«Η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων θα θεωρηθεί θετική, μόνο εάν οδηγήσει στην ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης στο επόμενο Eurogroup της 20ής Μαρτίου», αναφέρει σε δήλωσή του ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Βασίλης Κορκίδης, προσθέτοντας πάντως ότι οι διαπραγματεύσεις επιβάλλεται να καταλήξουν γρήγορα αλλά όχι πρόχειρα, ώστε να απελευθερωθεί η αγορά από τα δεσμά της αβεβαιότητας.

Σχολιάζοντας τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης πως για κάθε ένα ευρώ επιβάρυνση από νέα μέτρα θα υπάρχει ελάφρυνση ενός ευρώ με αντισταθμιστικά μέτρα, ο κ. Κορκίδης αναφέρει πως δεν αλλάζει κάτι άμεσα στην πραγματική οικονομία.

Όπως σημειώνει επίσης: «Μέχρι τώρα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, το ΔΝΤ και ειδικά η κυβέρνηση δεν φαίνονται έτοιμοι να κλείσουν την αξιολόγηση, παρά το γεγονός ότι οι καθυστερήσεις και αυτή τη φορά θα ισοδυναμούν σε περισσότερα μέτρα του 2% του ΑΕΠ, απώλεια της προθεσμίας ένταξης στο QE στις 27 Απριλίου και βαθύτερη λιτότητα. Η μείωση της υπερφορολόγησης θα πρέπει να διευθετηθεί άμεσα και όχι το 2019, όπως σχεδιάζεται με τα μέτρα και τα αντίμετρα, αλλιώς θα είναι ‘δώρο-άδωρο’.

»Η ελληνική οικονομία απαιτεί λύσεις εδώ και τώρα, ανεξαρτήτως μικροπολιτικών συμφερόντων και τακτικισμών εντός και εκτός Ελλάδος. Το χάσμα απόψεων που χωρίζει τους θεσμούς μεταξύ τους αλλά και την κυβέρνηση στα εργασιακά, το αφορολόγητο και τις συντάξεις, μεταθέτει τη λήψη ζωτικών για την οικονομία αποφάσεων στο μέλλον, με αποτέλεσμα η ανάκαμψη να καθυστερεί, οι πολίτες να χάνουν την υπομονή τους με τα ατυχή προγράμματα που εφαρμόζονται και οι επενδυτές να αναβάλλουν τις αποφάσεις τους, διστάζοντας να επιχειρήσουν σε ένα περιβάλλον που βρίσκεται μονίμως σε κατάσταση αλλαγών. Ίσως όμως αυτή να είναι και η επιθυμία των δανειστών, ώστε να διαλέξουν πρώτοι και χωρίς ανταγωνισμό τον ελληνικό πλούτο που επιθυμούν να πάρουν σε αντίκρυσμα των χρημάτων που μας έχουν δανείσει. Πάντως η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση, μετά από επτά χρόνια μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικής προσαρμογής, εξακολουθεί να ‘υπολειτουργεί’, παλεύοντας άνισα για την επιβίωση της.

»Τα ερωτήματα που συνεχίζουν να μένουν αναπάντητα είναι πότε επιτέλους θα επιστρέψει η κανονικότητα στην καθημερινότητα μας, πότε θα κλείσει η αξιολόγηση, πότε θα σταματήσει η αλόγιστη υπερφορολόγηση, πότε θα μειωθεί η υψηλή τιμή ενέργειας και μεταφορών, τι θα γίνει με το υψηλό κόστος που δημιουργούν οι έμμεσοι φόροι και τη μεγάλη αδυναμία του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει την επιχειρηματική δραστηριότητα. Τα υψηλά επιτόκια χορηγήσεων, οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, το μεγάλο ύψος μη εξυπηρετούμενων δανείων, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διαμορφώνουν ένα κλίμα που αποθαρρύνει εγχώριους και ξένους επιχειρηματίες να αναπτύξουν τις υπάρχουσες ή να δημιουργήσουν νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες στη χώρα μας, ώστε να αρχίσει να αυξάνεται το ΑΕΠ σε βιώσιμα επίπεδα».

Σημειώνει δε πως «οι επιπτώσεις της καθυστέρησης αποτυπώνονται έντονα στο αρνητικό ισοζύγιο προσλήψεων-αποχωρήσεων του Ιανουαρίου του 2017 κατά 30.000 λιγότερες θέσεις εργασίας, στη συρρίκνωση των καταθέσεων κατά 2,1 δισ. και σε περίπου 119 δισ. ευρώ. Αποτέλεσμα της έλλειψης ‘κλίματος και χρήματος’ είναι η μεγάλη πτώση της κατανάλωσης το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου, όπου η εκπτωτική περίοδος έκλεισε με μείωση -20% σε σύγκριση με το 2016, ποσοστό που δυστυχώς μας επιστρέφει στα επίπεδα του -21%, της χειμερινής εκπτωτικής περιόδου 2012-13. Ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος υποχώρησε σημαντικά τον Φεβρουάριο, στις 92,9 από τις 95,1 μονάδες, φτάνοντας στο επίπεδο όπου βρέθηκε τον Νοέμβριο του περασμένου έτους, ενώ ο όγκος πωλήσεων στα τρόφιμα μειώθηκε κατά -9,8%».

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ «Το γεγονός ότι η κυβέρνηση διαβεβαιώνει για κάθε ένα ευρώ επιβάρυνση από νέα μέτρα θα υπάρχει ελάφρυνση ενός ευρώ με αντισταθμιστικά μέτρα, δεν αλλάζει κάτι άμεσα στην πραγματική οικονομία. Τα επιπλέον μέτρα των 3,6 δισ. ευρώ, κατά πάσα πιθανότητα, θα αρχίσουν να εφαρμόζονται το 2018, όπως το θέλει η τρόικα, αντί του 2019 που ζητά η κυβέρνηση».

Και καταλήγει: «Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις ελάφρυνσης φορολογικών βαρών και άλλων επιβαρύνσεων των επιχειρήσεων θα είναι μεσομακροπρόθεσμες, με σημείο έναρξης εφαρμογής το μακρινό 2020. Άλλωστε από την τραυματική εμπειρία των διαδοχικών αξιολογήσεων, που έχουμε βιώσει τα τελευταία επτά χρόνια, έχουμε πλέον εμπεδώσει και δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι δανειστές ζητούν πολλά, ενώ δίνουν από λίγα έως τίποτα από αυτά που ζητάμε εμείς. Ως εκ τούτου απ’ ό,τι φαίνεται η συμφωνία θα κλείσει και πάλι σταδιακά με ‘υποδόσεις’ και με μέτρα για τη διετία 2018-19, ενώ τα αντίμετρα θα περιμένουν για μετά το 2019, και βεβαίως εφόσον διατηρηθούν θετικά δημοσιονομικά αποτελέσματα. Μέχρι τότε το ‘μαρτύριο της σταγόνας’ για την πραγματική οικονομία δυστυχώς θα συνεχίζεται με θύματα τους μικρομεσαίους της ελληνικής αγοράς».