search icon

Ευρώπη

Ευρωπαϊκή βιομηχανία: Το νέο «China shock» και η απειλή για θέσεις εργασίας και παραγωγή

Η κινεζική εξαγωγική επέλαση πιέζει ολοένα περισσότερο την ευρωπαϊκή βιομηχανία, ενισχύοντας τα εμπορικά ελλείμματα και τις απώλειες θέσεων εργασίας. Η ΕΕ εξετάζει πλέον αυστηρότερα μέτρα, δασμούς και νέους μηχανισμούς προστασίας απέναντι στην Κίνα

Η κινεζική εξαγωγική επέλαση μετατρέπεται πλέον σε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές προκλήσεις για την Ευρώπη. Μετά τις ΗΠΑ, όπου το πρώτο «China shock» άλλαξε βαθιά την εμπορική και βιομηχανική πολιτική, η πίεση περνά τώρα με μεγαλύτερη ένταση στην ευρωπαϊκή μεταποίηση, αναγκάζοντας κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να επανεξετάσουν τη στάση τους απέναντι στο Πεκίνο.

Η ουσία του προβλήματος βρίσκεται στην τεράστια παραγωγική δυναμικότητα της Κίνας. Τα εργοστάσιά της παράγουν περισσότερα προϊόντα από όσα μπορεί να απορροφήσει η αδύναμη εγχώρια ζήτηση, με αποτέλεσμα οι κινεζικές επιχειρήσεις να στρέφονται όλο και περισσότερο στις διεθνείς αγορές.

Αυτό το κύμα εξαγωγών σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές ασκεί αυξανόμενη πίεση σε κλάδους που αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, από τα αυτοκίνητα και τα μηχανήματα μέχρι τον χάλυβα και τον τεχνολογικό εξοπλισμό.

Για την Ευρώπη, το δίλημμα γίνεται πλέον σαφές: θα συνεχίσει να στηρίζεται σε μια σχετικά ανοικτή εμπορική πολιτική ή θα κινηθεί προς ένα πιο προστατευτικό μοντέλο, πιο κοντά σε εκείνο που έχουν υιοθετήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες;

Το «China shock» γίνεται παγκόσμιο

Το πρώτο μεγάλο «China shock» συνδέθηκε με την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001 και με την εκρηκτική αύξηση των κινεζικών εισαγωγών στις ΗΠΑ. Η εξέλιξη αυτή αναμόρφωσε πολλές αμερικανικές βιομηχανικές περιοχές, ενίσχυσε τις απώλειες θέσεων εργασίας στη μεταποίηση και συνέβαλε στη σταδιακή σκλήρυνση της αμερικανικής στάσης απέναντι στο Πεκίνο.

Σήμερα, μια παρόμοια διαδικασία φαίνεται να αποκτά διεθνή διάσταση.

Η πίεση που δέχονται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες απώλειες θέσεων εργασίας στη βιομηχανία, δημιουργεί ολοένα ισχυρότερα πολιτικά κίνητρα για προστατευτικά μέτρα.

Ιδιαίτερα στη Γερμανία, όπου η μεταποίηση αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, η συζήτηση αποκτά επείγοντα χαρακτήρα. Δεκάδες χιλιάδες βιομηχανικές θέσεις εργασίας έχουν χαθεί, ενώ οι γερμανικές επιχειρήσεις διαπιστώνουν ότι οι κινεζικοί όμιλοι δεν αποτελούν πλέον μόνο πελάτες ή προμηθευτές, αλλά άμεσους ανταγωνιστές στις ίδιες κατηγορίες προϊόντων.

Το γεγονός αυτό μεταβάλλει σταδιακά και την πολιτική στάση απέναντι στην Κίνα.

Η κινεζική υπερπαραγωγή και η πίεση στις τιμές

Στην καρδιά της νέας εμπορικής έντασης βρίσκεται η υπερπαραγωγική ικανότητα της κινεζικής οικονομίας.

Η ασθενέστερη εγχώρια κατανάλωση σημαίνει ότι μεγάλος όγκος βιομηχανικών προϊόντων διοχετεύεται στο εξωτερικό. Οι Κινέζοι κατασκευαστές μπορούν συχνά να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους, εν μέρει χάρη σε κρατικές ενισχύσεις, φθηνότερη χρηματοδότηση και μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας.

Αυτό ασκεί πίεση στα περιθώρια κέρδους των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και δυσκολεύει τη διατήρηση της παραγωγής στην Ευρώπη, όπου το ενεργειακό και εργασιακό κόστος παραμένει υψηλότερο.

Η επίδραση είναι ιδιαίτερα αισθητή στους τομείς των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, των βιομηχανικών μηχανημάτων, του χάλυβα και των τεχνολογικών προϊόντων.

Για πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η Κίνα εξάγει περισσότερο. Είναι ότι οι εξαγωγές της αφορούν πλέον προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, δηλαδή ακριβώς εκείνες τις κατηγορίες στις οποίες η Ευρώπη είχε ιστορικά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η Γερμανία χάνει ένα παραδοσιακό πλεονέκτημα

Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται ιδιαίτερα καθαρά στη Γερμανία.

Για δεκαετίες, το γερμανικό οικονομικό μοντέλο στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εξαγωγή αυτοκινήτων, μηχανημάτων και προηγμένου βιομηχανικού εξοπλισμού προς την Κίνα.

Σήμερα, όμως, η κατεύθυνση των εμπορικών ροών αρχίζει να αντιστρέφεται.

Η Γερμανία πλέον εισάγει από την Κίνα περισσότερα μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας και εργοστασιακό εξοπλισμό από όσα εξάγει προς αυτήν. Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, το εμπορικό ισοζύγιο σε αυτές τις κατηγορίες πέρασε από πλεόνασμα 900 εκατ. δολαρίων σε έλλειμμα 600 εκατ. δολαρίων.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς δείχνει ότι οι κινεζικές εταιρείες έχουν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος σε τομείς που για χρόνια θεωρούνταν σχεδόν αποκλειστικό πεδίο υπεροχής της γερμανικής βιομηχανίας.

Αντίστοιχη πίεση καταγράφεται και στην αυτοκινητοβιομηχανία. Οι εισαγωγές αυτοκινήτων από την Κίνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπέρασαν για πρώτη φορά το 1 εκατομμύριο οχήματα, σημειώνοντας αύξηση περίπου 30% σε σχέση με το 2024.

Ρεκόρ κινεζικών εξαγωγών παρά τους αμερικανικούς δασμούς

Το παράδοξο είναι ότι οι αμερικανικοί δασμοί δεν κατάφεραν να περιορίσουν ουσιαστικά τη συνολική εξαγωγική δυναμική της Κίνας.

Οι κινεζικές εξαγωγές έφτασαν πέρυσι σε ιστορικό ρεκόρ 3,8 τρισ. δολαρίων, ενώ φέτος αυξάνονται κατά περίπου 14% έως τον Ιούλιο.

Οι αποστολές προς τις ΗΠΑ έχουν μειωθεί αισθητά, όμως η Κίνα ανακατεύθυνε μεγάλο μέρος των προϊόντων της σε άλλες αγορές, μεταξύ των οποίων και η Ευρώπη.

Αυτό σημαίνει ότι οι εμπορικοί περιορισμοί της Ουάσιγκτον δεν εξαφάνισαν το πρόβλημα της κινεζικής υπερπαραγωγής. Σε έναν βαθμό, το μετέφεραν προς άλλες αγορές, αυξάνοντας την πίεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η μετατόπιση αυτή είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εξετάζουν πλέον πιο επιθετικά εργαλεία εμπορικής άμυνας.

Έλλειμμα 1,15 δισ. δολαρίων την ημέρα

Η ανισορροπία στις εμπορικές σχέσεις αποτυπώνεται και στο εμπορικό έλλειμμα της Ευρώπης απέναντι στην Κίνα.

Η ΕΕ συσσωρεύει ελλείμματα με ρυθμό περίπου 1,15 δισ. δολαρίων ημερησίως, ένα επίπεδο που θεωρείται ολοένα δυσκολότερο να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.

Η εξέλιξη τροφοδοτεί τη συζήτηση για το κατά πόσο η Ευρώπη θα πρέπει να αποκτήσει εργαλεία αντίστοιχα με εκείνα των ΗΠΑ, τα οποία επιτρέπουν την ταχεία επιβολή δασμών ή άλλων περιοριστικών μέτρων όταν θεωρείται ότι οι εμπορικές πρακτικές μιας χώρας βλάπτουν την εγχώρια βιομηχανία.

Μία από τις επιλογές που εξετάζονται είναι η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μηχανισμού που θα δίνει τη δυνατότητα επιβολής γρήγορων δασμών ή ποσοστώσεων σε κινεζικά προϊόντα, χωρίς τις χρονοβόρες διαδικασίες που απαιτούνται σήμερα.

Οι πρώτες ευρωπαϊκές άμυνες

Η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να κινείται σε πιο προστατευτική κατεύθυνση.

Οι δασμοί στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα αποτέλεσαν μία από τις πρώτες σημαντικές κινήσεις, ενώ πρόσθετοι εμπορικοί φραγμοί έχουν εμφανιστεί σε κλάδους όπως ο χάλυβας και τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα.

Ωστόσο, το ερώτημα είναι αν αυτά τα μέτρα επαρκούν.

Η πίεση από την ευρωπαϊκή βιομηχανία αυξάνεται, καθώς περισσότερες επιχειρήσεις ζητούν ταχύτερες και ευρύτερες παρεμβάσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Volkswagen. Πριν από δύο χρόνια, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία ήταν αντίθετη στους ευρωπαϊκούς δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, φοβούμενη πιθανές αντίποινες και ζημιές στις δραστηριότητές της στην Κίνα.

Σήμερα, όμως, η θέση της έχει αλλάξει αισθητά.

Η διοίκηση της εταιρείας ζητεί πλέον από τους Ευρωπαίους πολιτικούς να κινηθούν ταχύτερα για την προστασία της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας από τον κινεζικό ανταγωνισμό.

Η μεταστροφή αυτή δείχνει πόσο γρήγορα έχει αλλάξει το επιχειρηματικό περιβάλλον. Όταν ένας από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς ομίλους, με τεράστια ιστορική έκθεση στην κινεζική αγορά, ζητεί αυξημένη προστασία, η πίεση για πολιτική δράση αποκτά πολύ μεγαλύτερο βάρος.

Η Ευρώπη ανάμεσα στην ανοικτή αγορά και τον προστατευτισμό

Το βασικό δίλημμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ότι το αμερικανικό μοντέλο δεν μπορεί να αντιγραφεί εύκολα.

Οι ΗΠΑ έχουν κινηθεί τα τελευταία χρόνια προς ένα σύστημα ευρέων δασμών, περιορισμών εξαγωγών και αυστηρότερων εμπορικών ελέγχων απέναντι στην Κίνα.

Η Ευρώπη, αντίθετα, παραμένει περισσότερο εξαρτημένη από το διεθνές εμπόριο και έχει διαφορετική πολιτική κουλτούρα, με μεγαλύτερη έμφαση στους πολυμερείς κανόνες και στην ανάγκη διατήρησης ανοικτών αγορών.

Παράλληλα, τα συμφέροντα των κρατών-μελών δεν είναι πάντα τα ίδια. Χώρες με μεγάλη βιομηχανική βάση μπορεί να ζητούν περισσότερη προστασία, ενώ άλλες φοβούνται ότι μια γενικευμένη εμπορική σύγκρουση με την Κίνα θα αυξήσει το κόστος για καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Αυτό εξηγεί γιατί η Ευρώπη εμφανίζεται μέχρι στιγμής πιο διστακτική από τις ΗΠΑ ως προς την εφαρμογή οριζόντιων δασμών μεγάλης κλίμακας.

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι πόσο μπορεί να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία εάν οι κινεζικές εισαγωγές συνεχίσουν να αυξάνονται και η ευρωπαϊκή μεταποίηση εξακολουθήσει να χάνει θέσεις εργασίας και μερίδιο αγοράς.

Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια επιλογή που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε περισσότερο αμερικανικό πρόβλημα: πώς προστατεύεται η εγχώρια βιομηχανία χωρίς να κλείσει η οικονομία και χωρίς να πυροδοτηθεί ένας γενικευμένος εμπορικός πόλεμος με την Κίνα.

Η απάντηση δεν έχει ακόμη δοθεί, αλλά η αυξανόμενη πίεση από επιχειρήσεις, εργαζόμενους και κυβερνήσεις δείχνει ότι η συζήτηση μόλις αρχίζει.

Διαβάστε επίσης  

Wall Street: Ο «κακός» Σεπτέμβριος και οι ενδιάμεσες εκλογές – Τι δείχνουν 60 χρόνια ιστορίας

G20: Η αμερικανική συνταγή Μπέσεντ δοκιμάζεται στο Ασβιλ – Χρέος, Κίνα, Ιράν και CEOs

Τέλος εποχής στην Apple: Το τελευταίο συγκινητικό μήνυμα ως CEO του Τιμ Κουκ – «Θα μου λείψει αυτή η δουλειά»

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version