Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Μεγάλους τραπεζικούς «κουμπαράδες», αλλά περιορισμένη διάθεση ανάληψης επενδυτικού κινδύνου, διαθέτουν τα νοικοκυριά σε δύο από τις πιο εύπορες οικονομίες της Ευρώπης. Οι Ελβετοί και οι Γερμανοί εξακολουθούν να αποταμιεύουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, ωστόσο η συστηματική αποταμίευση δεν συνοδεύεται απαραίτητα από αντίστοιχη αξιοποίηση των χρημάτων στις κεφαλαιαγορές.

Η αντίφαση είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Γερμανία, όπου η συνήθεια της αποταμίευσης παραμένει βαθιά ριζωμένη, αλλά μεγάλος αριθμός πολιτών αποφεύγει τις μετοχές και άλλα χρηματιστηριακά προϊόντα, προτιμώντας πιο συντηρητικές επιλογές.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, το ακαθάριστο ποσοστό αποταμίευσης στη Γερμανία διαμορφώνεται στο 18,9% του εισοδήματος, έναντι 19,6% το 2024. Παρά τη μικρή υποχώρηση, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ανέρχεται σε 14,3%.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, μόνο η Ελβετία καταγράφει υψηλότερη επίδοση, με τα νοικοκυριά να αποταμιεύουν κατά μέσο όρο το 27,4% του ακαθάριστου εισοδήματός τους.

Η σύγκριση, πάντως, χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: στην Ελβετία η ιδιωτική χρηματοδότηση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης αποτελεί πολύ πιο διαδεδομένη πρακτική, γεγονός που συμβάλλει στη διαμόρφωση του υψηλού ποσοστού.

Οι διαφορές στην Ευρώπη και το ρεκόρ της πανδημίας

Στον αντίποδα, οι Ιταλοί εμφανίζουν μεγαλύτερη ροπή προς την κατανάλωση, με ποσοστό αποταμίευσης μόλις 10,8%.

Η επίδοσή τους βρίσκεται πολύ κοντά σε εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 10,7%.

Τα συγκεκριμένα μεγέθη αφορούν την ακαθάριστη αποταμίευση, δηλαδή την αποταμίευση ως ποσοστό του ακαθάριστου εισοδήματος, χωρίς να συνυπολογίζονται οι αποσβέσεις και η φθορά κεφαλαίου.

Για παράδειγμα, δεν αφαιρείται η σταδιακή απώλεια αξίας περιουσιακών στοιχείων, όπως μπορεί να συμβαίνει με μια ιδιόκτητη κατοικία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη της αποταμίευσης στη Γερμανία κατά την περίοδο της πανδημίας.

Το 2020 το ακαθάριστο ποσοστό αποταμίευσης εκτοξεύθηκε στο ιστορικό υψηλό του 22,9%, καθώς τα περιοριστικά μέτρα περιόρισαν δραστικά τις δυνατότητες κατανάλωσης.

Τα ταξίδια αναψυχής αναβάλλονταν, οι χώροι εστίασης και διασκέδασης παρέμεναν κλειστοί και πολλές καθημερινές δραστηριότητες είχαν ανασταλεί.

Ως αποτέλεσμα, σημαντικό μέρος των χρημάτων που υπό κανονικές συνθήκες θα κατευθυνόταν στην κατανάλωση παρέμενε στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Παρά την επιστροφή στην κανονικότητα, η διάθεση για αποταμίευση εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τη γερμανική οικονομία.

Τουλάχιστον 10 ευρώ στην άκρη για κάθε 100 ευρώ εισοδήματος

Η εικόνα παραμένει ενδεικτική και όταν εξετάζεται το καθαρό ποσοστό αποταμίευσης, το οποίο υπολογίζεται με βάση το πραγματικά διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Στη Γερμανία, το συγκεκριμένο ποσοστό κινείται σταθερά μεταξύ 10% και 11%.

Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος, τουλάχιστον 10 ευρώ αποταμιεύονται, αντί να κατευθύνονται σε άμεσες καταναλωτικές δαπάνες.

Η συμπεριφορά αυτή αποτυπώνει τη σημασία που αποδίδουν οι Γερμανοί στη δημιουργία οικονομικών αποθεμάτων, είτε για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων αναγκών είτε για την κάλυψη μελλοντικών υποχρεώσεων.

Ωστόσο, η συσσώρευση αποταμιεύσεων δεν συνεπάγεται απαραίτητα και υψηλή απόδοση των κεφαλαίων.

Σε άλλες χώρες, οι πολίτες εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμοι να τοποθετήσουν χρήματα στις αγορές, αναλαμβάνοντας υψηλότερο επενδυτικό κίνδυνο με στόχο μεγαλύτερες μακροπρόθεσμες αποδόσεις.

Αντίθετα, στη Γερμανία εξακολουθούν να έχουν σημαντική θέση οι προθεσμιακές καταθέσεις και τα συντηρητικότερα αποταμιευτικά προϊόντα, τα οποία συνήθως προσφέρουν περιορισμένες δυνατότητες απόδοσης σε σύγκριση με τις επενδύσεις σε μετοχές.

Μόλις το 28% των Γερμανών διαθέτει μετοχές

Το χάσμα ανάμεσα στην αποταμιευτική συμπεριφορά και στην επενδυτική δραστηριότητα αποτυπώνεται σε έρευνα του Συνδέσμου Γερμανικών Ταμιευτηρίων (DSGV).

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, τρεις στους τέσσερις Γερμανούς, ποσοστό 75%, θεωρούν την αποταμίευση σημαντική ή πολύ σημαντική.

Παρά τη μεγάλη σημασία που αποδίδουν στη διατήρηση χρηματικών αποθεμάτων, μόνο το 35% διαθέτει συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο.

Ακόμη χαμηλότερο είναι το ποσοστό όσων συμμετέχουν άμεσα στη χρηματιστηριακή αγορά.

Μόλις το 28% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι διαθέτει μετοχές, στοιχείο που αναδεικνύει την περιορισμένη αξιοποίηση των επενδυτικών δυνατοτήτων από μεγάλο μέρος των γερμανικών νοικοκυριών.

Η απουσία μακροπρόθεσμου επενδυτικού σχεδιασμού σημαίνει ότι σημαντικά κεφάλαια παραμένουν σε προϊόντα χαμηλότερων αποδόσεων, ακόμη και όταν οι αποταμιευτές διαθέτουν τη δυνατότητα να ακολουθήσουν διαφορετικές στρατηγικές.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η χρηματοδότηση της συνταξιοδότησης και η διατήρηση της αγοραστικής δύναμης αποτελούν βασικές οικονομικές προκλήσεις.

Ο φόβος του επενδυτικού κινδύνου και το σχέδιο για τα ETF

Η βασικότερη αιτία αυτής της επιφυλακτικότητας φαίνεται να είναι η δυσκολία αξιολόγησης των κινδύνων που συνοδεύουν τις χρηματιστηριακές επενδύσεις.

Στην έρευνα, το 37% των συμμετεχόντων αναφέρει ότι δεν αισθάνεται σε θέση να εκτιμήσει σωστά τον κίνδυνο μιας τοποθέτησης στο χρηματιστήριο.

Η αβεβαιότητα γύρω από πιθανές απώλειες λειτουργεί αποτρεπτικά, ακόμη και για πολίτες που διαθέτουν σημαντικές αποταμιεύσεις και θα μπορούσαν να επενδύσουν μέρος τους σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Με στόχο την αλλαγή αυτής της εικόνας, η γερμανική κυβέρνηση σχεδιάζει από τον Ιανουάριο του 2027 την επιδότηση ειδικών επενδυτικών λογαριασμών που θα συνδέονται με διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETF) ή άλλα χαρτοφυλάκια μετοχών.

Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη διεύρυνση των επιλογών συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, δίνοντας στους πολίτες περισσότερα εργαλεία για τη μακροχρόνια αξιοποίηση των χρημάτων τους.

Τα ETF προσφέρουν τη δυνατότητα επένδυσης σε ένα σύνολο τίτλων μέσω ενός χρηματιστηριακά διαπραγματεύσιμου προϊόντος, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η επιλογή μεμονωμένων μετοχών.

Η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να διευκολύνει τη συμμετοχή περισσότερων αποταμιευτών στις αγορές, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει τον επενδυτικό κίνδυνο.

Το βασικό στοίχημα για τη Γερμανία είναι πλέον η μετάβαση από την παραδοσιακή αποταμίευση στη συστηματική αξιοποίηση κεφαλαίων, με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στην ανοχή κινδύνου κάθε νοικοκυριού.

Άλλωστε, οι Γερμανοί έχουν ήδη αποδείξει ότι γνωρίζουν πώς να βάζουν χρήματα στην άκρη. Το επόμενο βήμα είναι να αποκτήσουν μεγαλύτερη εξοικείωση με τις δυνατότητες, αλλά και με τους κινδύνους, που συνοδεύουν την επένδυσή τους.