Η στρατηγική «αγόρασε, δανείσου και πέθανε» αποτελεί μια συνηθισμένη πρακτική μεταξύ των πλουσίων. Αντί να πωλούν τις μετοχές που κατέχουν για να εξασφαλίσουν τα χρήματα που χρειάζονται για νέες αγορές, όπως πολυτελείς επαύλεις, γιοτ και κινηματογραφικά στούντιο, τις χρησιμοποιούν ως εγγύηση για τη λήψη δανείων.
Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες και οι υπόλοιποι δανειστές φαίνεται να ακολουθούν τη λογική «δανείζω και κερδίζω». Η συγκεκριμένη πρακτική τούς επιτρέπει να αποκομίζουν σημαντικά κέρδη από τις προμήθειες που εισπράττουν, καθώς οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δανειολήπτες αδυνατούν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους είναι σπάνιες. Επιπλέον, τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν δοθεί ως εγγύηση μπορούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, να ρευστοποιηθούν γρήγορα.
Μια νέα έρευνα της Deloitte, η οποία εξετάζει 57 από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες και άλλους δανειστές παγκοσμίως και αναλύθηκε από την The Wall Street Journal, προσφέρει την πληρέστερη μέχρι σήμερα εικόνα αυτής της σχετικά αδιαφανούς αγοράς. Τα συγκεκριμένα δάνεια δεν καταγράφονται πάντοτε ως ξεχωριστή κατηγορία στους ισολογισμούς των τραπεζών, ενώ δεν υπάρχει κάποιος κεντρικός φορέας που να καταγράφει το συνολικό ύψος των ανεξόφλητων οφειλών. Σύμφωνα με την έκθεση, η χορήγηση δανείων με εγγύηση μετοχές, τα οποία είναι γνωστά ως δάνεια «Lombard» μεταξύ των δανειοληπτών στην Ευρώπη και την Ασία, γίνεται ολοένα και πιο προσιτή και σε άτομα με μικρότερη περιουσία.
Μια αγορά αξίας 5,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Deloitte, περίπου 5,4 τρισεκατομμύρια δολάρια έχουν χορηγηθεί μέσω δανείων που εξασφαλίζονται με χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Σε αυτά περιλαμβάνονται κυρίως χαρτοφυλάκια μετοχών και ομολόγων, αλλά και αμοιβαία κεφάλαια και κρυπτονομίσματα. Η αγορά αυτή έχει αναπτυχθεί ραγδαία, καθώς όλο και μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πλούτου διοχετεύεται στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ενώ παράλληλα αυξάνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων. Σύμβουλοι της Deloitte αναφέρουν ότι η αγορά αναπτύχθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 12% την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με το The Wall Street Journal.
«Στο παρελθόν, τα συγκεκριμένα δάνεια αποτελούσαν κυρίως ένα εργαλείο διαχείρισης περιουσίας και δεν απευθύνονταν στο ευρύ κοινό», δήλωσε ο Έρικ Γκούτζβιλερ, επικεφαλής του τομέα πιστωτικών υπηρεσιών της Deloitte στην Ελβετία. «Σήμερα, όμως, δεν ενδιαφέρουν πλέον μόνο τα άτομα με εξαιρετικά μεγάλη περιουσία. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι με μικρότερη οικονομική επιφάνεια, καθώς και ιδιώτες επενδυτές, αρχίζουν να εξετάζουν αυτή τη δυνατότητα δανεισμού».
Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν περίπου το 30% της συγκεκριμένης αγοράς, καταγράφοντας το μεγαλύτερο μερίδιο μεταξύ των χωρών που εξετάζει η Deloitte. Άλλα χρηματοοικονομικά κέντρα, όπως η Ελβετία και το Λιχτενστάιν, συγκεντρώνουν συνολικά περίπου το 12% της αγοράς.
Ωστόσο, το πραγματικό ύψος των δανείων που έχουν χορηγηθεί ενδέχεται να είναι σημαντικά χαμηλότερο από το συνολικό ποσό των εγκεκριμένων πιστωτικών ορίων, καθώς οι πελάτες δεν χρησιμοποιούν πάντοτε ολόκληρο το διαθέσιμο ποσό. Για τον λόγο αυτό, η Deloitte εκτιμά ότι η αξία των δανείων που έχουν πράγματι εκταμιευθεί ενδέχεται να ανέρχεται σε περίπου 1,6 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Τα στοιχεία της Deloitte περιλαμβάνουν και δάνεια που χρησιμοποιούνται για την αγορά πρόσθετων επενδύσεων με μικρότερη αρχική καταβολή χρημάτων, αντί για τη λήψη δανείου με εγγύηση περιουσιακά στοιχεία, προκειμένου να αγοραστούν άλλα αγαθά. Η συγκεκριμένη κατηγορία δανεισμού έχει σημειώσει σημαντική ανάπτυξη φέτος. Οι ρυθμιστικές αρχές των κεφαλαιαγορών προειδοποιούν ότι οι δανειολήπτες πρέπει να γνωρίζουν τον κίνδυνο αναγκαστικής πώλησης των επενδύσεών τους σε περίπτωση πτώσης των αγορών, καθώς και τις πιθανές φορολογικές επιπτώσεις.
Εύκολη πρόσβαση στη χρηματοδότηση και σημαντικά κέρδη για τις τράπεζες
Ένα βασικό πλεονέκτημα αυτού του είδους δανεισμού, τόσο για τους δανειολήπτες, όσο και για τις τράπεζες, είναι η ταχύτητα της διαδικασίας. Συχνά, δεν απαιτείται εκτενής έλεγχος της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, καθώς το δάνειο καλύπτεται από περιουσιακά στοιχεία που δίνονται ως εγγύηση. Παράλληλα, οι όροι του δανείου είναι σε μεγάλο βαθμό τυποποιημένοι και το κόστος του μπορεί να υπολογιστεί γρήγορα, με βάση την τρέχουσα αξία και τη ρευστότητα των περιουσιακών στοιχείων.
Σύμφωνα με τον Γκούτζβιλερ, «το ποσό του δανείου αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 50% της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που δίνονται ως εγγύηση. Το επιτόκιο είναι περίπου μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερο από το αντίστοιχο επιτόκιο αναφοράς».
Για τις τράπεζες που ειδικεύονται στη διαχείριση περιουσίας, όπως οι παραδοσιακές ιδιωτικές τράπεζες της Ελβετίας που διοικούνται από τις ίδιες οικογένειες ή ομάδες συνεταίρων επί πολλές γενιές, τα συγκεκριμένα δάνεια αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων. Σύμφωνα με τη Deloitte, μπορούν να συνεισφέρουν το 25% έως 30% των ετήσιων κερδών τους.
Η Deloitte μελετά τη συγκεκριμένη αγορά από το 2022, όταν στελέχη τραπεζών που είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση κινδύνων ζήτησαν στοιχεία που θα τους επέτρεπαν να συγκρίνουν τις επιδόσεις και τις πρακτικές τους με εκείνες άλλων τραπεζών του κλάδου.
Μια πρακτική που προτιμούν οι δισεκατομμυριούχοι
Μεταξύ των δισεκατομμυριούχων που χρησιμοποιούν αυτή την πρακτική είναι ο Λάρι Έλισον και ο Έλον Μασκ. Και οι δύο παίρνουν δάνεια χρησιμοποιώντας τις μετοχές τους ως εγγύηση, ώστε να αποφύγουν την πώλησή τους και τους φόρους που αυτή θα μπορούσε να συνεπάγεται, αλλά και να διατηρήσουν τα δικαιώματα ψήφου τους στις εταιρείες που ίδρυσαν. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο Λάρι Έλισον αύξησε τα δάνειά του από τράπεζες, προσφέροντας ως εγγύηση μετοχές που κατέχει σε άλλες εταιρείες, προκειμένου να στηρίξει την προσπάθεια του γιου του να εξαγοράσει τη Warner Bros. και να δημιουργήσει τη Skydance.
Σύμφωνα με τη Deloitte, η ανάπτυξη της συγκεκριμένης αγοράς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους ιδιαίτερα εύπορους πελάτες, καθώς και στην αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Περίπου το 45% των εγκεκριμένων πιστωτικών ορίων υπερβαίνει τα 2,5 εκατομμύρια δολάρια.
Η πρακτική κερδίζει έδαφος και σε πελάτες με μικρότερη περιουσία
Στα μέσα Οκτωβρίου, η Charles Schwab ανακοίνωσε ότι τα τραπεζικά δάνεια που είχε χορηγήσει αυξήθηκαν κατά 35% το τρίτο τρίμηνο, φτάνοντας συνολικά τα 72,3 δισ. δολάρια. Στην αύξηση αυτή συνέβαλαν και τα δάνεια που προσφέρει σε πελάτες με τουλάχιστον 100.000 δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία εκτός συνταξιοδοτικών λογαριασμών, χρησιμοποιώντας τις επενδύσεις τους ως εγγύηση. Εκπρόσωπος της εταιρείας ανέφερε ότι η χρήση αυτών των δανείων αυξήθηκε μετά την καθιέρωση μιας πλήρως ψηφιακής διαδικασίας έγκρισης, πριν από τρία χρόνια, η οποία επιτρέπει στους πελάτες να λαμβάνουν έγκριση μέσα σε λίγα λεπτά.
Οι τιμοκατάλογοι που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο δείχνουν ότι οι χρηματιστηριακές εταιρείες χρεώνουν συνήθως υψηλότερα επιτόκια από τις τράπεζες, καθώς συχνά δεν διατηρούν τόσο στενή σχέση με τους πελάτες τους και ενδέχεται να χρειάζεται να συνεργαστούν με κάποια τράπεζα για την παροχή της χρηματοδότησης.
Ο Ξαβιέ Ντε Πο, διευθυντής δανειοδότησης της βρετανικής Monument Bank, δήλωσε ότι από τις αρχές του επόμενου έτους η τράπεζα «θα αρχίσει να χορηγεί δάνεια με εγγύηση επενδυτικά χαρτοφυλάκια». Έτσι, επενδυτές με περιουσία μερικών εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων θα μπορούν να «σκέφτονται σαν δισεκατομμυριούχοι».
«Θα θέλαμε να είναι προσβάσιμο σχεδόν σε όλους», είπε ο Ντε Πο.
Στην πρώτη της μελέτη, το 2022, η Deloitte διαπίστωσε ότι ορισμένες τράπεζες είχαν αρχίσει να δέχονται ως εγγύηση και πιο σύνθετα περιουσιακά στοιχεία, όπως τα κρυπτονομίσματα, χορηγώντας σε ορισμένες περιπτώσεις δάνεια που έφταναν έως και το 90% της αξίας τους.
Ο Γκούτζβιλερ διευκρίνισε ότι οι τράπεζες «δεν χορηγούν αυτά τα δάνεια χωρίς να αξιολογούν τους κινδύνους». Αν όμως ο δανειολήπτης δεν μπορεί να αποπληρώσει το δάνειο ή η αξία των εγγυήσεων πέσει κάτω από τα απαιτούμενα επίπεδα, οι δανειστές προχωρούν αμέσως στην πώληση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν δοθεί ως εγγύηση, ώστε να καλύψουν την οφειλή.
