Τουρισμός

Δέκα εμβληματικά έργα για να γίνει ανταγωνιστικός ο ελληνικός τουρισμός στη μετά Covid- 19 εποχή

  • Στεφανία Σούκη


Οι μελέτες του Ιnsete και της Εθνικής Τράπεζας προτάσσουν, μεταξύ άλλων, βασικά έργα σε υποδομές, για την αλλαγή του τουριστικού μοντέλου και την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού τη μετά Covid 19 περίοδο

Από τη δημιουργία Μητροπολιτικού Συνεδριακού Κέντρου στην Αθήνα και την ανάπλαση της ΔΕΘ στη Θεσσαλονίκη, μέχρι την κατασκευή νέου λιμανιού στη Σαντορίνη και την ανακαίνιση του υφιστάμενου αεροδρομίου Ηρακλείου έως ότου ολοκληρωθεί το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι, ο ελληνικός τουρισμός προτάσσει δέκα κορυφαία- εμβληματικά έργα τα οποία μπορεί να έχουν καθοριστικό ρόλο για την ανάπτυξη του κλάδου την επόμενη μέρα μετά την πανδημία. 

Το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων πραγματοποίησε μελέτη  για τις: «Επενδύσεις σε Δημόσιες Υποδομές για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του τουριστικού τομέα», τα αποτελέσματα της οποίας καταγράφουν τις ανάγκες σε δημόσια έργα. Αντίστοιχα και η Εθνική Τράπεζα, στην νέα μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας θεωρεί καταλυτική την αναβάθμιση υποδομών για την αλλαγή τουριστικού μοντέλου, εξετάζοντας τις απαραίτητες ενέργειες που θα καταστήσουν τον κλάδο ανταγωνιστικό στις νέες συνθήκες, υπό το πρίσμα του Σχεδίου Ανάκαμψης για την ελληνική οικονομία . 

Τα έργα που προτάσσουν οι τουριστικοί φορείς 

Στη μελέτη του Ιnsete, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι του τουριστικού τομέα αναδεικνύουν μια σειρά από «εμβληματικά-κορυφαία» προτεινόμενα έργα, με βάση μια σαφή διαδικασία αξιολόγησης της δυναμικής του τουρισμού στην περιοχή, της ωριμότητας του κάθε έργου και των αναμενόμενων ωφελειών για τη βελτίωση της τουριστικής εμπειρίας. 

Στα προτεινόμενα, λοιπόν νέα έργα που έχουν ενδεχομένως τη δυνατότητα να αποτελέσουν «εμβληματικά-κορυφαία» έργα για την ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού και προκρίνονται μέσα από την αξιολόγηση στη μελέτη είναι τα εξής:

-Μητροπολιτικό συνεδριακό κέντρο στην Αθήνα για την ανάπτυξη του συνεδριακού τουρισμού μεγάλων συνεδρίων και την καθιέρωση της  Ελλάδας ως σημαντικού διεθνούς συνεδριακού προορισμού.

-Παράκτιο μέτωπο της Αθήνας: αναμόρφωση του παραλιακού μετώπου της Αττικής, ώστε να βελτιωθεί η εικόνα του προορισμού και να εμπλουτισθεί το τουριστικό προϊόν της Αθήνας, επιτρέποντας την αύξηση της διάρκειας παραμονής των τουριστών και της δαπάνης τους.

-Αναβάθμιση τελωνειακών σταθμών στα σύνορα με Βαλκανικές χώρες για διευκόλυνση της εισόδου των τουριστών και τη βελτίωση της εικόνας της χώρας.

-Μετατροπή της Ρόδου σε αειφόρο προορισμό, σε συνδυασμό με την βελτίωση του οδικού δικτύου, ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της σύγχρονης αγοράς και να αποτελέσει πρότυπο για την υπόλοιπη Ελλάδα. Το έργο αυτό έχει μακροπρόθεσμο ορίζοντα και απαιτεί τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός απαιτητικού επιχειρησιακού προγράμματος και περιλαμβάνει ενδεικτικά ενέργειες διαχείρισης απορριμμάτων, μείωσης ενεργειακού αποτυπώματος, ηλεκτροκίνησης των ΜΜΜ, εξοικονόμησης ενέργειας κ.α.

-Βελτίωση της οδικής σήμανσης ώστε να διευκολυνθούν οι ταξιδιώτες-περιηγητές με απώτερο στόχο την μείωση της εποχικότητας και την αύξηση των τουριστικών ρευμάτων προς λιγότερο πολυσύχναστες περιοχές.

-Χώρος στάθμευσης τουριστικών λεωφορείων στην Αθήνα ώστε να αποσυμφορηθεί η κυκλοφορία κατά τις περιόδους αιχμής.

-Ανάπλαση ΔΕΘ για την προώθηση του MICE στην πόλη της Θεσσαλονίκης και τον εμπλουτισμό των δραστηριοτήτων city break που προσφέρει η πόλη.

-To υφιστάμενο αεροδρόμιο Ηρακλείου χρειάζεται ολοκληρωτική ανακαίνιση για τη σωστή εξυπηρέτηση των πολλών επισκεπτών της Κρήτης, μέχρι την ολοκλήρωση του νέου αεροδρομίου στο Καστέλι.

-Προστασία ακτών από τη διάβρωση

-Κατασκευή νέου λιμανιού στη Σαντορίνη

Οι γενικότερες υποδομές 

Πέραν των συγκεκριμένων έργων καταγράφονται και οι πολυσχιδείς ανάγκες σε υποδομές στο σύνολο της χώρας: Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, απαιτούνται κυρίως, δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές που στοχεύουν σε ενίσχυση της συνδεσιμότητας, της εμπειρίας πρόσβασης και μετακίνησης, τη λειτουργία συνολικά του προορισμού, την προσέλκυση νέων επισκεπτών, τη βελτίωση της τουριστικής εμπειρίας γενικά, τη  δημιουργία νέων εμπειριών, την  προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και έργα με μεγάλη και πολλαπλασιαστική επίδραση.

Τα προτεινόμενα έργα καλύπτουν το σύνολο των περιφερειών της χώρας, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε μιας. Στον κατάλογο έργων περιλαμβάνονται δημόσιες επενδύσεις σχετικές με:

-Αεροδρόμια: Αναγκαίες αναβαθμίσεις, επεκτάσεις και εκσυγχρονισμοί υποδομών

-Λιμάνια και μαρίνες: Αναβάθμιση τουριστικών λιμένων, αξιοποιήσεις λιμανιών, επεκτάσεις και αναβαθμίσεις λιμενικών υποδομών και μαρινών, δίκτυο τουριστικών λιμένων, κλπ.

-Στοχευμένες παρεμβάσεις / επεκτάσεις του οδικού δικτύου και έργα οδικής σήμανσης και ασφάλειας

-Έργα διασύνδεσης μεταφορικών μέσων: π.χ. διασύνδεση αεροδρομίου Θεσσαλονίκης με μετρό Θεσσαλονίκης, διασύνδεση αεροδρομίου Αθηνών με λιμένα Λαυρίου κ.α.

-Έργα κοινής ωφέλειας όπως επάρκεια ύδρευσης, διαχείριση υγρών και στερεών αποβλήτων, αναμόρφωση και προστασία παραλιακών μετώπων, προστασία ακτών από την διάβρωση, αντιπλημμυρικά έργα, υπογειοποίηση καλωδίων, κατ’ αρχάς στους παραδοσιακούς οικισμούς

-Έργα ενίσχυσης εμπειριών όπως η δημιουργία δικτύου μονοπατιών, περιπατητικών και ποδηλατικών διαδρομών, καθώς και βελτιώσεις σε αρχαιολογικούς χώρους και πολιτιστικά αξιοθέατα

Οι προτάσεις για τη δημιουργία και βελτίωση κρίσιμων για τους προορισμούς δημόσιων υποδομών, βασίστηκε σε εκτενή πρωτογενή έρευνα μέσω ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου στα μέλη του ΣΕΤΕ, σε συνεργασία με την εξειδικευμένη εταιρεία συμβούλων GBR Consulting. Η μελέτη δεν καλύπτει θεματικές κατηγορίες δημοσίων υποδομών όπως είναι οι υποδομές ψηφιακής τεχνολογίας, η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, οι υποδομές ενέργειας, κλπ.

Οπως τονίζεται και στο πρόσφατο «Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία» (Έκθεση Πισσαρίδη): «Ο εμπλουτισμός και η αναβάθμιση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος απαιτούν συντονισμένες δράσεις από ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς. Ένα σύνολο δράσεων αφορά την ενίσχυση των υποδομών, κυρίως στις μεταφορές αλλά και στην ενέργεια, την ύδρευση, τη διαχείριση των απορριμμάτων κ.α. Η ενίσχυση των υποδομών μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στις αναπτυξιακές προοπτικές του τουριστικού τομέα, καθώς και στην ποιότητα ζωής των μόνιμων κατοίκων».  

Όπως επισημαίνει το Ιnsete, τα περισσότερα από τα προτεινόμενα έργα αφενός συνάδουν σε πολύ μεγάλο βαθμό με τις προτάσεις της παραπάνω Έκθεσης και αφετέρου ικανοποιούν τα κριτήρια της αειφορίας – συχνά σε συνδυασμό με ενέργειες για ψηφιοποίηση – και συμβάλλουν στη δημιουργία ενός αναβαθμισμένου, εξωστρεφούς, ανταγωνιστικού και βιώσιμου πλαισίου ανάπτυξης, ειδικά για την ενίσχυση του τουρισμού και γενικότερα του συνόλου της οικονομίας. Για τον λόγο αυτό εκτιμάται ότι πληρούν τα κριτήρια για να ενταχθούν στα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης των αμέσως επόμενων ετών, όπως  είναι το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και το νέο ΕΣΠΑ.

 Tι λέει η ΕΤΕ 

Στις άμεσες στρατηγικές προτεραιότητες αναφέρεται η έτερη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, με τη ματιά πλέον στην ερχόμενη θερινή περίοδο. «Ο τουριστικός τομέας είναι στο προσκήνιο ως ο κλάδος που έχει δεχθεί το εντονότερο πλήγμα από τη συνεχιζόμενη πανδημία (η οποία ανέκοψε την ισχυρά ανοδική πορεία των τουριστικών ροών στην Ελλάδα κατά την τελευταία 8ετία). Καθώς η υγειονομική κρίση δημιουργεί νέες τάσεις στην επιλογή ταξιδιωτικών προορισμών (απαιτώντας ανταγωνιστικές υπηρεσίες σε όρους ασφάλειας και ποιότητας), διαρθρωτικά ζητήματα των ελληνικών ξενοδοχείων (κυρίως η έμφαση στο μοντέλο μαζικού τουρισμού) ανάγονται σε άμεσες στρατηγικές προτεραιότητες», αναφέρεται σχετικά. 

Όπως αναφέρει η μελέτη της ΕΤΕ, η πανδημία που προκλήθηκε από τον covid-19 και τα μέτρα που λήφθηκαν για την αντιμετώπισή της έπληξαν την τουριστική βιομηχανία, έναν από τους σημαντικότερους σε συμβολή κλάδους της ελληνικής οικονομίας (με τις τουριστικές εισπράξεις να καλύπτουν το 1⁄4 των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών). Ειδικότερα, ο κύκλος εργασιών των ελληνικών ξενοδοχείων σχεδόν μηδενίστηκε στο τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου 2020, ενώ στο καλύτερο δίμηνο της φετινής περιόδου (Αυγ.-Σεπτ.) σημείωσε πτώση της τάξης του 60% (-35% για τα ξενοδοχεία που λειτούργησαν), έναντι μέσης πτώσης 12% στον λοιπό επιχειρηματικό τομέα.

Βάσει αυτής της δυσμενούς εικόνας, η ζήτηση του κλάδου αναμένεται να σημειώσει ετήσια πτώση της τάξης του 75% (-80% από το εξωτερικό και 45% από την Ελλάδα), οδηγώντας σε απώλειες τουριστικών εισπράξεων της τάξης των €15 δις για την ελληνική οικονομία το 2020. Όπως αποτυπώνεται στα ευρήματα της έρευνας της ΕΤΕ σε μικρομεσαία ξενοδοχεία, το μεγαλύτερο πλήγμα από την πανδημία δέχτηκαν τα νησιά, κυρίως λόγω υψηλής εξάρτησης από τουρίστες εξωτερικού (που λόγω περιορισμών στις διεθνείς μετακινήσεις πιέστηκαν περισσότερο). Ως θετικό σημειωνεται, ότι παρά τη σφοδρότητα της κρίσης, τα νησιωτικά ξενοδοχεία έχουν ισχυρό οπλοστάσιο για τη μετάβαση στην επόμενη μέρα (δηλαδη, υγιή σε μεγάλο βαθμό χρηματοοικονομική εικόνα προ κρισης, και πρόσφατα πραγματοποιθείσες επενδύσεις αναβάθμισης ποιότητας). 

Η επέλαση της πανδημίας φαίνεται να προκαλεί μεταβολές στα κριτήρια επιλογής ταξιδιωτικών προορισμών, με την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών και την εξασφάλιση υγειονομικής ασφάλειας να αποκτά εξέχουσα σημασία (προτεραιότητα για το 1⁄2 των τουριστών στις βασικές χώρες προέλευσης). Έτσι, η νέα κανονικότητα αναμένεται να είναι αρκετά διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν, με αυξημένο ανταγωνισμό όσον αφορά την προσέλκυση ξένων τουριστών. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα είναι ευκαιρία να απαγκιστρωθεί από το μοντέλο μαζικού τουρισμού που χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία εποχικότητας, υψηλό ποσοστό ξενοδοχείων χαμηλής ποιότητας και εξάρτηση από πρακτορεία εξωτερικού. Ο μετασχηματισμός του κλάδου χρειάζεται επένδυση σε ποιοτικές υπηρεσίες και υποδομές, με παράλληλη προώθηση ενός ολοκληρωμένου τουριστικού προϊόντος που θα αφορά όλη τη διάρκεια του έτους. Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτούνται ενέργειες: 

Από την πλευρά των επιχειρήσεων, χρειάζεται στρατηγική στόχευση για την αύξηση πολυτελών ξενοδοχείων, δεδομένου ότι οι μονάδες 4-5 αστέρων καλύπτουν 23% των ελληνικών ξενοδοχείων, έναντι 65% στη Μεσόγειο. Αξιοσημείωτο είναι ότι η τάση αναβάθμισης είναι ήδη εμφανής, καθώς οι  συγκεκριμένες κατηγορίες σημείωσαν αύξηση 57% την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα (με διπλασιασμό των ξενοδοχείων 5 αστέρων), έναντι μείωσης 15% σε μονάδες 1-2 αστέρων. Τα πολυτελή ξενοδοχεία μπορούν να προσελκύσουν τουρίστες υψηλής δαπάνης ενώ παράλληλα παρουσιάζουν καλύτερες επιδόσεις από χαμηλότερης ποιότητας ξενοδοχεία. Συγκεκριμένα, φάνηκαν πιο ανθεκτικά στην τρέχουσα κρίση (με 62% του τομέα να έχει υγιή στόχευση, έναντι 27% για ξενοδοχεία 1-2 αστέρων), ενώ αναμένουν μικρότερη πτώση πωλήσεων το 2020 (35%, έναντι 50% για τα 1-2 αστέρων). 

Επιτακτική κρίνεται επίσης η επίλυση διαχρονικών ζητημάτων ελλιπούς διασύνδεσης των νησιών με τους τόπους προέλευσης των τουριστών. Ειδικότερα, βάσει της έρευνας της ΕΤΕ, το 60% των ξενοδοχειακών ΜμΕ σε νησιά δηλώνει πως η διασύνδεση αποτελεί τροχοπέδη στην δραστηριότητά τους, ενώ σαν βασική ευκαιρία ανάπτυξης αναγνωρίζουν την αναβάθμιση των υποδομών λιμανιών και αεροδρομίων της χώρας. 

«Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή η διαπίστωση από την πλευρά των επιχειρήσεων συμβαδίζει με τα συμπεράσματα του Σχεδίου Ανάπτυξης για τον κλάδο (έκθεση Πισσαρίδη, Νοέμβριος 2020), καθώς η αναβάθμιση υποδομών υπογραμμίζεται ως μία από τις βασικές προτεραιότητες για τη μελλοντική ανάπτυξη του κλάδου. Η «συμφωνία» ακαδημαϊκών και αγοράς για την ενδεδειγμένη κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί παρέχει ένα καθαρό μήνυμα πολιτικής», αναφέρει η Διεύθυνση Μελετών της Εθνικής. 

Διαβάστε ακόμη:

Βloomberg: Κυοφορούμενο deal μεταξύ Eurobank και HSBC

Πώς η κυκλοφορία του εμβολίου επηρεάζει την παγκόσμια Ναυτιλία

Κορωνοϊός: Στις 23 Δεκεμβρίου η έγκριση των εμβολίων Pfizer/BionTech από την Ε.Ε

Απόρρητο Απόρρητο