Η επόμενη πενταετία προμηνύεται ιδιαίτερα απαιτητική για τη μεγαλύτερη οικονομική περιοχή της Ευρώπης. Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και τη σχετική σταθεροποίηση των επιτοκίων, η ευρωζώνη εξακολουθεί να κινείται σε ένα περιβάλλον χαμηλής αναπτυξιακής δυναμικής, χωρίς ενδείξεις ότι θα επιστρέψει σύντομα στους ρυθμούς μεγέθυνσης που χαρακτήριζαν προηγούμενες δεκαετίες.
Η εικόνα αυτή αποδίδεται σε ένα σύνολο διαρθρωτικών προβλημάτων που συνεχίζουν να επιβαρύνουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Το υψηλό δημόσιο χρέος, η δημογραφική γήρανση, η περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας, οι υψηλές ενεργειακές δαπάνες και η γεωπολιτική αβεβαιότητα διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη παραμένει υποτονική.
Οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα αναπτύσσεται με μέσο ετήσιο ρυθμό λίγο υψηλότερο του 1%, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά θα κινηθεί οριακά καλύτερα. Οι επιδόσεις αυτές απέχουν σημαντικά από τον παγκόσμιο μέσο όρο, αλλά και από τις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας, όπου οι ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν πολλαπλάσιοι.
Την ίδια στιγμή, όμως, ο ευρωπαϊκός χάρτης δεν είναι ενιαίος. Μια ομάδα μικρότερων χωρών, από τα Βαλκάνια μέχρι την Ανατολική Ευρώπη και τη Μεσόγειο, εμφανίζει εντελώς διαφορετική εικόνα, καταγράφοντας αναπτυξιακές προοπτικές που ξεπερνούν ακόμη και το διπλάσιο των επιδόσεων της ευρωζώνης.
Η Ευρώπη των μεγάλων προκλήσεων
Η συγκρατημένη πορεία της ευρωζώνης αντανακλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κυρίως οι μεγαλύτερες οικονομίες της ηπείρου.
Η Γερμανία εξακολουθεί να επηρεάζεται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τη χαμηλή βιομηχανική παραγωγή, η Γαλλία αντιμετωπίζει έντονες δημοσιονομικές πιέσεις, ενώ αρκετές χώρες του Νότου συνεχίζουν να λειτουργούν υπό το βάρος υψηλού δημόσιου χρέους.
Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού περιορίζει την προσφορά εργασίας, ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας παραμένει ασθενής, παρά τις σημαντικές επενδύσεις στην ψηφιακή μετάβαση και στις πράσινες τεχνολογίες.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ευρωπαϊκή οικονομία δυσκολεύεται να συμβαδίσει με τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες περιοχές του κόσμου.
Η Μολδαβία αλλάζει οικονομική πορεία
Ανάμεσα στις χώρες που ξεχωρίζουν βρίσκεται η Μολδαβία, η οποία αφήνει πίσω μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο που χαρακτηρίστηκε από τον πόλεμο στα σύνορά της, την ενεργειακή κρίση και τα ακραία καιρικά φαινόμενα που επηρέασαν την αγροτική παραγωγή.
Η σταδιακή ανάκαμψη στηρίζεται σε ένα διαφορετικό αναπτυξιακό μοντέλο, όπου καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι μεταρρυθμίσεις, οι δημόσιες επενδύσεις και η στενότερη σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η χρηματοδότηση μεγάλων έργων υποδομής, η ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης μέσω υψηλότερων πραγματικών εισοδημάτων, αλλά και η σημαντική συμβολή των εμβασμάτων από το εξωτερικό δημιουργούν ένα περιβάλλον σταδιακής οικονομικής επιτάχυνσης.
Παράλληλα, ο κλάδος της πληροφορικής και των υπηρεσιών αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάρος στην οικονομία, μειώνοντας την εξάρτηση της χώρας από τον πρωτογενή τομέα.
Ωστόσο, οι προοπτικές εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία αλλά και από τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που απαιτεί η ενταξιακή διαδικασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Σερβία επενδύει στις υποδομές
Λίγο υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης εμφανίζει η Σερβία, η οποία στηρίζει μεγάλο μέρος της οικονομικής της δυναμικής σε ένα πρωτοφανές πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.
Η προετοιμασία για τη διεθνή έκθεση Expo 2027 έχει προκαλέσει κύμα κατασκευαστικής δραστηριότητας, με νέα έργα σε αυτοκινητοδρόμους, σιδηροδρομικές συνδέσεις και αστικές αναπλάσεις.
Παράλληλα, η βιομηχανική παραγωγή ενισχύεται από σημαντικές ξένες επενδύσεις, ιδιαίτερα στον τομέα της εξόρυξης χαλκού και των μεταλλευμάτων, ενώ η δημοσιονομική σταθερότητα και η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δημιουργούν ένα πιο προβλέψιμο οικονομικό περιβάλλον.
Η πρόκληση για τη Σερβία θα είναι να μετατρέψει αυτή τη μεγάλη επενδυτική κινητοποίηση σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας και όχι σε μια προσωρινή ώθηση που θα περιοριστεί μετά την ολοκλήρωση των μεγάλων έργων.
Η Ουκρανία ποντάρει στην ανοικοδόμηση
Στις υψηλότερες θέσεις των προβλέψεων βρίσκεται και η Ουκρανία, με την αναμενόμενη επιτάχυνση της οικονομίας της να συνδέεται σχεδόν αποκλειστικά με το τεράστιο πρόγραμμα ανοικοδόμησης που θα ακολουθήσει την αποκλιμάκωση του πολέμου.
Η αποκατάσταση των υποδομών, οι επενδύσεις σε κατοικίες, βιομηχανία και δίκτυα μεταφορών, καθώς και η εισροή διεθνούς χρηματοδότησης, εκτιμάται ότι μπορούν να δημιουργήσουν έναν ισχυρό επενδυτικό κύκλο που θα στηρίξει την ανάπτυξη για αρκετά χρόνια.
Παρ’ όλα αυτά, οι προβλέψεις συνοδεύονται από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας, καθώς η συνέχιση των συγκρούσεων ή νέα κλιμάκωση θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.
Το Κόσοβο στηρίζεται στην κατανάλωση και τη διασπορά
Μία ακόμη οικονομία που αναμένεται να διατηρήσει ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης είναι το Κόσοβο. Παρά το μικρό μέγεθός του, προβλέπεται ότι θα παραμείνει μεταξύ των ταχύτερα αναπτυσσόμενων οικονομιών της Ευρώπης, διατηρώντας ρυθμούς κοντά στο 4% σε ορίζοντα πενταετίας.
Η ανάπτυξη της χώρας στηρίζεται κυρίως στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στις δημόσιες επενδύσεις και στη σημαντική οικονομική συμβολή της πολυπληθούς διασποράς, η οποία συνεχίζει να ενισχύει την οικονομία μέσω εμβασμάτων αλλά και επιχειρηματικών επενδύσεων.
Το νεανικό εργατικό δυναμικό αποτελεί ακόμη ένα συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες που αντιμετωπίζουν έντονο δημογραφικό πρόβλημα. Παράλληλα, η περαιτέρω ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος και η αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων δημιουργούν πρόσθετες προϋποθέσεις οικονομικής επέκτασης.
Ωστόσο, η αναπτυξιακή αυτή πορεία συνοδεύεται και από αδυναμίες. Η οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική κατανάλωση και τις εισαγωγές, ενώ η εξαγωγική της βάση παραμένει περιορισμένη. Αυτό σημαίνει ότι η μελλοντική διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της χώρας να ενισχύσει την παραγωγική της βάση και να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών της.
Η Μάλτα διατηρεί τα πρωτεία, αλλά αλλάζει μοντέλο
Στην κορυφή των προβλέψεων για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη παραμένει η Μάλτα, η οποία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να εμφανίζει τους υψηλότερους μέσους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών οικονομιών. Η επιτυχία της δεν αποτελεί έκπληξη. Τα τελευταία χρόνια το μικρό νησιωτικό κράτος κατάφερε να μετατραπεί σε σημαντικό διεθνές κέντρο τουρισμού, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, επαγγελματικών δραστηριοτήτων και διαδικτυακών υπηρεσιών, προσελκύοντας παράλληλα μεγάλο αριθμό ξένων εργαζομένων.
Το μοντέλο αυτό οδήγησε σε εντυπωσιακές επιδόσεις επί σειρά ετών. Ωστόσο, οι συνθήκες αρχίζουν πλέον να αλλάζουν.
Η αγορά εργασίας βρίσκεται κοντά στην πλήρη απασχόληση, οι ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό αυξάνονται διαρκώς και οι δημόσιες υποδομές δέχονται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις. Η συνεχής εισροή εργαζομένων από το εξωτερικό, που αποτέλεσε βασικό μοχλό ανάπτυξης κατά την προηγούμενη δεκαετία, δεν αρκεί πλέον για να διατηρήσει τους ίδιους ρυθμούς οικονομικής επέκτασης.
Για τον λόγο αυτό, η επόμενη φάση της ανάπτυξης αναμένεται να στηριχθεί περισσότερο στην παραγωγικότητα, στην καινοτομία, στην τεχνολογία και στις επενδύσεις σε εκπαίδευση και σύγχρονες υποδομές.
Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου θεωρούνται πλέον οι βασικές προϋποθέσεις ώστε η χώρα να διατηρήσει το αναπτυξιακό της προβάδισμα τα επόμενα χρόνια.
Η νέα οικονομική γεωγραφία της Ευρώπης
Οι προβλέψεις αναδεικνύουν μια ενδιαφέρουσα μεταβολή στον ευρωπαϊκό οικονομικό χάρτη. Ενώ οι μεγαλύτερες οικονομίες της ηπείρου κινούνται με περιορισμένες ταχύτητες, μικρότερες χώρες καταφέρνουν να εμφανίζουν πολύ υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης αξιοποιώντας διαφορετικά πλεονεκτήματα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, καθοριστικό ρόλο παίζουν οι ευρωπαϊκοί πόροι και οι μεταρρυθμίσεις. Σε άλλες, η ώθηση προέρχεται από μεγάλες δημόσιες επενδύσεις, τη δημογραφική δυναμική, την ανοικοδόμηση ή την αυξημένη εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό.
Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες τους, οι οικονομίες αυτές έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη και επομένως μπορούν να αναπτύσσονται ταχύτερα από τις ήδη ώριμες οικονομίες της ευρωζώνης.
Αντίθετα, οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες καλούνται να αντιμετωπίσουν βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα, τα οποία δεν επιτρέπουν εύκολες και γρήγορες επιταχύνσεις της ανάπτυξης.
Η ευρωζώνη αναζητά νέο αναπτυξιακό μοντέλο
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις μεσοπρόθεσμες προβλέψεις είναι ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο δύο διαφορετικών ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι μεγάλες οικονομίες, οι οποίες αναμένεται να συνεχίσουν να αναπτύσσονται με ρυθμούς λίγο πάνω από το 1%, επηρεαζόμενες από το υψηλό χρέος, τη δημογραφική γήρανση, την περιορισμένη παραγωγικότητα και το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Από την άλλη, μικρότερες οικονομίες, όπως η Μάλτα, το Κόσοβο, η Ουκρανία, η Σερβία και η Μολδαβία, εμφανίζονται ικανές να κινηθούν με υπερδιπλάσιους ρυθμούς, αξιοποιώντας επενδύσεις, ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, μεταρρυθμίσεις και έργα μεγάλης κλίμακας.
Το ζητούμενο για την ευρωζώνη δεν είναι μόνο να αυξήσει προσωρινά τον ρυθμό μεγέθυνσης, αλλά να διαμορφώσει ένα νέο παραγωγικό πρότυπο που θα στηρίζεται στην καινοτομία, στην τεχνολογική πρόοδο, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να μειώσει την απόσταση που τη χωρίζει όχι μόνο από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του κόσμου, αλλά πλέον και από αρκετές μικρότερες ευρωπαϊκές χώρες που δείχνουν έτοιμες να πρωταγωνιστήσουν στην επόμενη αναπτυξιακή περίοδο.
Διαβάστε ακόμη
Μια κρίσιμη στιγμή για τη Σαντορίνη: Η κουλούρα, τα γραμμικά αμπέλια και μια τολμηρή ιδέα
Ποιοι κερδίζουν από τη ρύθμιση των 72 δόσεων
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
