Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Για δεκαετίες, η ελληνική δημόσια διοίκηση κατηγορούνταν ότι λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης ισοπέδωσης, ασαφών στόχων και αξιολογήσεων χωρίς ουσιαστική διαφοροποίηση. Η έννοια της «αριστείας» είχε σταδιακά αποδυναμωθεί, καθώς σχεδόν όλοι χαρακτηρίζονταν εξαιρετικοί, ανεξάρτητα από την πραγματική απόδοση ή το παραγόμενο έργο. Σήμερα, όμως, το υπουργείο Εσωτερικών επιχειρεί να αλλάξει αυτή την εικόνα με έναν τρόπο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητος για το ελληνικό δημόσιο: χρησιμοποιώντας εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης και Ρομποτικής Αυτοματοποίησης.

Η επιτυχής ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού έργου TSI 22EL18 -μέσω της εφαρμογής του Νόμου 4940/2022– σηματοδοτεί μια βαθιά τομή στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η στοχοθεσία, η αξιολόγηση και η διοικητική λογοδοσία στο κράτος. Το πρόγραμμα, που υλοποιήθηκε από τον Νοέμβριο του 2023 έως τον Μάιο του 2025 με την τεχνική υποστήριξη της Expertise France και χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φιλοδοξεί να μεταφέρει τη Δημόσια Διοίκηση από τη λογική της γραφειοκρατικής διεκπεραίωσης σε ένα σύστημα που βασίζεται σε μετρήσιμα αποτελέσματα και πραγματικές επιδόσεις.

Η αφετηρία του έργου αποκάλυψε το μέγεθος του προβλήματος. Για τον κύκλο στοχοθεσίας του 2023, κατατέθηκαν περισσότεροι από 155.000 στόχοι από περίπου 20.000 οργανικές μονάδες και 958 φορείς. Η εικόνα που προέκυψε ήταν αποκαλυπτική: μόλις το 9% των στόχων πληρούσε τις βασικές αρχές ορθής στοχοθεσίας. Το 60% δεν περιλάμβανε καν χρονικό ορίζοντα, ενώ το 40% δεν διέθετε κανένα στοιχείο μετρησιμότητας. Με άλλα λόγια, το κράτος λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό χωρίς πραγματικούς δείκτες αποτελεσματικότητας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο ενεργοποιήθηκαν για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη κλίμακα εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης και Ρομποτικής Αυτοματοποίησης Διεργασιών. Μέσω τεχνολογιών Επεξεργασίας Φυσικής Γλώσσας, τα νέα συστήματα δεν περιορίστηκαν σε έναν απλό τεχνικό έλεγχο. Κατάφεραν να αναλύσουν μαζικά χιλιάδες στόχους, να εντοπίσουν αδυναμίες, να προτείνουν διορθώσεις και να αξιολογήσουν κατά πόσο οι στόχοι πληρούσαν τα διεθνή πρότυπα “SMART”, δηλαδή αν ήταν συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι, εφικτοί, σχετικοί και χρονικά προσδιορισμένοι.
Η ανάλυση 36.000 στόχων από 40 αντιπροσωπευτικούς φορείς αποτέλεσε ουσιαστικά το πρώτο μεγάλο τεστ για την εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης στη λειτουργία του ελληνικού δημοσίου. Το εντυπωσιακό στοιχείο, ωστόσο, δεν ήταν μόνο η τεχνική δυνατότητα του συστήματος να διαχειρίζεται τόσο μεγάλους όγκους δεδομένων.

Ήταν κυρίως η αποδοχή που βρήκε από τα ίδια τα στελέχη της διοίκησης.

Περισσότερο από το 67% των προτάσεων βελτίωσης που παρήγαγε η Τεχνητή Νοημοσύνη υιοθετήθηκε αυτούσιο από τους προϊσταμένους των υπηρεσιών. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η τεχνολογία δεν λειτούργησε ως μηχανισμός επιβολής, αλλά ως εργαλείο υποστήριξης της διοίκησης. Οι τελικές αποφάσεις παρέμειναν στα χέρια των στελεχών, μέσω ειδικής εφαρμογής επικύρωσης, η οποία διασφάλισε ότι η ανθρώπινη κρίση εξακολουθεί να έχει τον κεντρικό ρόλο.
Το έργο συνεχίστηκε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση το 2024, όταν ελέγχθηκαν περίπου 180.000 στόχοι. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, τα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης άρχισαν ουσιαστικά να «εκπαιδεύονται» στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής διοίκησης, βελτιώνοντας σταδιακά την ακρίβεια και τη χρηστικότητά τους.

Τέλος στη λογική της οριζόντιας «αριστείας»

Ίσως η πιο σημαντική διάσταση του έργου αφορά την αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού. Για χρόνια, το σύστημα αξιολόγησης στο ελληνικό δημόσιο χαρακτηριζόταν από μια ιδιότυπη ισοπέδωση, όπου σχεδόν όλοι βαθμολογούνταν ως άριστοι ή πολύ επαρκείς. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης απαξίωση της ίδιας της διαδικασίας.
Μέχρι το 2022, περίπου το 98% των υπαλλήλων λάμβανε αξιολογήσεις υψηλής επίδοσης. Αυτό σήμαινε ότι το κράτος αδυνατούσε να εντοπίσει πραγματικά ταλέντα, να επιβραβεύσει όσους παράγουν ουσιαστικό έργο και να δημιουργήσει ένα σύστημα αξιοκρατικών κινήτρων. Το 2023 προτάθηκαν ως «υψηλής απόδοσης» περίπου 54.400 υπάλληλοι, δηλαδή το 27% του συνόλου. Τότε ενεργοποιήθηκε το ειδικό μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης, το οποίο ανέλαβε να εξετάσει αντικειμενικά την τεκμηρίωση αυτών των αξιολογήσεων.

Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Από το σύνολο των προτάσεων, μόλις 4.259 περιπτώσεις κρίθηκαν πλήρως τεκμηριωμένες, με σαφή στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν χαρακτηρισμό υψηλής απόδοσης. Αντίθετα, περισσότερες από 38.000 περιπτώσεις θεωρήθηκαν ανεπαρκώς τεκμηριωμένες, ενώ σχεδόν 12.000 τοποθετήθηκαν σε ενδιάμεση κατηγορία προς περαιτέρω διερεύνηση.
Η παρέμβαση αυτή θεωρείται κομβική, διότι για πρώτη φορά επιχειρείται ουσιαστικός διαχωρισμός ανάμεσα στη γενικευμένη διοικητική ευκολία και στην πραγματική αξιολόγηση επιδόσεων. Το υπουργείο Εσωτερικών ουσιαστικά επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα κουλτούρα λογοδοσίας και αναγνώρισης αποτελέσματος.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη, πάντως, δεν υποκαθιστά τη διοίκηση. Ο ρόλος της περιγράφεται ως συμβουλευτικός και υποστηρικτικός προς τις Επιτροπές Εποπτείας. Λειτουργεί ως ένας μηχανισμός αντικειμενικής επαλήθευσης, μειώνοντας τα περιθώρια αυθαίρετων ή πρόχειρων αξιολογήσεων και ενισχύοντας τη διαφάνεια της διαδικασίας.

Μόνιμη ψηφιακή υποδομή και αλλαγή κουλτούρας

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι ότι το έργο δεν περιορίζεται σε μια πιλοτική εφαρμογή. Δημιουργεί μόνιμη ψηφιακή υποδομή για το ελληνικό δημόσιο. Στο Πληροφοριακό Σύστημα Ανθρώπινου Δυναμικού ενσωματώθηκε πλέον Ψηφιακός Βοηθός βασισμένος στο Azure OpenAI, ο οποίος παρέχει προσωποποιημένη υποστήριξη στους υπαλλήλους, προσφέροντας καθοδήγηση και πρότυπα στοχοθεσίας.
Παράλληλα, το έργο συνοδεύτηκε από συστάσεις πολιτικής για την ανάπτυξη ταλέντων, αξιοποιώντας διεθνή πρότυπα από χώρες όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Επίσης, προβλέφθηκε πλήρης συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό AI Act, διασφαλίζοντας ότι η χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης γίνεται με θεσμικές εγγυήσεις, διαφάνεια και σαφή όρια.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το πρόγραμμα διαχείρισης αλλαγών που συνόδευσε τη μεταρρύθμιση. Το μεγάλο στοίχημα δεν ήταν μόνο η εγκατάσταση τεχνολογικών εργαλείων, αλλά η αλλαγή νοοτροπίας μέσα στη Δημόσια Διοίκηση. Η μετάβαση από τη λογική της τυπικής διαδικασίας σε μια κουλτούρα μετρήσιμου αποτελέσματος αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση.

Το υπουργείο Εσωτερικών επιδιώκει πλέον να συνδέσει τη στοχοθεσία, την αξιολόγηση και τα κίνητρα με πραγματικούς δείκτες απόδοσης. Η εφαρμογή πάγιων διαδικασιών κινήτρων και ανταμοιβών, που συνδέονται με συγκεκριμένα KPIs, εντάσσεται σε αυτή ακριβώς τη φιλοσοφία.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Ελλάδα επιχειρεί να μετατρέψει την Τεχνητή Νοημοσύνη από μια αφηρημένη τεχνολογική έννοια σε πρακτικό εργαλείο μεταρρύθμισης του κράτους. Και ίσως για πρώτη φορά, η συζήτηση για την αξιολόγηση στο Δημόσιο να μετακινείται από την πολιτική αντιπαράθεση σε μια πιο αντικειμενική, μετρήσιμη και τεκμηριωμένη βάση.

Η επιτυχής ολοκλήρωση του έργου TSI 22EL18 στέλνει και ένα ευρύτερο μήνυμα: ότι το ελληνικό δημόσιο μπορεί να ενσωματώσει σύγχρονες τεχνολογίες όχι απλώς για λόγους ψηφιοποίησης, αλλά για να ενισχύσει την αξιοκρατία, τη διαφάνεια και την ποιότητα των υπηρεσιών προς τον πολίτη. Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο, η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης ως εργαλείου λογοδοσίας ίσως αποδειχθεί μία από τις πιο ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών.