Οικονομία

Η ελληνική οικονομία μετά την πανδημία – Τι λένε Καραβίας, Μυτιληναίος, Ρέτσος

  • Αγγελική Βελεσιώτη


Καραβίας: 20.000 επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια για να λάβουν χρήματα από κρατικά προγράμματα - Μυτιληναίος: Εθνική συσπείρωση στην τριπλή κρίση - Ρέτσος: Αν τα πράγματα εξελιχθούν ομαλά με την πανδημία από το 2022 η Ελλάδα μπορεί να ανακάμψει

Σε αχαρτογράφητα νερά συνεχίζει να κινείται η ελληνική οικονομία, με την χώρα να αντιμετωπίζει τις ίδιες προκλήσεις όπως αυτές του Απριλίου, οπότε και ίσχυε το lockdown. Αυτά ήταν εν ολίγοις το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξαν οι συμμετέχοντες στο τελευταίο πάνελ του συνεδρίου «Η Ελλάδα μετά», που διοργάνωσε για τέταρτη συνεχή χρονιά ο Κύκλος Ιδεών για την εθνική ανασυγκρότηση, κ. κ. Φωκίων Καραβίας (διευθύνων σύμβουλος της Eurobank), Ευάγγελος Μυτιληναίος (πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομώνυμου Ομίλου) και Γιάννης Ρέτσος (πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, ΣΕΤΕ), σημειώνοντας, ωστόσο, πως η πανδημία γεννά ευκαιρίες.

«Οι εκτιμήσεις έχουν μία αυτονόητη αβεβαιότητα λόγω της δυναμικής της πανδημίας, ωστόσο μπορούμε να διατυπώσουμε κάποιες προβλέψεις ή στοχοθεσία σε σχέση με τέσσερις βασικές οικονομικές μεταβλητές», τόνισε ο κ. Καραβίας. Ειδικότερα:

  • Η ύφεση να παραμείνει μονοψήφια, λίγο πάνω από το 8%
  • Το έλλειμμα, επίσης, να παραμείνει μονοψήφιο
  • Το χρέος να κινηθεί κάτω από το ψυχολογικό όριο του 200%, ίσως, κοντά στο 195% και
  • Τα διαθέσιμα, το περίφημο «μαξιλάρι» του Δημοσίου, να μην υποχωρήσει κάτω από τα 30 δισ. ευρώ.

«Με βάση τα στοιχεία που έχουμε σήμερα – και εάν δεν υπάρξει κάποια απρόβλεπτη επιδείνωση – πιστεύω ότι τα παραπάνω είναι επιτεύξιμα», πρόσθεσε, επισημαίνοντας πως η αντιμετώπιση μιας τέτοιας ύφεσης ένα επίτευγμα πολιτικής – σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.

Πιο αναλυτικά, η ΕΚΤ χορήγησε χωρίς καθυστέρηση άπλετη ρευστότητα στην οικονομία. Η χαλάρωση των δημοσιονομικών περιορισμών σε όλη την Ευρώπη έδωσε στις κυβερνήσεις ευχέρεια να κινηθούν. Τα μέτρα στήριξης στην Ελλάδα ξεπερνούν, μέχρις στιγμής, τα 17 δισ. ευρώ. Το τραπεζικό σύστημα προχώρησε πολύ γρήγορα στην χρηματοδότηση κυρίως των επιχειρήσεων, αρχικά αυτοτελώς και στη συνέχεια συμμετέχοντας στα κρατικά προγράμματα στήριξης, που κινητοποιούν και ιδιωτικά κεφάλαια, δηλαδή κεφάλαια των τραπεζών. «Υπάρχει η εκτίμηση ότι τα χρήματα πήγαν σε 20.000 επιχειρήσεις. Θεωρούν ότι το νούμερο είναι μικρό, όμως η πραγματικότητα είναι πως αυτές οι επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια – της Ευρώπης, αλλά και των τραπεζών – και αποτελούν τον βασικό εργοδότη, ενώ έχουν και τη μέγιστη συνεισφορά στο ΑΕΠ της χώρας», σχολίασε ο επικεφαλής της Eurobank.

Παράλληλα, οι τράπεζες προχώρησαν σε άμεσα μέτρα ανακούφισης πληγέντων πελατών τους με αναστολή της υποχρέωσης αποπληρωμής υποχρεώσεων. Η περίμετρος των αναστολών φτάνει τα 20 δισ. ευρώ, ενώ έλαβαν και ειδικά μέτρα μακροπρόθεσμης αναστολής υποχρεώσεων για τις επιχειρήσεις του τουρισμού.

Όσον αφορά στις αντοχές του τραπεζικού κλάδου, ο ίδιος τόνισε πως σε παγκόσμιο επίπεδο αυτός είναι καλύτερα σε σχέση με πριν από 10 χρόνια, ενώ στον κρίσιμο τομέα των «κόκκινων» δανείων οι τράπεζες συνεχίζουν με τα φιλόδοξα πλάνα τους. «Έχουν ακουστεί εκτιμήσεις για νέα ‘κόκκινα’, ύψους 10 δισ. ευρώ. Άποψή μου είναι ότι πρέπει να στοχεύσουμε σε λιγότερο από 5 δισ. ευρώ. Αυτό είναι εφικτό με βάση τη σημερινή στάση των δανειοληπτών, ενώ και εμείς θα πρέπει να προνοήσουμε για τη σταδιακή επάνοδο στην πληρωμή, έτσι ώστε να μην υποχρεωθεί κάποιος να καταβάλει από 1η Γενάρη το σύνολο της δόσης», συνέχισε.

Τέλος, αναφερόμενος στο σκέλος των επενδύσεων, ο κ. Καραβίας εστίασε στην απόφαση για επίσπευση της απολιγνιτοποίησης, κάνοντας λόγο για ένα δεύτερο Ελληνικό. «Οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι, γύρω στα πέντε δισ. ευρώ, για τη λεγόμενη ‘δίκαιη μετάβαση’ δεν οδηγούν μόνο στην αναγκαία συμβολή στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά παρέχουν και τη δυνατότητα για μια πραγματική παραγωγική μεταμόρφωση και εκσυγχρονισμό γεωγραφικών περιοχών που ήταν έως σήμερα περιβαλλοντικά υποβαθμισμένες και ταυτισμένες αποκλειστικά με την ενεργειακή τροφοδοσία της υπόλοιπης χώρας, όπως στην Κοζάνη, στη Φλώρινα ή στην Αρκαδία. Είναι πολύ θετικό ότι ήδη 15 μεγάλες επενδύσεις στις παραπάνω περιοχές είναι έτοιμες προς υποβολή», κατέληξε.

Στην πρωτοφανή ταχύτητα, με την οποία έχουν αντιδράσει οι παγκόσμιες αγορές, που είχε σαν αποτέλεσμα τη μεγάλη άνοδο των χρηματιστηρίων, εστίασε από την πλευρά του, ο κ. Μυτιληναίος. «Θα έδινα λιγότερη σημασία στις εξελίξεις των ομολόγων και των επιτοκίων, επειδή υποστηρίζονται από τις κεντρικές τράπεζες. Δεν αντανακλούν τις αγορές όπως οι μετοχές, που είναι σε καλή κατάσταση», ανέφερε, για να προσθέσει: «Ως Ελλάδα εισπράττουμε μία κατάρρευση του τουρισμού. Ποια τα περιθώρια αντίδρασης; Δημοσιονομικά και νομισματικά. Στο πρώτο η κυβέρνηση έχει κάνει ό, τι μπορούσε και αυτό αντανακλάται στον μετριασμό της ύφεσης. Στο δεύτερο πεδίο δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα, το ευρώ δεν το τυπώνουμε εμείς. Αναπληρώνεται με τον μηχανισμό της ανάκαμψης. Η Ελλάδα είναι από τους βασικούς κερδισμένους, πολύ περισσότερο από ό, τι αντιστοιχεί στο ΑΕΠ. Οι Βρυξέλλες ακόμη δεν έχουν καταλήξει σε βασικά σημεία, αλλά πιέζουν τις χώρες να υποβάλλουν σχέδια. Η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει να οριστικοποιήσουν τις οδηγίες, πρέπει να υποβάλλει το δικό της εθνικό σχέδιο».

Σύμφωνα με τον επικεφαλής του Ομίλου, επίκειται επιχειρηματικό ξεσκαρτάρισμα, ενώ στην τριπλή κρίση, που βιώνει η χώρα μας (ελληνοτουρκικά, πανδημία και παρεπόμενα της πανδημίας), διαβλέπει μία εθνική συσπείρωση.

«Η αβεβαιότητα είναι εξίσου μεγάλη όση και τον Απρίλιο», τόνισε με την σειρά του, ο κ. Ρέτσος, παραδεχόμενος πως οι εκτιμήσεις για έσοδα της τάξεως των 4δισ. ευρώ διαψεύστηκαν, παρά το άνοιγμα των συνόρων. «Είναι κάτω από τα 4 δισ. ευρώ, γιατί η πανδημία είναι απρόβλεπτη. Εάν προσθέσουμε τον Αύγουστο πάμε γύρω στα 3 δισ. ευρώ», εξήγησε, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι το 2021 η χώρα θα μπορούσε να ανακτήσει ένα 50% των εσόδων. «Είμαι απαισιόδοξος τους επόμενους τρεις με έξι μήνες, όμως εάν τα πράγματα εξελιχθούν ομαλά στο μέτωπο της πανδημίας από το 2022 η Ελλάδα μπορεί να ανακάμψει εξαιρετικά», κατέληξε.