές για όλα τα προϊόντα δεν θα υπάρχουν. Οι απαιτήσεις θα ορίζονται ανά κατηγορία και θα γίνονται αυστηρότερες όσο πιο ευαίσθητη είναι η χρήση ενός προϊόντος και όσο υψηλότερο είναι το ζητούμενο επίπεδο ασφάλειας.
Η πιστοποίηση θα παραμείνει κατά κανόνα προαιρετική, εκτός αν η νομοθεσία ορίζει διαφορετικά. Το CSA2 θα βοηθά τις επιχειρήσεις να αποδείξουν ότι συμμορφώνονται και με άλλους ισχύοντες κανόνες της ΕΕ, όπως την Πράξη για την κυβερνοανθεκτικότητα (Cyber Resilience Act), χωρίς όμως να «καλύπτει» αυτόματα, όλο το ήδη υπάρχον νομικό πλαίσιο.
Αποκλεισμοί λόγω χώρας προέλευσης
Η νέα Πρόταση CSA2 προβλέπει ότι ο εξοπλισμός δεν θα αξιολογείται μόνο για το αν είναι τεχνικά ασφαλής -τεχνικά κριτήρια- αλλά και για το ποιος ελέγχει την εταιρεία που τον κατασκευάζει και σε ποια χώρα έχει την έδρα της. Η Κομισιόν θα μπορεί να χαρακτηρίζει μια χώρα εκτός ΕΕ, και τις εταιρείες που ελέγχονται από αυτήν, ως «υψηλού κινδύνου». Με άλλα λόγια, ενδέχεται να αποκλειστούν όχι μόνο μεμονωμένες εταιρείες αλλά και ολόκληρες χώρες, με κριτήρια που δεν είναι τεχνικά. Η μελέτη του Πανεπιστημίου Πειραιώς και του Ελληνικού Ινστιτούτου Κυβερνοασφάλειας χαρακτηρίζει τα κριτήρια αυτά ασαφή και ανοιχτά σε πολλές ερμηνείες.
Ποιος θα έχει τον τελευταίο λόγο;
Σήμερα κάθε κράτος-μέλος αποφασίζει αυτόνομα ποιοι προμηθευτές είναι αποδεκτοί για τις τεχνολογικές υποδομές του. Με την Πρόταση CSA2 η απόφαση θα περάσει σε μεγάλο βαθμό στις Βρυξέλλες. Η Κομισιόν θα καταρτίζει τη λίστα και θα ορίζει απαγορεύσεις και προθεσμίες, ενώ όπου ισχύουν δεσμευτικοί ευρωπαϊκοί περιορισμοί, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να συμπλέουν. Σύμφωνα με τη μελέτη, αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την -θεμελιώδη για την ΕΕ- αρχή της εθνικής κυριαρχίας.
Ο λογαριασμός για το 5G
Η μεγάλη μάχη δίνεται στην κινητή τηλεφωνία, όπου ο εξοπλισμός προμηθευτών «υψηλού κινδύνου» προβλέπεται ότι θα πρέπει να αντικατασταθεί σταδιακά, μέσα σε έως 36 μήνες από τη δημοσίευση της λίστας. Τα νούμερα της ίδιας της Κομισιόν είναι αποκαλυπτικά: σε ένα συγκεκριμένο σενάριο της ΕΕ για αντικατάσταση εξοπλισμού 5G, το κόστος φτάνει τα 3,4 έως 4,3 δισ. ευρώ τον χρόνο, δηλαδή 10,2 έως 12,9 δισ. ευρώ στην τριετία.
Και αυτό είναι μόνο ένα σενάριο· το συνολικό κόστος του CSA2 μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο, καθώς επιπλέον απαιτούνται εκπαίδευση, διασφάλιση διαλειτουργικότητας εξοπλισμών κ.α.
Κεφάλαια που «κόβονται» από νέα δίκτυα
Για τους παρόχους τηλεπικοινωνιών, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα θα ξοδέψουν, αλλά από πού θα τα «κόψουν». Σε κοινή τους δήλωση, οι επικεφαλής 17 ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιακών ομίλων αναφέρουν ότι ο κλάδος επενδύει σε υποδομές, περίπου 64 δισ. ευρώ ετησίως. Σύμφωνα με τη διεθνή ένωση παρόχων κινητής GSMA, απαιτούνται άλλα 475 δισ. ευρώ για να αποκτήσει η Ευρώπη δίκτυα κινητής παγκόσμιου επιπέδου. Κάθε ευρώ που μπορεί να πάει στην αντικατάσταση εξοπλισμού -ο οποίος ενώ λειτουργεί κανονικά μπορεί να χρειαστεί αντικατάσταση λόγω προέλευσης- είναι ένα ευρώ λιγότερο για 5G, 6G και καλύτερα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα.
Ποιος θα πληρώσει;
Η Πρόταση δεν προβλέπει γενικό μηχανισμό αποζημίωσης για τον εξοπλισμό που οι εταιρείες ενδέχεται να αναγκαστούν να αντικαταστήσουν. Το βάρος, λοιπόν, πέφτει πρώτα στους παρόχους. Αν όλο το κόστος περνούσε στους συνδρομητές, η Κομισιόν υπολογίζει επιβάρυνση περίπου 6,5 έως 8,3 ευρώ ανά συνδρομητή ετησίως, για τα πρώτα τρία χρόνια. Η ΕΕ θεωρεί απίθανο να μετακυλιστεί ολόκληρο το κόστος στους καταναλωτές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα μείνουν ανεπηρέαστοι. Σε μια αγορά που ήδη επενδύει πολλά, η πίεση στα κέρδη μπορεί να φέρει είτε υψηλότερες τιμές είτε λιγότερες επενδύσεις. Επιπλέον, με λιγότερους προμηθευτές, ο ανταγωνισμός μειώνεται και ο τεχνολογικός εξοπλισμός πιθανότατα ακριβαίνει.
Η δύσκολη ισορροπία
Η Ευρώπη χρειάζεται ασφαλέστερα δίκτυα, αλλά και νέες επενδύσεις. Το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το πώς θα αξιολογούνται οι προμηθευτές, αν τα κράτη θα διατηρήσουν τον πρώτο λόγο στις επιλογές τους, πόσος χρόνος θα δοθεί για τη μετάβαση και, κυρίως, ποιος θα επιβαρυνθεί το κόστος. Οι επιχειρήσεις πάντως καταγράφουν ήδη από ποιους προμηθευτές εξαρτώνται, ώστε να μην αιφνιδιαστούν.
Για την Ευρώπη, το στοίχημα δεν είναι αν θα επενδύσει στην κυβερνοασφάλεια, αλλά πώς θα μοιράσει τον λογαριασμό, χωρίς η ασφάλεια να γίνει ένας νέος, κρυφός «φόρος» στην ασφαλή ψηφιακή καθημερινότητα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.