Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

«Σε κάθε κρίση τα πρώτα θύματα είναι οι οικονομικά ασθενέστεροι» διδάσκει η Ιστορία. Απέναντι στις απανωτές οικονομικές κρίσεις, όμως, οι ρόλοι μοιάζουν να έχουν αντιστραφεί.

Η νέα κρίση στις αγορές ομολόγων φέρνει τη Γαλλία να δανείζεται ακριβότερα από την Ελλάδα -και με διαφορά που διευρύνεται υπέρ της χώρας μας- ενώ το ιταλικό χρέος ανακοινώθηκε ότι έχει φτάσει -και ίσως ξεπερνάει ήδη- το ελληνικό. Ανάπτυξη και ισχυρά οικονομικά επιτρέπουν στην Ελλάδα παροχές μέσα στην κρίση, όταν 10 κράτη-μέλη της Ε.Ε. μπλέκουν σε διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος και λιτότητα. Και ενώ σχεδόν όλες οι χώρες στην Ε.Ε. βουλιάζουν σε οικονομική στασιμότητα με υψηλό πληθωρισμό και ελλείμματα, όλες όσες βγήκαν από μνημόνια έχουν πλεονάσματα και καλύτερες επιδόσεις σε ανάπτυξη και μέτρα στήριξης για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις τους.

Τι σηματοδοτεί αυτό; «Η εποχή του φθηνού και άφθονου κεφαλαίου έχει παρέλθει σε παγκόσμιο επίπεδο», επισήμανε ο κ. Κυριάκος Πιερρακάκης στη συνέντευξή του στο CNN, στο περιθώριο της Συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ, αντιπαραβάλλοντας τη μέση ευρωπαϊκή απόδοση ομολόγων 1,1% πριν από δέκα χρόνια με την αντίστοιχη σημερινή των δεκαετών στο 4,4% – ακριβώς εκεί δηλαδή όπου βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα.

Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ευρωπαϊκό. Στην εικόνα των αγορών που καταγράφεται στο υλικό των τελευταίων ημερών, η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου βρίσκεται πάνω από 5% και του βρετανικού στο 5,5%. Αν και οι αποδόσεις σε διαφορετικά νομίσματα δεν αποτελούν ασφαλή κατάταξη κινδύνου, αποτυπώνουν πόσο έχει ακριβύνει διεθνώς η χρηματοδότηση των κρατών, τα οποία δανείζονται ακριβότερα και από επιτόκιο απλού στεγαστικού δανείου στη χώρα μας.

Σεβασμός και θαυμασμός

Ως επιστέγασμα όλων αυτών, έρχεται το χειροκρότημα που δόνησε την αίθουσα όπου η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, στο πλαίσιο της συνόδου την προηγούμενη εβδομάδα, έκλεισε την τοποθέτησή της με «μπράβο!» στην Ελλάδα για τη βοήθεια που προσφέρει πλέον σε άλλες χώρες για να αντιμετωπίζουν κρίσεις.

Η εικόνα αυτή έχει τον δικό της συμβολισμό, καθώς το Ταμείο συνδέθηκε με την πιο επώδυνη οικονομική περιπέτεια της χώρας. Δεν αναγνωρίζει όμως μόνο το ΔΝΤ την απόσταση που έχει διανύσει η Ελλάδα. Ακόμη πιο εκδηλωτικά ήταν στελέχη θεσμών και τραπεζών (επιπέδου JP Morgan, Morgan Stanley κ.λπ.) στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις τους με Ελληνες αξιωματούχους. Οπως τόνιζαν, παρά την κρίση, άλλες χώρες (Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο κ.λπ.) «δεν τολμούν ούτε το ένα δέκατο όσων έχει κάνει η Ελλάδα, και θα πληρώσουν πολλαπλάσιο κόστος».

Στις προτροπές προς την ελληνική πλευρά να μεταφέρει εμπειρία και διδάγματα σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες που βρίσκονται τώρα υπό πίεση, η απάντηση του κ. Πιερρακάκη, ως προέδρου του Eurogroup και υπουργού Οικονομικών της χώρας, ήταν χαρακτηριστική: «No lessons, inspiration only»(Οχι μαθήματα, μόνο έμπνευση). Το μήνυμα δεν περιορίζεται έτσι στο «αντιγράψτε τι κάνει η Ελλάδα», αλλά «βαστάτε όπως η Ελλάδα», επιμένοντας στην αξιοπιστία και τις αντοχές που χρειάζεται μια οικονομία, ιδίως όταν το χρήμα ακριβαίνει και οι αγορές γίνονται πιο απαιτητικές.

Τι κερδίζει η Ελλάδα

Η ελληνική πορεία δεν είναι απλώς μια «καλή είδηση» για τις αγορές ή την κυβέρνηση. Είναι ένας μηχανισμός που προστατεύει την οικονομία όταν οι αγορές τιμωρούν την οικονομική καχεξία.

Το 2025 το ελληνικό χρέος υποχώρησε στο 145,4% του ΑΕΠ από 153,5% το 2024 και 209,4% το 2020, με ετήσια μείωση 8,1 ποσοστιαίων μονάδων, τη μεγαλύτερη για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ε.Ε.

Σε απόλυτα μεγέθη, το χρέος μειώθηκε από 365 δισ. ευρώ το 2024 σε 363 δισ. το 2025. Ταυτόχρονα, το ονομαστικό ΑΕΠ αυξήθηκε από 237,7 δισ. σε 249,7 δισ. ευρώ, ενισχύοντας την αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Ταυτόχρονα η Ελλάδα έκλεισε το 2025 με συνολικό πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ, αντί για 1,7% που είχε εκτιμήσει αρχικά η Eurostat πριν από έξι μήνες, έναντι 1,4% το 2024. Κατατάσσεται τρίτη στην Ε.Ε. και δεύτερη στην Ευρωζώνη, πίσω από την Κύπρο με 3,6% και τη Δανία με 2,9% (η οποία δεν μετέχει όμως στο ευρώ), ενώ ακολουθούν η Ιρλανδία με 1,8% και η Πορτογαλία με 0,7%.

Η αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι εμφανής. Στην Ευρωζώνη το έλλειμμα κρατήθηκε στο 3% του ΑΕΠ το 2025 και στην Ε.Ε. στο 3,1%, ενώ το χρέος ανέβηκε σχεδόν παντού (από 86,6% σε 87,7% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη και από 80,3% σε 81,5% στην Ε.Ε.).

Η ελληνική βελτίωση όμως συνεχίζεται και φέτος: στα μέσα του έτους το χρέος υποχώρησε στο 140,8% του ΑΕΠ από 152% έναν χρόνο νωρίτερα, με ετήσια μείωση 11,2 ποσοστιαίων μονάδων. Αντιθέτως, το χρέος της Ιταλίας ανέβηκε στο 139,9%. Από απόσταση μικρότερη του 1% πλέον, αλλά με αντίρροπη τάση και με μια νέα πρόωρη αποπληρωμή 2 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο, η Ελλάδα με μαθηματική ακρίβεια δεν θα είναι πλέον η πιο υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης στο τέλος του έτους.

Τα επιτόκια αλλάζουν τους κανόνες

Εδώ βρίσκεται το βασικό κέρδος της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Σε ένα περιβάλλον όπου το γερμανικό δεκαετές κινείται στο 3,5%, το ελληνικό παραμένει κάτω από 4,4%.

Τι σημαίνει αυτό; Η Ελλάδα αντέχει και μένει σε απόσταση μικρότερη των 100 μονάδων βάσης, αντί να συμπαρασύρεται από τη Γαλλία και την Ιταλία. Χωρίς διατηρήσιμη δημοσιονομική πορεία και βελτίωση των αξιολογήσεων, η Ελλάδα θα δανειζόταν πάνω από 5,5%, όπως εκτιμούν αρμόδια στελέχη που συνομιλούν με τις αγορές. Για χώρα που μόλις επέστρεψε στην επενδυτική βαθμίδα, κάθε επιπλέον εκατοστιαία μονάδα στις αποδόσεις θα οδηγούσε αυτόματα σε ακριβότερο δανεισμό και μεγαλύτερη δημοσιονομική πίεση, φόρους και περικοπές επιτείνοντας την κρίση. Στην πράξη, το κόστος δεν εξαφανίζεται, όπως για σχεδόν καμία χώρα του κόσμου. Η χώρα δανείζεται ακριβότερα από το κοντινό παρελθόν, όμως η διαφορά στην απόδοση των ομολόγων δεν απειλεί να εκτροχιάσει την οικονομία. Η Ελλάδα πιέζεται χωρίς να παρασύρεται, ενώ οι χώρες με υψηλότερα ελλείμματα και συχνότερες ανάγκες δανεισμού μένουν εκτεθειμένες.

Με χρηματοδοτικές ανάγκες της τάξης των 7-8 δισ. ευρώ ετησίως, αλλά και με ταμειακά διαθέσιμα άνω των 30 δισ. ευρώ, η Ελλάδα έχει απαντήσει ήδη και στον κίνδυνο αυτό. Μέσα στην τρικυμία, όσο λιγότερο επιστρέφει μια χώρα στις αγορές για να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της τόσο λιγότερο εκτίθεται στις απότομες αυξήσεις αποδόσεων.

Ετσι, ακόμη κι αν οι αποδόσεις παραμείνουν υψηλές για χρόνια, η Ελλάδα δεν αναγκάζεται να αναχρηματοδοτεί μεγάλο μέρος του χρέους της. Ενώ με βάση το Draft Budgetary Plan, το χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει στο 128,8% του ΑΕΠ το 2027, καταγράφοντας νέο ρεκόρ μείωσης.

*Κεντρική φωτογραφία: Η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα χειροκροτεί τον Κυριάκο Πιερρακάκη για τα επιτεύγματα της Ελλάδας