Λιγότερη εποπτική γραφειοκρατία, απλούστερα stress tests και reporting προτείνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις μικρότερες τράπεζες αλλάζοντας το όριο του ενεργητικού ένταξής τους στον κανόνα. Έτσι έως και 85% των λιγότερο σημαντικών τραπεζών θα μπορούσαν να ενταχθούν στην κατηγορία των μικρών και μη σύνθετων ιδρυμάτων.
Από τα €5 δισ. στα €10 δισ. προτείνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μπορεί να αυξάνεται το όριο ενεργητικού για την ένταξη μιας τράπεζας στην κατηγορία των Small and Non-Complex Institutions (SNCIs) (μικρών τραπεζών) , σε μια σημαντική παρέμβαση για την ενίσχυση της αναλογικότητας στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία.
Η πρόταση περιγράφεται από τον Frank Elderson, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και αντιπρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, σε ανάρτησή του στο Supervision Blog της ΕΚΤ στις 5 Οκτωβρίου. Η λογική που βρίσκεται πίσω από την πρωτοβουλία είναι ότι οι μικρότερες και λιγότερο σύνθετες τράπεζες δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ακριβώς τον ίδιο εποπτικό και κανονιστικό τρόπο με μεγάλους, διεθνώς δραστηριοποιούμενους τραπεζικούς ομίλους.
Η ΕΚΤ, ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι δεν προτείνει τη δημιουργία ενός ξεχωριστού εποπτικού καθεστώτος για τις μικρές τράπεζες. Αντίθετα, θέλει να αξιοποιήσει και να διευρύνει το ήδη υφιστάμενο πλαίσιο για τις SNCIs, μειώνοντας τις απαιτήσεις εκεί όπου αυτές δεν προσθέτουν αντίστοιχη εποπτική αξία.
Η αλλαγή του ορίου από τα €5 δισ. στα έως €10 δισ. είναι το πρώτο και ίσως πιο χαρακτηριστικό βήμα.
Το €10 δισ. δεν θα ισχύσει αυτόματα
Σήμερα, το όριο των €5 δισ. αποτελεί ένα από τα βασικά κριτήρια για τον χαρακτηρισμό μιας τράπεζας ως μικρής και μη σύνθετης. Η ΕΚΤ προτείνει πλέον αλλαγή στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, ώστε οι εθνικές αρμόδιες αρχές να μπορούν, εφόσον το κρίνουν κατάλληλο, να αυξάνουν το όριο συνολικού ενεργητικού έως τα €10 δισ.
Κρίσιμο είναι το «έως». Η πρόταση δεν σημαίνει ότι το όριο θα γίνει αυτομάτως €10 δισ. σε όλες τις χώρες. Το ύψος του ορίου θα μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με το μέγεθος και τη δομή του εγχώριου τομέα των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (LSIs).
Η ΕΚΤ θεωρεί ότι το τι συνιστά «μικρή» τράπεζα δεν μπορεί να ορίζεται με έναν απόλυτο αριθμό ανεξάρτητα από την αγορά στην οποία δραστηριοποιείται. Ένα ενεργητικό €5 δισ. μπορεί να αντιπροσωπεύει πολύ διαφορετικό μέγεθος σε μια μικρή τραπεζική αγορά και πολύ διαφορετικό σε μια μεγάλη.
Γι’ αυτό και η προτεινόμενη αλλαγή δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στις εθνικές αρχές, διατηρώντας παράλληλα ένα ευρωπαϊκό ανώτατο όριο.
Ήδη το 75% των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων θεωρούνται μικρές τράπεζες κατά την έννοια που δίνει σε αυτό η ΕΚΤ
Η παρέμβαση έρχεται σε ένα πλαίσιο όπου η αναλογικότητα δεν αποτελεί καινούργια έννοια στην ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι κανόνες εφαρμόζονται ήδη με βάση το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και το προφίλ κινδύνου κάθε τράπεζας.
Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 2025, το υφιστάμενο πλαίσιο των SNCIs κάλυπτε ήδη περίπου το 75% όλων των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων, δηλαδή περισσότερες από 1.400 τράπεζες.
Οι τράπεζες αυτές επωφελούνται ήδη από απλούστερες απαιτήσεις. Ενδεικτικά, η ΕΚΤ αναφέρει ότι οι SNCIs υποχρεούνται σήμερα να υποβάλλουν περίπου 30% των δεδομένων που υποβάλλουν οι μεγαλύτερες τράπεζες.
Η πρόταση είναι, επομένως, να διευρυνθεί περαιτέρω αυτή η βάση.
Έως 85% των μικρότερων τραπεζών
Η αλλαγή στο όριο των €5 δισ. δεν είναι η μοναδική μεταβολή που προτείνεται. Η ΕΚΤ θέλει παράλληλα να επαναπροσδιορίσει και το δεύτερο σκέλος του χαρακτηρισμού, δηλαδή τι σημαίνει στην πράξη μια τράπεζα να είναι «μη σύνθετη».
Σήμερα, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα ένταξης στην κατηγορία SNCI συνδέεται με το εάν η τράπεζα υπόκειται σε απλουστευμένο σχεδιασμό ανάκαμψης και εξυγίανσης. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι ένα πιο σαφές κριτήριο θα ήταν η ύπαρξη στρατηγικής εκκαθάρισης (liquidation strategy) στο σχέδιο εξυγίανσης.
Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζει ο Elderson, θα μπορούσαν να απομακρυνθούν τεχνικά εμπόδια που σήμερα κρατούν εκτός SNCIs ορισμένα ιδρύματα, ιδιαίτερα σε μικρότερα κράτη-μέλη, παρότι από πλευράς εξυγίανσης δεν είναι στην πραγματικότητα σύνθετα.
Ο συνδυασμός των αλλαγών στον ορισμό του «μικρού» και του «μη σύνθετου» θα μπορούσε να αυξήσει το ποσοστό των LSIs που εντάσσονται στην κατηγορία SNCI έως και στο 85%, με περίπου 150 επιπλέον τράπεζες να μπορούν να αποκτήσουν τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό.
Λιγότερο συχνός ο εποπτικός έλεγχος
Η αλλαγή, όμως, δεν σταματά στην ταξινόμηση. Η ΕΚΤ θέλει να αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται στην πράξη η εποπτεία.
Ένα από τα βασικά εργαλεία είναι ο SREP – Supervisory Review and Evaluation Process, μέσω του οποίου αξιολογείται συνολικά το προφίλ κινδύνου μιας τράπεζας.
Σύμφωνα με την πρόταση, ορισμένες SNCIs θα μπορούσαν, όταν το επιτρέπει το επίπεδο κινδύνου τους, να μην υποβάλλονται σε SREP για περίοδο δύο έως τριών ετών. Αυτό δεν σημαίνει κατάργηση του SREP ούτε αυτόματη εξαίρεση. Η εποπτική αρχή θα διατηρεί τη δυνατότητα να επανέλθει νωρίτερα, εφόσον διαπιστώσει ότι οι κίνδυνοι αυξάνονται.
Η λογική είναι ότι όταν το ρίσκο είναι χαμηλό, δεν είναι απαραίτητο όλες οι εποπτικές αξιολογήσεις να πραγματοποιούνται με την ίδια συχνότητα και το ίδιο βάθος.
Stress tests από πάνω προς τα κάτω
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η πρόταση για τα stress tests.
Η ΕΚΤ θέλει τα τακτικά bottom-up stress tests στα οποία οι ίδιες οι τράπεζες πραγματοποιούν και υποβάλλουν τις δικές τους προβολές, να πραγματοποιούνται για τις SNCIs μόνο σε πολύ επιλεκτική βάση.
Αντίθετα, μεγαλύτερη χρήση θα μπορούσε να γίνει των top-down stress tests, όπου οι προβολές πραγματοποιούνται κεντρικά από τις εποπτικές αρχές.
Το όφελος από μια τέτοια αλλαγή θα ήταν σημαντικό από πλευράς φόρτου εργασίας: η ΕΚΤ υπολογίζει ότι θα μπορούσε να μειωθεί ουσιαστικά το βάρος για σχεδόν 1.000 SNCIs που σήμερα εξακολουθούν να υπόκεινται σε bottom-up stress tests.
Το μεγάλο «κούρεμα» στο reporting
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η προτεινόμενη αλλαγή στο εποπτικό reporting.
Η ΕΚΤ προετοιμάζει την εισαγωγή της κατηγορίας SNCI στον κανονισμό FINREP, με έναρξη το 2027 και προηγούμενη δημόσια διαβούλευση. Στόχος είναι όλες οι SNCIs να επωφεληθούν από σημαντική μείωση του όγκου των στοιχείων που καλούνται να υποβάλλουν.
Η διαφορά είναι ιδιαίτερα μεγάλη: από περίπου 13.500 απαιτούμενα data points στην πλήρη μορφή του reporting, η ΕΚΤ εκτιμά ότι οι απαιτήσεις για τις SNCIs θα μπορούσαν να περιοριστούν σε περίπου 700 data points.
Παράλληλα, οι προγραμματισμένες αλλαγές στα εποπτικά πρότυπα reporting της EBA προβλέπουν κατάργηση αρκετών templates, εξάλειψη επικαλύψεων και απαλλαγή των SNCIs από ορισμένα templates.
Περισσότερη ευελιξία στη διακυβέρνηση
Η αναλογικότητα επεκτείνεται και στο governance. Η ΕΚΤ θέλει να αξιοποιήσει πιο συστηματικά την ευελιξία που ήδη παρέχει το υφιστάμενο πλαίσιο.
Μεταξύ άλλων, αναφέρεται η δυνατότητα συνδυασμού της επιτροπής υποψηφιοτήτων με την επιτροπή αποδοχών, αλλά και η δυνατότητα συνδυασμού λειτουργιών όπως το risk management και το compliance, όταν αυτό δικαιολογείται από το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του ιδρύματος.
Αντίστοιχη ευελιξία προτείνεται στις απαιτήσεις για τις αμοιβές, ενώ η περιοδική ανεξάρτητη αξιολόγηση των πολιτικών αποδοχών θα μπορούσε να ανατίθεται εξωτερικά και να εφαρμόζεται αναλογικά με την πολυπλοκότητα του ιδρύματος.
«Αναλογικότητα» δεν σημαίνει χαμηλότερα standards
Ο Elderson, πάντως, επιμένει σε ένα σημείο: η αναλογικότητα δεν σημαίνει χαμηλότερα εποπτικά standards.
Οι μικρότερες τράπεζες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κινδύνους, από γεωπολιτικές εξελίξεις και κυβερνοασφάλεια έως την ψηφιοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη και τους κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους. Οι καταθέτες τους θα πρέπει να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη στην ασφάλεια των χρημάτων τους και στην ποιότητα της διαχείρισης κινδύνων όπως και οι καταθέτες των μεγαλύτερων τραπεζών.
Το ζητούμενο, επομένως, σύμφωνα με την ΕΚΤ, δεν είναι να χαμηλώσει ο πήχης, αλλά να μειωθεί η περιττή πολυπλοκότητα και το διοικητικό κόστος, ώστε οι εποπτικοί και τραπεζικοί πόροι να κατευθύνονται στους κινδύνους που έχουν πραγματική σημασία.
Η ΕΚΤ προετοιμάζεται ήδη να εφαρμόσει τα μέτρα που βρίσκονται στη δική της αρμοδιότητα, ενώ για τις αλλαγές που απαιτούν νομοθετικές παρεμβάσεις ή δράση άλλων ευρωπαϊκών αρχών, δηλώνει ότι θα συνεργαστεί με τους θεσμικούς εταίρους και την EBA.
Η ουσία της πρότασης, όπως την περιγράφει ο Frank Elderson, είναι τελικά απλή: όσο μικρότερη και λιγότερο σύνθετη είναι μια τράπεζα και όσο χαμηλότεροι είναι οι κίνδυνοι που αναλαμβάνει, τόσο λιγότερο νόημα έχει να επιβαρύνεται με το ίδιο εποπτικό βάρος που αντιμετωπίζει ένας μεγάλος και σύνθετος τραπεζικός όμιλος.
Για την Ελλάδα από το όριο αυτό είναι ασφαλώς όλες οι συνεταιριστικές αλλά και οι λοιπές μη συστημικές τράπεζες. Ωστόσο ας σημειωθεί πως σε ότι αφορά την Credia, μετά την εξαγορά της HSBC Μάλτας θα αποτελεί μια εκ των συστημικών τραπεζών.
Διαβάστε ακόμη
Η ζωή με το μήνα: Γιατί όλο και περισσότερα πράγματα τα νοικιάζουμε αντί να τα αγοράζουμε
Γιατί τα προϊόντα που αγοράζουμε είναι χειρότερα από παλιά
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.