Οικονομία

FAZ: Μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι κεντρικές τράπεζες;

  • newsroom


Μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι κεντρικές τράπεζες; Για πόσο ακόμα θα μπορούν να χορηγούν πολύ φθηνό χρήμα για να στηρίξουν τις οικονομίες των χωρών τους εν μέσω πανδημίας;

Οι κεντρικές τράπεζες αντιστέκονται στην οικονομική κρίση της πανδημίας. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, δεν θα είναι σε θέση να καλύψουν το κόστος .

Την ερχόμενη Τρίτη όπως αναφέρει το ρεπορτάζ της FAZ το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας θα ανακοινώσει την απόφασή του για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων  από την ΕΚΤ . Θεωρητικά το γερμανικό δικαστήριο δεν έχει τίποτα να πει σε ένα ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο. Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο θα μπορούσε να περιορίσει τις ενέργειες της Deutsche Bundesbank, η οποία αγοράζει ομοσπονδιακά ομόλογα ως μέρος του προγράμματος αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ.

Την ίδια ώρα το Bloomberg σημειώνει ότι η αύξηση του έκτακτου προγράμματος αγοράς ομολόγων που έχει ξεκινήσει η ΕΚΤ (και στο οποίο μετέχουν και τα ελληνικά ομόλογα), καθώς τα χρέη των οικονομιών της Ευρωζώνης διογκώνονται, είναι θέμα χρόνου.

Με τις χώρες να εξαρτώνται από τον δανεισμό και τις εκδόσεις ομολόγων για να χρηματοδοτήσουν τα μέτρα αντιμετώπισης των επιπτώσεων της πανδημίας, η ΕΚΤ θα αναλάβει πιθανότατα να απορροφήσει μεγαλύτερο κομμάτι από αυτήν την προσφορά ομολόγων, αφού οι ιδιώτες επενδυτές δεν φαίνονται διατεθειμένοι να αναλάβουν το ρίσκο.

Σύμφωνα με αναλυτές της ABN Amro, η κρίση θα φέρει φέτος πρόσθετες εκδόσεις κρατικών ομολόγων ύψους 850 δισ. ευρώ. Η κεντρική τράπεζα, φυσικά, δεν αναμένεται να αγοράσει όλο αυτό το πρόσθετο χρέος, αλλά θα πρέπει να παίξει σημαντικό ρόλο στην απορρόφησή του προκειμένου να κρατήσει σε χαμηλά επίπεδα το κόστος δανεισμού και να διασφαλίσει ότι το οικονομικό σοκ δεν θα εξελιχθεί σε μια κρίση χρέους σαν αυτή που λίγο έλειψε να διαλύσει την Ευρωζώνη λιγότερο από δέκα χρόνια πριν.

Το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, ύψους 750 δισ. ευρώ, της ΕΚΤ έχει αναδειχθεί μέχρι στιγμής το «αγαπημένο» εργαλείο της κεντρικής τράπεζας για την αντιμετώπιση της κρίσης. Της χειρότερης κρίσης που έχει αντιμετωπίσει μεταπολεμικά η Ευρώπη.  Στο πλαίσιο αυτό, οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg πριν από την τελευταία συνεδρίαση της ΕΚΤ, αυτήν την εβδομάδα, ανέμεναν ότι η κεντρική τράπεζα θα προσθέσει στη δύναμη πυρός της άλλα 500 δισ. ευρώ μέσα στο έτος. Κι αυτό γιατί όπως λέει ο Τζέιμς Άθεϊ, διευθυντής επενδύσεων στην Aberdeen Standard, η ΕΚΤ δεν καταφέρνει αυτήν τη στιγμή να «σκουπίσει» την πρόσθετη προσφορά.

Το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε την Πέμπτη να κρατήσει αμετάβλητο το πρόγραμμα και να επιλέξει, αντ’ αυτού, να χρησιμοποιήσει άλλα εργαλεία για να αυξηθεί ο τραπεζικός δανεισμός. Ωστόσο, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει πει ότι το πρόγραμμα μπορεί να αυξηθεί και να παραταθεί και πέραν του 2020. Πότε θα συμβεί αυτό;  Η χρονική στιγμή μιας τέτοιας απόφασης θα εξαρτηθεί από το ποιο θα είναι το πιθανό έναυσμα.

Αν και οι ιδιώτες επενδυτές δεν αποκλείεται να σχηματίσουν ουρές για να πάρουν τα ασφαλέστερα ομόλογα, όπως της Γερμανίας, είναι πιθανό να αρχίσουν να ζητούν ολοένα υψηλότερα επιτόκια από ασθενέστερα κράτη, όπως η Ιταλία και η Ισπανία. Και τα κράτη αυτά ήταν επίσης εκείνα που υπέστησαν και το μεγαλύτερο πλήγμα από την πανδημία.

Καθώς το κρατικό χρέος φουσκώνει, η περαιτέρω απορρόφηση του από την ΕΚΤ είναι θέμα χρόνου

Ο Σόιμπλε επιμένει

Την ίδια ώρα επιφυλάξεις εκφράζει εκ νέου ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος πάντως επαναφέρει τη συζήτηση για «στάθμιση» ανθρωπίνων δικαιωμάτων επί κορωνοϊού.

Μιλώντας στην Offenburger Tageblatt, την τοπική εφημερίδα της ιδιαίτερης πατρίδας του, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δηλώνει ότι «ανησυχεί», γιατί «οι άνθρωποι σχηματίζουν την εντύπωση ότι το κράτος αναλαμβάνει όλα τα έξοδα». Το κράτος όμως, προειδοποιεί ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Βουλής και πρώην υπουργός Οικονομικών, «σε τελική ανάλυση δεν μπορεί να δώσει για οικονομική βοήθεια και κοινωνικές παροχές περισσότερα χρήματα, από αυτά που αντιστοιχούν στο πραγματικό μέγεθος της οικονομίας».

Γι αυτό, επισημαίνει, θα πρέπει να ληφθούν «κοινές αποφάσεις» για την ανάκαμψη της οικονομίας στη Γερμανία και την Ευρώπη. Δηλώνει μάλιστα αισιόδοξος ότι η σημερινή κρίση θα προσφέρει ευκαιρίες για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και «θα δώσει μία ισχυρή ώθηση στην κατεύθυνση της ψηφιοποίησης»

Για μία ακόμη φορά ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε προτείνει μία «δημόσια συζήτηση» για το αν έχει απόλυτη προτεραιότητα η προστασία της ανθρώπινης ζωής και της υγείας. Ήδη σε προηγούμενη συνέντευξη, στην εφημερίδα Tagesspiegel του Βερολίνου, ο πρόεδρος της Βουλής είχε δηλώσει ότι «υπάρχει στάθμιση και αλληλοπεριορισμός στα ανθρώπινα δικαιώματα» και ότι για τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων «δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε αποκλειστικά τους επιδημιολόγους, αλλά πρέπει να σταθμίσουμε και τις σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, ψυχολογικές ή άλλες επιπτώσεις».

Πάντως ο πρόεδρος της Βουλής φαίνεται να στηρίζει την επιφυλακτική στάση της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία δεν βιάζεται να άρει τους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί λόγω κορωνοϊού. Όπως δηλώνει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην Offenburger Tageblatt «στην αρχή υπήρχε ένα είδος συναγωνισμού για το ποιος θα προτείνει τα πιο αυστηρά μέτρα, τώρα πρέπει να προσέξουμε για να μην συμβεί το ίδιο στην αντίθετη κατεύθυνση…»    

Ανησυχεί ο Σύνδεσμος Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI)

Την ανησυχία του για τις οικονομικές επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων εκφράζει ο Σύνδεσμος Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI), ζητώντας παράλληλα από την πολιτική ηγεσία να εκπονήσει συγκεκριμένο σχέδιο για μία επιστροφή στην «κανονικότητα».

Όπως τονίζει ο επικεφαλής του BDI Ντίτερ Κεμπφ μιλώντας στις εφημερίδες του ομίλου Funke, το Σάββατο, «κάθε εβδομάδα του λόκνταουν στοιχίζει στη γερμανική οικονομία ένα διψήφιο ποσό δισεκατομμυρίων». Γι’ αυτό, επισημαίνει, «μετά τη συνάντηση της καγκελαρίου με τους πρωθυπουργούς των ομόσπονδων κρατιδίων, στις 6 Μαίου, οι επιχειρήσεις μας θέλουν και πρέπει να γνωρίζουν με ποια βήματα προβλέπεται να αποκατασταθεί η κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο γερμανικός Σύνδεσμος Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (BVMW), ο οποίος, σε ανοιχτή επιστολή προς την Άνγκελα Μέρκελ, απευθύνει σαφές μήνυμα: «Προχωρήστε σε άρση του λόκνταουν, πριν να είναι πολύ αργά»!