«Κλειδί» για την ομαλή πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας αναδεικνύεται για τουλάχιστον μια δεκαετία ακόμη η ανάπτυξη. Οι δημοσιονομικοί κανόνες από τη νέα χρονιά αλλάζουν πανευρωπαϊκά και η έγκριση των κρατικών προϋπολογισμών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Eurogroup θα στηρίζεται πλέον σε αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους κάθε κράτους – μέλους. Για την Ελλάδα που είναι «πρωταθλήτρια χρέους» στην Ευρώπη, φαντάζει αυτοσκοπός η συνεχής μείωσή του με όσο το δυνατόν λιγότερη λιτότητα.

Η αξία της ανάπτυξης καταφαίνεται σε ειδική ανάλυση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, που δείχνει ότι, υπό τον όρο της ανάπτυξης, μπορεί το δημόσιο χρέος να μειωθεί στα επόμενα 35 χρόνια, από 171% σε 100% του ΑΕΠ, χωρίς να απαιτούνται συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα 3,4% του ΑΕΠ κάθε χρόνο (ούτε 1,4% που θα απαιτείτο αν απλώς έπρεπε να παραμείνει σταθερά στο 171% του ΑΕΠ ) αλλά μόλις… 0,7% του ΑΕΠ. Δηλαδή, πολύ λιγότερη προσπάθεια και λιτότητα θα έφερνε πολύ καλύτερο αποτέλεσμα, μειώνοντας το δραστικά το δημόσιο χρέος κατά 71 μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ!

Για το λόγο αυτό και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κωστής Χατζηδάκης τόνισε στις προγραμματικές δηλώσεις ότι η κυβέρνηση θα κάνει τα πάντα, για να υπηρετήσει τον στόχο της ανάπτυξης.

Μονόδρομος

Καθώς το χρέος μετράται διεθνώς ως ποσοστό του ΑΕΠ, το παράδειγμα του 2022 όπου η χώρα μας πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση στην ΕΕ (κατά 23 μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ μέσα σε ένα χρόνο) κρίνεται μάλλον σαν μια καλή αρχή.

Για τη συνέχεια όμως, όπως επισημαίνει στην εαρινή Έκθεσή του το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο «το κρίσιμο μέγεθος για τη δυναμική, και άρα και για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα, του δημοσίου χρέους είναι η διαφορά μεταξύ πραγματικού επιτοκίου και ρυθμού μεγέθυνσης».

Την ώρα που στην Ευρώπη κυριαρχεί στασιμότητα με μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η Ελλάδα συνεχίζει να κινείται με αύξησης του ΑΕΠ άνω του 2%, σύμφωνα με τις προβλέψεις των διεθνών οργανισμών.

 

Αλλάζουν τα πάντα…

Σε ειδική ανάλυση, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο τονίζει τα εξής:

· Η αποκλιμάκωση του λόγου χρέος προς ΑΕΠ ή η διατήρησή του σε συνετά επίπεδα, αναμένεται να αποτελέσει το κεντρικό σημείο αναφοράς του νέου πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ, που αναμένεται να ισχύσει από το 2024. Χώρες με λόγο δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ μεγαλύτερο από 60%, θα υποχρεωθούν να διαμορφώσουν ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που θα περιλαμβάνει δημοσιονομικούς, μεταρρυθμιστικούς και επενδυτικούς στόχους, ώστε να επιτευχθεί σταδιακή και βιώσιμη μείωση του δημοσίου χρέους.

· Ενόψει της θεσμοθέτησης του νέου πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, η χώρα μας κατέθεσε το νέο Πρόγραμμα Σταθερότητας, το οποίο είναι σύμφωνο με την τιμή αναφοράς του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης για έλλειμμα μικρότερο του 3% του ΑΕΠ, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την εύλογη και συνεχή μείωση του δημοσίου χρέους, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Για πρώτη φορά, η προβλεπόμενη δημοσιονομική τροχιά συνδέεται άμεσα με την πορεία του λόγου χρέος προς ΑΕΠ, βασιζόμενη στην ανάλυση βιωσιμότητάς του ελληνικού χρέους που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2023 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Με βάση αυτή, προβλέπεται να συνεχιστεί η καθοδική πορεία του λόγου χρέος προς ΑΕΠ ως το 2033, ωστόσο, η αποκλιμάκωση του προϋποθέτει ταυτόχρονες θετικές δημοσιονομικές και μακροοικονομικές επιδόσεις καθ΄ όλη τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς (2023-2033).

· Από το 2024, η αποκλιμάκωση του χρέους, θα θέσει επίσημα πλέον τους νέους όρους δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδιαίτερα για χώρες με υψηλά επίπεδα χρέους όπως η Ελλάδα. Η υλοποίηση διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων και αναπτυξιακών στρατηγικών θα αποτελέσουν τους κύριους μοχλούς για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Η καθιέρωση ενός μοναδικού δείκτη μέτρησης (του ρυθμού μεταβολής των πρωτογενών δαπανών) απαντά στην ανάγκη απλούστευσης του υφιστάμενου πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης, παρέχοντας στα κράτη μέλη μεγαλύτερη αυτονομία στην διαδικασία κατάρτισης και υλοποίησης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού τους σχεδιασμού. Παράλληλα, στο νέο πλαίσιο, η αποκλιμάκωση του χρέους θα απαιτεί συστηματικά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα για αρκετά χρόνια προκειμένου να εδραιωθεί η καθοδική πορεία του λόγου χρέος προς ΑΕΠ, γεγονός που υπογραμμίζει τον ακόμα μεγαλύτερο ρόλο της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής για τη δημοσιονομική σταθερότητα.

Πλεονάσματα… χωρίς λιτότητα

Στην ειδική ανάλυση αυτή, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο εξηγεί τη σημασία που έχει η διαφορά μεταξύ του ρυθμού ανάπτυξης και του πραγματικού επιτοκίου που βαρύνει το δημόσιο χρέος, για τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών μέσο-μακροπρόθεσμα.

Έτσι, διακρίνονται δύο περιπτώσεις:

· ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας, να είναι μεγαλύτερος από το επιτόκιο: αυτό είναι το «καλό σενάριο» για τη δυναμική του χρέους.

· στη δεύτερη περίπτωση, το «κακό σενάριο» (και ο κίνδυνος) είναι ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης της Οικονομίας, να είναι χαμηλότερος του επιτοκίου.

Στην πρώτη περίπτωση του ευνοϊκού σεναρίου, το κόστος του υπάρχοντος συσσωρευμένου χρέους μειώνεται με την πάροδο του χρόνου και η κυβέρνηση δε χρειάζεται να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα για να επιτύχει τη βιωσιμότητα του.

Αντιθέτως μάλιστα, μπορεί να μετακυλίει το υφιστάμενο χρέος, εκδίδοντας νέο, με το οποίο μπορεί να εξυπηρετεί και τους τόκους, χωρίς να απαιτείται περικοπή δαπανών ή/και αύξηση της φορολογίας στο μέλλον!

Στη δεύτερη περίπτωση όμως, του δυσμενούς σεναρίου, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ τείνει συνεχώς να αυξάνεται διαχρονικά.

Ως παράδειγμα, με βάση τα παραπάνω, στην ανάλυση του ΕΔΣ περιγράφεται πόσο υψηλό πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα απαιτείται προκειμένου το δημόσιο χρέος να είναι βιώσιμο, ανάλογα με τη διαφορά μεταξύ πραγματικού επιτοκίου του κρατικού δανεισμού και του ρυθμού πραγματικής ανάπτυξης.

Συγκεκριμένα:

· Ας υποθέσουμε αρχικά ότι από αρχικό δημόσιο χρέος 171% του ΑΕΠ, θέλουμε απλά να παραμείνει το ίδιο μετά από 35 έτη.

Για να παραμείνει ο λόγος δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ σταθερά στο 171% που είναι σήμερα, θα χρειασθούν πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα περίπου 1,7% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο για τα επόμενα 35 έτη.

· Αν όμως ο στόχος είναι στο τέλος της 35ετίας, ο λόγος δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ να έχει μειωθεί από 171% στο 100% του ΑΕΠ, προκύπτει ότι σε αυτό το πιο απαιτητικό σενάριο, θα χρειαστούν κατά μέσο όρο πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,4% του ΑΕΠ κάθε χρόνο.

· Αντίθετα, σε ένα ευνοϊκό σενάριο με ανάπτυξη ανώτερη από το πραγματικό επιτόκιο με το οποίο βαρύνεται το δημόσιο χρέος, προκύπτει ότι για να διαμορφωθεί στο τέλος της περιόδου το δημόσιο χρέος στο 100% τα απαιτούμενα ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα είναι σαφώς χαμηλότερα και ανέρχονται κατά μέσο όρο στο 0,7% του ΑΕΠ.

Το ευνοϊκό σενάριο, χάρι στην ευνοϊκή διαφορά ρυθμού μεγέθυνσης και επιτοκίου, συνδράμει στη μείωση του δημοσίου χρέους με πολύ μικρότερη δημοσιονομική προσπάθεια (0,7% αντί 3,4%).

Άρα, η διαφορά επιτοκίου – ρυθμού μεγέθυνσης διαφοροποιεί σημαντικά την όποια δημοσιονομική προσπάθεια απαιτείται ώστε να χαρακτηρισθεί βιώσιμο το δημόσιο χρέος.

Με άλλα λόγια, η αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, σε συνδυασμό με μια δημοσιονομική πολιτική που συμβάλλει στη διατήρηση σχετικά χαμηλών επιτοκίων κρατικού δανεισμού, είναι σημαντική για την εξέλιξη των δημόσιων οικονομικών και τη συνολική μακροοικονομική σταθερότητα.

Διαβάστε ακόμα

Και η αντιπυρική προστασία στις νέες προσθήκες του Ταμείου Ανάκαμψης

Χρηματιστήριο Αθηνών: Όλες οι τιμές – στόχοι των αναλυτών για τράπεζες και επιλεγμένα blue chips

ΟΠΕΚΑ: Ποια επιδόματα καταβάλλονται την Δευτέρα 31/7

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ