Η οικονομική εξίσωση πάνω στην οποία στηρίχθηκε για χρόνια η ανάπτυξη της βρετανικής ανώτατης εκπαίδευσης αρχίζει να μην βγαίνει. Τα πανεπιστήμια είχαν συνηθίσει να αντλούν σημαντικό μέρος των εσόδων τους από φοιτητές του εξωτερικού, όμως η κάμψη της διεθνούς ζήτησης αφαιρεί πλέον ένα από τα βασικά στηρίγματα του συστήματος και φέρνει πιο κοντά περικοπές θέσεων εργασίας, μαθημάτων και ερευνητικών δραστηριοτήτων.
Οι αιτήσεις για φοιτητική βίζα από κύριους αιτούντες υποχώρησαν στις 381.500 στο δωδεκάμηνο έως τον Ιούλιο του 2026, καταγράφοντας πτώση 11% σε ετήσια βάση. Η εξέλιξη προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό επειδή ο Αύγουστος αποτελεί παραδοσιακά μήνα αιχμής για τις αιτήσεις, λίγο πριν ανοίξει το νέο ακαδημαϊκό έτος.
Στους πανεπιστημιακούς κύκλους διατυπώνονται ήδη φόβοι ότι η τελική υποχώρηση στις εγγραφές διεθνών φοιτητών μπορεί σε ορισμένα ιδρύματα να φτάσει ακόμη και το 30%. Εάν επιβεβαιωθεί ένα τέτοιο σενάριο, η απώλεια εσόδων θα μπορούσε να επιταχύνει τις αναδιαρθρώσεις που έχουν ήδη ξεκινήσει σε αρκετά πανεπιστήμια.
Το χρηματοδοτικό μοντέλο και η εξάρτηση από το εξωτερικό
Η μεγάλη έκθεση των πανεπιστημίων στις διακυμάνσεις της διεθνούς ζήτησης είναι αποτέλεσμα ενός χρηματοδοτικού μοντέλου που διαμορφώθηκε σταδιακά τα προηγούμενα χρόνια. Τα δίδακτρα των Βρετανών προπτυχιακών παρέμειναν στις 9.250 λίρες από το 2017 έως το 2025, με τον πληθωρισμό να μειώνει την πραγματική αξία των εσόδων που απέφεραν κατά περίπου ένα τρίτο.
Για να καλύψουν αυτή την απώλεια, πολλά ιδρύματα ενίσχυσαν την προσέλκυση φοιτητών από το εξωτερικό, στους οποίους μπορούν να επιβάλλουν αισθητά υψηλότερα δίδακτρα. Έτσι, τα χρήματα των διεθνών φοιτητών μετατράπηκαν σε έναν μηχανισμό έμμεσης χρηματοδότησης ολόκληρης της πανεπιστημιακής λειτουργίας.
Τα συγκεκριμένα έσοδα δεν καλύπτουν μόνο το κόστος εκπαίδευσης των ίδιων των ξένων φοιτητών. Χρησιμοποιούνται για μισθούς προσωπικού, ερευνητικά προγράμματα, υποδομές και τη διατήρηση μαθημάτων που παρακολουθούν και Βρετανοί φοιτητές.
Το μέγεθος της εξάρτησης αποτυπώνεται στην εκτίμηση του αντιπρύτανη του King’s College London, Σίτιτζ Καπούρ, σύμφωνα με την οποία για κάθε πέντε διεθνείς φοιτητές που χάνονται μπορεί να τίθεται σε κίνδυνο μία θέση εργασίας στο πανεπιστημιακό σύστημα.
Η πραγματική έκταση της πίεσης θα φανεί τον Οκτώβριο, όταν θα έχει ολοκληρωθεί ο βασικός κύκλος εγγραφών και τα ιδρύματα θα γνωρίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια πόσα έσοδα μπορούν να υπολογίζουν για το νέο ακαδημαϊκό έτος.
Περικοπές σε μαθήματα και προσωπικό
Τα πρώτα σημάδια της προσαρμογής έχουν ήδη εμφανιστεί. Το University of Exeter αποφάσισε την κατάργηση των προγραμμάτων γεωγραφίας στην πανεπιστημιούπολη Penryn της Κορνουάλης, επηρεάζοντας ακόμη και υποψηφίους που είχαν ήδη υποβάλει αίτηση εισαγωγής μέσα στη χρονιά.
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται σε μικρότερα ή λιγότερο γνωστά ιδρύματα. Αφορούν πλέον και πανεπιστήμια του Russell Group, στο οποίο συμμετέχουν ορισμένα από τα σημαντικότερα ερευνητικά ιδρύματα της Βρετανίας.
Το ενδεχόμενο άμεσης κατάρρευσης μεγάλων πανεπιστημίων μπορεί να μην αποτελεί το βασικό σενάριο, ωστόσο οι συνεχείς περικοπές δημιουργούν έναν διαφορετικό κίνδυνο: σταδιακή υποβάθμιση του εύρους και της ποιότητας των σπουδών, καθώς περιορίζονται μαθήματα, θέσεις ακαδημαϊκών και διαθέσιμοι πόροι για έρευνα.
Την ίδια ώρα, η ισχυρότερη παρουσία Βρετανών φοιτητών δεν μπορεί να αντικαταστήσει οικονομικά την απώλεια των διεθνών εγγραφών. Φέτος, αριθμός-ρεκόρ 194.800 Άγγλων ηλικίας 18 ετών εξασφάλισαν θέση στο πανεπιστήμιο της πρώτης επιλογής τους. Ωστόσο, τα έσοδα που δημιουργούν είναι σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα που αντιστοιχούν σε έναν φοιτητή από το εξωτερικό.
Η νέα επιβάρυνση των 925 λιρών
Μέσα σε αυτή την εύθραυστη οικονομική συγκυρία έρχεται να προστεθεί μία ακόμη επιβάρυνση. Από το ακαδημαϊκό έτος 2028-2029, τα πανεπιστήμια θα καλούνται να καταβάλλουν 925 λίρες για κάθε διεθνή φοιτητή και για κάθε έτος φοίτησης, με εξαίρεση τους πρώτους 220 ξένους φοιτητές κάθε ιδρύματος.
Τα χρήματα που θα συγκεντρώνονται προβλέπεται να διοχετεύονται ξανά στην ανώτατη εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση, μεταξύ άλλων για την ενίσχυση φοιτητών που προέρχονται από νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα.
Για τις διοικήσεις των πανεπιστημίων, ωστόσο, η χρονική στιγμή θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη. Η νέα εισφορά εκτιμάται ότι θα περιορίσει το οικονομικό όφελος από τις αυξήσεις των διδάκτρων, ενώ ταυτόχρονα ενδέχεται να δυσχεράνει την προσπάθεια των βρετανικών ιδρυμάτων να παραμείνουν ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά εκπαίδευσης.
Η υποχώρηση των ξένων φοιτητών έχει άλλωστε επιπτώσεις που ξεπερνούν τους πανεπιστημιακούς ισολογισμούς. Η μέχρι σήμερα μείωσή τους εκτιμάται ότι έχει αφαιρέσει σχεδόν 3 δισ. λίρες καθαρού οικονομικού οφέλους από τη βρετανική οικονομία, καθώς οι διεθνείς φοιτητές δαπανούν χρήματα για στέγαση, μεταφορές, κατανάλωση και υπηρεσίες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη χώρα.
Το κρίσιμο τεστ έρχεται πλέον με την έναρξη της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς. Εάν η πτώση των διεθνών εγγραφών αποδειχθεί βαθύτερη από τις αρχικές εκτιμήσεις, το πρόβλημα δεν θα αφορά απλώς μία δύσκολη περίοδο για τους προϋπολογισμούς των ιδρυμάτων. Θα ενισχύσει τη συζήτηση για το κατά πόσο το σημερινό χρηματοδοτικό μοντέλο της βρετανικής ανώτατης εκπαίδευσης παραμένει βιώσιμο, χωρίς ακόμη μεγαλύτερες περικοπές ή μια ευρύτερη αναθεώρηση του τρόπου χρηματοδότησής του.
Διαβάστε ακόμη
Αναλυτές: Πότε οι αγορές προβλέψεων αποδεικνύονται χρήσιμες
LNG: Το Κατάρ έχασε 24 δισ. δολάρια σε έξι μήνες – Κατάρρευση 96% στις εξαγωγές
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
