Στα 133,7 δισ. ευρώ υπολογίζεται η σωρευτική απώλεια οικονομικής παραγωγής που θα μπορούσε να υποστεί η ελληνική οικονομία σε βάθος δεκαετίας, εάν δεν είχε υπάρξει η παρέμβαση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) για τη στήριξη των τραπεζών. Το ποσό αντιστοιχεί στο 65,7% του ΑΕΠ του 2011 και αποτελεί ένα από τα βασικά ευρήματα μελέτης του ΙΟΒΕ, η οποία αξιολογεί τον ρόλο του Ταμείου κατά τη διάρκεια της ελληνικής τραπεζικής κρίσης και τις ευρύτερες επιπτώσεις της παρέμβασής του στην οικονομία.
Σύμφωνα με τη μελέτη, στο υποθετικό σενάριο απουσίας του ΤΧΣ, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας θα μπορούσε να είναι κατά μέσο όρο 7% χαμηλότερο κατά την πρώτη δεκαετία μετά την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους (PSI). Μόνο κατά το πρώτο έτος, η απώλεια οικονομικής παραγωγής εκτιμάται ότι θα κυμαινόταν μεταξύ 12,4 και 17,1 δισ. ευρώ, σε τιμές 2011.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν τη σημασία της στήριξης του τραπεζικού συστήματος σε μια περίοδο κατά την οποία η κρίση δημόσιου χρέους, οι ζημιές από το PSI και η επιδείνωση της ποιότητας των δανειακών χαρτοφυλακίων είχαν περιορίσει δραστικά τις δυνατότητες των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την οικονομία. Η αποσταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος θα μπορούσε να επιδεινώσει περαιτέρω την ύφεση, εντείνοντας τις πιέσεις στις επιχειρήσεις, στα νοικοκυριά και στην απασχόληση.
Το κόστος της στήριξης και το οικονομικό όφελος
Η παρέμβαση του ΤΧΣ, βεβαίως, δεν ήταν χωρίς κόστος για το Δημόσιο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το Ταμείο διέθεσε 46,9 δισ. ευρώ για τη στήριξη των τραπεζών, ενώ οι αναμενόμενες ανακτήσεις υπολογίζονται σε 10,6 δισ. ευρώ. Με βάση αυτά τα μεγέθη, η καθαρή ζημία από τη στήριξη των τραπεζών διαμορφώνεται σε περίπου 36,3 δισ. ευρώ.
Εάν συνυπολογιστούν και οι υπόλοιπες συνιστώσες, το συνολικό δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται σε περίπου 42,5 δισ. ευρώ. Η σύγκριση του κόστους αυτού με τις εκτιμώμενες απώλειες οικονομικής παραγωγής που αποφεύχθηκαν οδηγεί σε καθαρό οικονομικό όφελος που προσεγγίζει τα 91 δισ. ευρώ σε ορίζοντα δεκαετίας.
Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στη σύγκριση δύο διαφορετικών μεγεθών: από τη μία πλευρά, το δημοσιονομικό κόστος της στήριξης και, από την άλλη, την υποθετική απώλεια παραγωγής σε περίπτωση που δεν είχε υπάρξει παρέμβαση. Δεν σημαίνει ότι το κόστος για το Δημόσιο ήταν μικρό, αλλά ότι, σύμφωνα με το σενάριο που εξετάζει η μελέτη του ΙΟΒΕ, οι ευρύτερες επιπτώσεις μιας βαθύτερης τραπεζικής κρίσης θα μπορούσαν να είναι σημαντικά μεγαλύτερες.
Ο ρόλος του «Ηρακλή» και η χρηματοδότηση της οικονομίας
Η μελέτη εξετάζει επίσης τη συμβολή του προγράμματος «Ηρακλής» στην επιτάχυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs). Κατά την περίοδο 2020-2021, το πρόγραμμα συνέβαλε στη μείωση του δείκτη NPE κατά περίπου 17 ποσοστιαίες μονάδες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, κάθε τρίμηνο καθυστέρησης στην εφαρμογή του θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο δείκτη NPE κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών είχε σημασία και για τη δυνατότητα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων. Χωρίς τον «Ηρακλή», η πιστωτική επέκταση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις εκτιμάται ότι θα ήταν κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη την περίοδο 2020-2022.
Παρά τη σημαντική πρόοδο, η πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε τραπεζική χρηματοδότηση παραμένει πρόκληση. Η μελέτη καταγράφει, μεταξύ άλλων, τη μεγάλη αύξηση των εξασφαλίσεων που απαιτούνται για τα εταιρικά δάνεια κατά την περίοδο 2008-2021, καθώς και τη συρρίκνωση των δανείων χωρίς εξασφαλίσεις.
Συνολικά, η αξιολόγηση του ΙΟΒΕ αναδεικνύει τη συμβολή του ΤΧΣ στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και στην αποτροπή ακόμη μεγαλύτερων επιπτώσεων στην οικονομία. Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων και στην εφαρμογή προγραμμάτων αύξησαν το κόστος της κρίσης, ενώ η ενίσχυση του ανταγωνισμού και η διευκόλυνση της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων παραμένουν κρίσιμες προκλήσεις για το επόμενο διάστημα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.