Ένα μέτρο με άμεσο όφελος για δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους στην εστίαση, στα bars, στα ξενοδοχεία και στις ψηφιακές πλατφόρμες, όπως αύξηση του αφορολόγητου ορίου για τα φιλοδωρήματα στα 6.000 ευρώ τον χρόνο είναι, κινδυνεύει στην πράξη να μείνει ανεφάρμοστο ή να προκαλέσει και νέα προβλήματα, αντί να επιλύσει.
Η σχετική διάταξη περιέχεται στο πολυνομοσχέδιο με τα μέτρα τα οποία εξήγγειλε ο πρωθυπουργός τον Σεπτέμβριο στη ΔΕΘ, το οποίο έρχεται την ερχόμενη εβδομάδα προς συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή την ερχόμενη εβδομάδα.
Ωστόσο, πίσω από την απλή αριθμητική αλλαγή (στα 6.000 ευρώ ετησίως αντί 300 ευρώ ανά μήνα που ισχύει σήμερα) κρύβεται μια διατύπωση που, αν δεν αλλάξει ως τη συζήτηση και ψήφιση, μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση, αντιφατικές ερμηνείες και νομικές συγκρούσεις μεταξύ ελεγκτικών οργάνων, επιχειρήσεων και εργαζομένων: στην πράξη, τα φιλοδωρήματα μπορεί να μην προστατεύονται όταν «εισπράττονται τακτικά, επαυξάνοντας τις αποδοχές» του εργαζομένου.
Αυτό συμβαίνει επειδή παραμένει αμετάβλητη η αρχική διατύπωση του νόμου (περ. ιβ’ της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4172/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 5162/2024). Εκεί ορίζεται ότι η φορολογική και ασφαλιστική απαλλαγή, δεν καλύπτει φιλοδωρήματα που καταβάλλονται ως συγκεκριμένο ποσοστό μισθού ή ημερομισθίου, ή σταθερό ποσό βάσει ατομικής συμφωνίας, σύμβασης εργασίας, συλλογικής σύμβασης ή διαιτητικής απόφασης, «και εισπράττονται τακτικά, επαυξάνοντας τις αποδοχές τους».
Νομική διελκυνστίδα
Η φράση «εισπράττονται τακτικά, επαυξάνοντας τις αποδοχές τους» είναι το πραγματικό νομικό «αγκάθι» της ρύθμισης. Δεν προσδιορίζει αντικειμενικά κριτήρια (ποσό, συχνότητα, ποσοστό, τρόπο καταβολής) αλλά αφήνει αβέβαιο να κριθεί αν ένα επαναλαμβανόμενο ποσό θα θεωρηθεί τακτική αποδοχή και όχι προαιρετικό φιλοδώρημα πελάτη.
Το «γράμμα του νόμου», με βάση το υφιστάμενο πλαίσιο (ν.4172/2013) όπως ισχύει σήμερα, ορίζει ότι:
· απαλλάσσονται από το φόρο τα φιλοδωρήματα (έως 300 ευρώ μηνιαίως) τα οποία λαμβάνουν μισθωτοί, προαιρετικά από πελάτες της επιχείρησης, έναντι της παρασχεθείσας σε αυτούς εξυπηρέτησης, ανεξαρτήτως εάν αυτά λαμβάνονται μέσω της επιχείρησης ή απευθείας.
· αντίστοιχα απαλλάσσονται επίσης από ασφαλιστικές εισφορές, τα φιλοδωρήματα, ανεξαρτήτως ύψους -και όχι μόνον έως 300 ευρώ μηνιαίως ή 6.000 ετησίως όπως προωθείται.
Ωστόσο ο ίδιος νόμος προβλέπει ότι «η απαλλαγή αυτή δεν καταλαμβάνει φιλοδωρήματα που καταβάλλονται στους εργαζόμενους ως συγκεκριμένο ποσοστό του μισθού ή ημερομισθίου, ή σταθερό ποσό με βάση όρο ατομικής συμφωνίας, σύμβασης εργασίας ή συλλογικής σύμβασης ή διαιτητικής απόφασης και εισπράττονται τακτικά, επαυξάνοντας τις αποδοχές τους».
«Γκρίζα ζώνη»
Το νέο νομοσχέδιο αντικαθιστά μεν το όριο «300 ευρώ μηνιαίως» με «6.000 ευρώ ανά φορολογικό έτος», δεν αντικαθιστά όμως τη αρχική διατύπωση, αφήνοντας να παραμένει η ασάφεια πώς «διαβάζει» κάποιος το νόμο -και ειδικά οι ελεγκτικές υπηρεσίες.
Με άλλα λόγια, αν το «φιλοδώρημα» προκύπτει σαν τακτικό και αναμενόμενο κομμάτι της αμοιβής -που για όσους εργάζονται σαιζόν 1-3 μήνες μπορεί να συμβεί- τότε σε ενδεχόμενο φορολογικό έλεγχο κινδυνεύει να χάσει τον χαρακτήρα του φιλοδωρήματος.
Η νομική πρόβλεψη αυτή, προφανώς, εισήχθη για να μη γίνεται κατάχρηση από εργοδότες που θα «βάπτιζαν» κατά σύστημα ένα μέρος των μισθών των εργαζομένων τους ως … tips, με σκοπό να γλιτώνουν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, μέχρι του ορίου που προβλέπει ο νόμος (300 ανά μήνα σήμερα, ή 6.000 ευρώ ετησίως στο εξής).
Το πρόβλημα είναι ότι η καθημερινή πρακτική στην εστίαση δεν είναι πάντα τόσο καθαρή όσο θέλει να ορίζει ο νομοθέτης. Αντιθέτως, θα μπορούσε να δώσει μια απλή, κατανοητή ερμηνευτική διευκρίνιση: ότι το κριτήριο δεν είναι το αν το ποσό επαναλαμβάνεται, αλλά το αν αποτελεί υποχρεωτική, συμφωνημένη και αναμενόμενη αντιμισθία. Ή να κατοχυρώνει ότι η τακτική διανομή προαιρετικών φιλοδωρημάτων μεταξύ εργαζομένων δεν τους αφαιρεί αυτόματα τον χαρακτήρα αυτόν και τα καθιστά μισθό.
Διαφορετικά, το μέτρο κινδυνεύει να μείνει θεωρητικά μεν «γενναιόδωρο», αλλά πρακτικά δύσχρηστο -και τελικά επικίνδυνο- για αυτούς στους οποίους ακριβώς απευθύνεται, κυρίως δηλαδή τους νέους που εργάζονται σαιζόν το καλοκαίρι.
Αλλού ο νόμος, αλλού η πράξη
Στην πραγματικότητα , ένας εργαζόμενος σαιζόν μπορεί να γνωρίζει και να υπολογίζει ότι κάθε βράδυ θα πάρει περίπου τα ίδια χρήματα από tips, ή ο εργοδότης μπορεί να έχει συνηθίσει να τα διανέμει με συγκεκριμένη λογική στους υπαλλήλους
Αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρόκειται για μισθό που υπόκειται σε φόρους και εισφορές, επειδή υπάρχει «τακτικότητα». Μπορεί να είναι το φιλοδώρημα που αφήνουν προαιρετικά οι πελάτες, το οποίο απλώς μοιράζεται μεταξύ του προσωπικού.
Ωστόσο στην πράξη, αν συμβεί το ποσό που προκύπτει να είναι σχεδόν σταθερό, η εφορία ή ο ΕΦΚΑ μπορεί να το αντιμετωπίσουν ως τακτική αποδοχή και όχι πραγματικό φιλοδώρημα.
Το πρόβλημα είναι πρακτικό: για παράδειγμα, η διατύπωση του νόμου δεν εξηγεί με απλά λόγια τι συμβαίνει όταν το φιλοδώρημα διανέμεται προς όλους τους εργαζόμενους. Αν οι πελάτες αφήνουν tips για όλο το προσωπικό και ο υπεύθυνος τα μοιράζει, το ποσό μπορεί μεν να είναι σταθερό για τον καθένα, αλλά όχι σταθερή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.
Στην πράξη, πάντως, ένας έλεγχος μπορεί να δει «ίδια ποσά κάθε εβδομάδα ή κάθε μήνα» και να αμφισβητήσει τον χαρακτήρα τους. Χωρίς σαφή τεκμηρίωση (αποδείξεις POS, καταγραφή φιλοδωρημάτων, εσωτερικό αρχείο διανομής κλπ) ο εργαζόμενος κινδυνεύει να κληθεί να αποδείξει ότι επρόκειτο για πραγματικά φιλοδωρήματα, αλλά να μη μπορεί!
Η ασάφεια γίνεται επικίνδυνη επειδή το κριτήριο δεν είναι μόνο το ύψος των tips, αλλά η «τακτικότητα», δηλαδή η συχνότητα είσπραξης των φιλοδωρημάτων. Ο νόμος δεν θέτει κριτήρια που να ερμηνεύουν ή να περιορίζουν πώς και πότε θεωρείται ότι τα φιλοδωρήματα «εισπράττονται τακτικά, επαυξάνοντας τις αποδοχές» των εργαζομένων.
Με την έννοια αυτή, μπορεί να μη θεωρείται φιλοδώρημα εάν πχ ο εργαζόμενος τα εισπράττει κάθε Σάββατο, ή αν ο εργοδότης τα μοιράζει σε ίσα μερίδια, ή αν προκύπτουν σταθερά ποσοστά επί του μισθού κλπ.
Αντίστοιχα, δύο επιχειρήσεις με παρόμοια λειτουργία μπορεί να αντιμετωπιστούν διαφορετικά, ανάλογα με το πώς τεκμηριώνεται ότι το φιλοδώρημα προέρχεται από ελεύθερη επιλογή του πελάτη.
Αυτό προκαλεί και έναν δεύτερο φόβο: ότι επιχειρήσεις ή εργαζόμενοι θα αποφεύγουν να περνούν τα φιλοδωρήματα από το ταμείο ή το POS, ακριβώς επειδή φοβούνται ότι η καταγραφή τους θα τα κάνει να μοιάζουν με τακτικό μισθό. Έτσι, ένα μέτρο που θέλει να ενθαρρύνει τη διαφάνεια, μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερα «μαύρα» tips και σε μικρότερη ιχνηλασιμότητα. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ το φιλοδώρημα μέσω κάρτας είναι πιο ελέγξιμο, θα είναι και πιο εύκολα αμφισβητήσιμο σαν … «τακτική απολαβή», επειδή αφήνει ηλεκτρονικό ίχνος και επαναλαμβανόμενη εικόνα εισπράξεων.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.