Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Τα καλά νέα είναι πως ο S&P 500 βρίσκεται κοντά στα ιστορικά υψηλά του και έχει ήδη προσφέρει διψήφια κέρδη μέσα στο 2026. Τα κακά νέα είναι πως η πιο δύσκολη περίοδος του χρηματιστηριακού ημερολογίου πλησιάζει. Με 64 ημέρες ακριβώς να απομένουν έως τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, οι επενδυτές καλούνται να διαχειριστούν έναν συνδυασμό αρνητικής εποχικότητας, πολιτικής αβεβαιότητας, ανοιχτών ερωτημάτων για τη Federal Reserve και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων.

Σύμφωνα με το Forbes, η Ιστορία δείχνει ότι το διάστημα από τα μέσα Αυγούστου έως τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελεί παραδοσιακά ένα από τα πιο δύσκολα για τη Wall Street. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αγορά είναι καταδικασμένη σε πτώση. Υποδηλώνει, όμως, ότι μια διόρθωση μέσα στους επόμενους μήνες δεν θα αποτελούσε ασυνήθιστη εξέλιξη.

Ο S&P 500 “έπιασε” νέα ιστορικά υψηλά μέσα στο μήνα και εμφανίζει άνοδο άνω του 13% από την αρχή του έτους. Το 2026, επομένως, απέχει αρκετά από την τυπική συμπεριφορά ενός έτους ενδιάμεσων εκλογών. Ακριβώς γι’ αυτό η συνέχεια αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Ο Σεπτέμβριος και η αρνητική εποχικότητα

Από το 1960, ο Σεπτέμβριος ξεχωρίζει ως ο μοναδικός μήνας με αρνητική μέση χρηματιστηριακή απόδοση σε διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες. Σε μακροπρόθεσμη βάση, η μέση μεταβολή διαμορφώνεται περίπου στο -0,76%, ενώ σε βραχύτερες περιόδους φθάνει έως το -1,34%.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό δεν είναι ότι η αγορά πέφτει κάθε Σεπτέμβριο. Στις 66 χρονιές από το 1960, ο μήνας έκλεισε αρνητικά σε 36 περιπτώσεις. Η πιθανότητα πτώσης, δηλαδή, δεν απέχει δραματικά από το 50%.

Η διαφορά βρίσκεται στο μέγεθος των απωλειών. Όταν ο Σεπτέμβριος είναι αρνητικός, οι πτώσεις τείνουν να είναι βαθύτερες από εκείνες των υπόλοιπων μηνών, στοιχείο που έχει δημιουργήσει τη φήμη του ως του δυσκολότερου μήνα για τις μετοχές.

Στο 2026, η εποχικότητα συμπίπτει με τον εκλογικό κύκλο. Και ιστορικά, αυτός ο συνδυασμός έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα απαιτητικός.

Από το 1928, το δεύτερο έτος της τετραετούς προεδρικής θητείας —δηλαδή η χρονιά των ενδιάμεσων εκλογών— έχει παρουσιάσει τις πιο αδύναμες χρηματιστηριακές επιδόσεις. Η μέση απόδοση διαμορφώνεται μόλις στο 3,3%, με διάμεση επίδοση 0,6%, ενώ λίγο περισσότερες από τις μισές χρονιές ολοκληρώθηκαν με κέρδη.

Στον αντίποδα, το τρίτο έτος της προεδρικής θητείας έχει ιστορικά προσφέρει μέση άνοδο περίπου 14%.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η μεταβλητότητα. Η μέση μέγιστη υποχώρηση του S&P 500 μέσα σε ένα έτος ενδιάμεσων εκλογών φθάνει το 19,4%, έναντι περίπου 12,5% στα υπόλοιπα έτη.

Από το 1962, μάλιστα, και στους 16 προηγούμενους κύκλους ενδιάμεσων εκλογών η αγορά υποχώρησε μεταξύ των μέσων Αυγούστου και της ημέρας της κάλπης. Η μέση πτώση ήταν 8,1%, ενώ στις 10 από τις 16 περιπτώσεις το χαμηλότερο σημείο καταγράφηκε τον Οκτώβριο.

Μια πιθανή διόρθωση, συνεπώς, δεν θα αποτελούσε από μόνη της ένδειξη ότι αλλάζει η μακροπρόθεσμη τάση της αγοράς.

Fed, πληθωρισμός και πολιτική αβεβαιότητα

Το 2026, όμως, δεν υπάρχει μόνο δυσμενής εποχικότητα. Υπάρχουν και πραγματικοί καταλύτες που μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερες διακυμάνσεις.

Ο πρώτος είναι η Federal Reserve.

Ο πληθωρισμός υποχώρησε τον Ιούλιο στο 3,4% σε ετήσια βάση από 3,5% τον Ιούνιο, ενώ ο δομικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 2,5%. Η αποκλιμάκωση είναι θετική, αλλά οι τιμές εξακολουθούν να αυξάνονται ταχύτερα από τον στόχο του 2%.

Έτσι, μετά και το “γερακίσιο” σήμα του Κέβιν Γουόρς στο συμπόσιο του Τζάκσον Χολ, οι αγορές αποτιμούν πιθανότητα περίπου 60% για αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο, στοιχείο που διατηρεί την αβεβαιότητα για την πορεία της νομισματικής πολιτικής.

Οι υπηρεσίες προσθέτουν έναν ακόμη λόγο ανησυχίας. Η επιχειρηματική δραστηριότητα επιταχύνθηκε τον Ιούλιο με τον ισχυρότερο ρυθμό εννέα μηνών, όμως την ίδια στιγμή αυξήθηκε έντονα το κόστος εισροών. Οι τιμές που χρεώνουν οι επιχειρήσεις υπηρεσιών κατέγραψαν επίσης τη μεγαλύτερη άνοδο εδώ και 14 μήνες.

Αυτό δημιουργεί μια δύσκολη ισορροπία: ισχυρή οικονομία αλλά επίμονος πληθωρισμός, συνδυασμός που μπορεί να κρατήσει τα επιτόκια υψηλά για μεγαλύτερο διάστημα.

Το δεύτερο μέτωπο είναι το Κογκρέσο.

Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν 220 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων έναντι 215 των Δημοκρατικών, τη μικρότερη διαφορά ελέγχου εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρή αύξηση μόλις τριών εδρών για να αποκτήσουν τον έλεγχο.

Το πιθανότερο σενάριο θέλει τους Ρεπουμπλικανούς να διατηρούν τη Γερουσία, ενώ η Βουλή παραμένει ανοιχτή. Η πιθανότητα μιας διαιρεμένης κυβέρνησης αυξάνει, επομένως, και μαζί της μεγαλώνει η βραχυπρόθεσμη πολιτική αβεβαιότητα.

Το ιστορικό ράλι μετά τις εκλογές

Η εικόνα αλλάζει εντυπωσιακά όταν περάσει η ημέρα των εκλογών.

Σε κάθε έναν από τους 16 κύκλους ενδιάμεσων εκλογών από το 1962, ο S&P 500 βρέθηκε υψηλότερα 12 μήνες μετά την κάλπη.

Η μέση απόδοση αυτών των περιόδων έφθασε το 14,2%. Ακόμη και η ασθενέστερη περίπτωση, μετά τις εκλογές του 1986, έδωσε άνοδο 1,1%, παρότι μέσα στο δωδεκάμηνο μεσολάβησε το μεγάλο χρηματιστηριακό κραχ του Οκτωβρίου του 1987.

Το δείγμα παραμένει μικρό και δεν αποτελεί εγγύηση για το μέλλον. Εξάλλου, από το 1960 οι αμερικανικές μετοχές έχουν κινηθεί ανοδικά περίπου στο 70% όλων των τυχαίων δωδεκάμηνων περιόδων.

Ωστόσο, το μοτίβο δείχνει ότι η άρση της εκλογικής αβεβαιότητας λειτουργεί συνήθως θετικά. Η αγορά αποκτά καλύτερη εικόνα για τη φορολογική πολιτική, τις ρυθμίσεις και τις δημοσιονομικές προτεραιότητες και μπορεί να επιστρέψει στα θεμελιώδη μεγέθη των επιχειρήσεων.

Η πιθανότητα διαιρεμένης κυβέρνησης δεν αποτελεί επίσης απαραίτητα αρνητικό σενάριο. Από το 1969, ο S&P 500 έχει καταγράψει μέση ετήσια άνοδο περίπου 9% όταν Λευκός Οίκος και Κογκρέσο ελέγχονται από διαφορετικά κόμματα, έναντι περίπου 5% όταν ένα κόμμα ελέγχει και τους δύο θεσμούς.

Για τις αγορές, μεγαλύτερη σημασία έχουν τελικά οι πολιτικές που επηρεάζουν τα κέρδη: φορολογία, ρυθμιστικό πλαίσιο, επενδύσεις, προστασία των συμβάσεων και επιχειρηματικό κόστος.

Τα εταιρικά κέρδη παραμένουν ισχυρά

Το σημαντικότερο στήριγμα για τις μετοχές εξακολουθεί να βρίσκεται στις ίδιες τις επιχειρήσεις.

Με το 88% των εταιρειών του S&P 500 να έχει ανακοινώσει αποτελέσματα δεύτερου τριμήνου, περίπου το 86% ξεπέρασε τις προβλέψεις για τα κέρδη. Πρόκειται για την ισχυρότερη επίδοση από το δεύτερο τρίμηνο του 2021 και αισθητά υψηλότερη από τον πενταετή μέσο όρο του 78%.

Και οι 11 βασικοί κλάδοι εμφανίζουν αύξηση εσόδων.

Ακόμη και χωρίς τα εντυπωσιακά αποτελέσματα της Alphabet και της Amazon, οι υπόλοιπες εταιρείες ξεπερνούν τις εκτιμήσεις για τα κέρδη κατά 10,9%, διατηρώντας ισχυρή την εικόνα της εταιρικής Αμερικής.

Θετικό είναι και το μήνυμα από τις μικρότερες επιχειρήσεις. Ο δείκτης αισιοδοξίας της NFIB αυξήθηκε στις 99,8 μονάδες, πάνω από τον ιστορικό μέσο όρο, ενώ καθαρό ποσοστό 20% των επιχειρηματιών σχεδιάζει νέες προσλήψεις μέσα στους επόμενους τρεις μήνες.

Παράλληλα, μία στις τέσσερις μικρές επιχειρήσεις προγραμματίζει κεφαλαιουχικές δαπάνες στο επόμενο εξάμηνο.

Έτσι, η Wall Street εισέρχεται στο δυσκολότερο τμήμα του έτους έχοντας από τη μία πλευρά ένα ιστορικά δυσμενές ημερολόγιο και αυξημένη πολιτική και νομισματική αβεβαιότητα, αλλά από την άλλη ισχυρά εταιρικά κέρδη και ανθεκτική επιχειρηματική δραστηριότητα.

Το φθινόπωρο μπορεί επομένως να φέρει αυξημένη μεταβλητότητα ή ακόμη και σημαντική διόρθωση, σύμφωνα πάντα με το Forbes. Η Ιστορία, όμως, δείχνει ότι η περίοδος γύρω από τις ενδιάμεσες εκλογές έχει συχνά λειτουργήσει περισσότερο ως προσωρινή δοκιμασία παρά ως τέλος ενός ανοδικού κύκλου. 

Διαβάστε ακόμη

Κλείνει σήμερα το Notos στην Αιόλου και Σταδίου- Η επόμενη μέρα για το ιστορικό ακίνητο (pics)

Ασπίδα του Αχιλλέα: Έπεσαν οι υπογραφές για τον Ελληνικό Θόλο των 3 δισ. ευρώ που αλλάζει την αεράμυνα της χώρας

Airbnb, αντιπαροχή και συνιδιοκτησίες: Τι περιλαμβάνει ο νέος νόμος – Με 51% οι αποφάσεις για όλα στις συνελεύσεις των πολυκατοικιών

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ