Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Το όριο του 15%, τα κριτήρια αξιολόγησης των επενδυτών και η δυνατότητα παρέμβασης της Τράπεζας της Ελλάδος βρίσκονται στο επίκεντρο των νέων ρυθμίσεων για τις σημαντικές συμμετοχές στον τραπεζικό κλάδο. Το πλαίσιο περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, το οποίο κατατέθηκε προς συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή.

Μεταξύ άλλων, το σχέδιο νόμου ενσωματώνει ευρωπαϊκές ρυθμίσεις και προβλέπει αυστηρότερη διαδικασία γνωστοποίησης, αξιολόγησης και έγκρισης για την απόκτηση σημαντικών συμμετοχών. Το βασικό ερώτημα είναι ποιος μπορεί να αποκτήσει σημαντική συμμετοχή σε μια τράπεζα και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Η απάντηση δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος της επένδυσης ή την οικονομική επιφάνεια του ενδιαφερομένου. Καθοριστικό ρόλο παίζει το κατά πόσο η σχεδιαζόμενη απόκτηση πληροί τις εποπτικές προϋποθέσεις και αν μπορεί να επηρεάσει τη συνετή λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος.

Πρώτο φίλτρο το 15%

Με το άρθρο 101 του νομοσχεδίου προστίθεται στον ν. 4261/2014 νέο άρθρο για τη γνωστοποίηση, την αξιολόγηση και την έγκριση απόκτησης σημαντικής συμμετοχής. Η σχετική διάταξη ορίζει ως σημαντική συμμετοχή, για τους σκοπούς του συγκεκριμένου πλαισίου, ποσοστό μεγαλύτερο του 15% του «αποδεκτού κεφαλαίου του υποψήφιου αγοραστή». Η διατύπωση αυτή έχει σημασία: το όριο δεν πρέπει να ταυτίζεται αυτομάτως με το ποσοστό των μετοχών που κατέχει ένας επενδυτής στο μετοχικό κεφάλαιο μιας τράπεζας.

Το νομοσχέδιο προβλέπει προηγούμενη γραπτή γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος για την απόκτηση σημαντικής συμμετοχής, άμεσα ή έμμεσα, από τα ιδρύματα και τις εταιρείες χρηματοοικονομικών συμμετοχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων. Πρόκειται για διαδικασία που προηγείται της ολοκλήρωσης της συναλλαγής και δίνει στην εποπτική αρχή τη δυνατότητα να εξετάσει τα δεδομένα πριν από την απόκτηση.

Προθεσμία 60 εργάσιμων ημερών

Η Τράπεζα της Ελλάδος διαθέτει, κατά κανόνα, 60 εργάσιμες ημέρες για την αξιολόγηση της σχεδιαζόμενης απόκτησης. Η προθεσμία αρχίζει όταν επιβεβαιωθεί γραπτώς η παραλαβή της γνωστοποίησης και των απαιτούμενων δικαιολογητικών. Αν η εποπτική αρχή ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, η διαδικασία μπορεί να ανασταλεί μέχρι να συγκεντρωθούν τα στοιχεία που χρειάζονται για την αξιολόγηση.

Η υποβολή της γνωστοποίησης δεν σημαίνει, επομένως, ότι η συναλλαγή εγκρίνεται αυτομάτως.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να εναντιωθεί στην απόκτηση, εφόσον συντρέχουν βάσιμοι λόγοι, και οφείλει να ενημερώσει τον υποψήφιο αγοραστή για την απόφασή της, παραθέτοντας την αιτιολογία. Αν δεν υπάρξει εναντίωση μέσα στην προβλεπόμενη περίοδο αξιολόγησης, η απόκτηση θεωρείται εγκεκριμένη σύμφωνα με τη διαδικασία.

Τι εξετάζει η εποπτική αρχή

Τα κριτήρια δεν περιορίζονται στα οικονομικά μεγέθη της επένδυσης. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης εξετάζονται η φήμη του υποψήφιου αγοραστή, η χρηματοοικονομική του ευρωστία και η καταλληλότητα των προσώπων που πρόκειται να συμμετάσχουν στη διοίκηση του ιδρύματος, ως προς τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την εμπειρία τους.

Παράλληλα, αξιολογείται αν η τράπεζα θα μπορεί να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας μετά την απόκτηση. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η εποπτική αρχή μπορεί να εναντιωθεί όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι, ενώ ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία μπορούν επίσης να αποτελέσουν εμπόδιο στην αξιολόγηση.

Η λογική των ρυθμίσεων είναι ότι μια σημαντική συμμετοχή δεν αποτελεί μόνο ιδιωτική επενδυτική επιλογή. Μπορεί να επηρεάσει τη διοίκηση, τη στρατηγική και τη λειτουργία ενός πιστωτικού ιδρύματος, γι’ αυτό και ο έλεγχος αφορά τόσο τον επενδυτή όσο και τις πιθανές συνέπειες της συναλλαγής.

Κυρώσεις σε περίπτωση παράκαμψης

Το νομοσχέδιο προβλέπει μέτρα και κυρώσεις εάν η απόκτηση πραγματοποιηθεί χωρίς την απαιτούμενη προηγούμενη γνωστοποίηση, παρά την εναντίωση της Τράπεζας της Ελλάδος ή κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης χωρίς την αναγκαία έγκριση. Ειδικά στην περίπτωση απόκτησης παρά την εναντίωση της εποπτικής αρχής, προβλέπεται αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή, ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν.

Γιατί το ποσοστό δεν αρκεί

Η αναφορά στο 15% δεν αρκεί από μόνη της για να εξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με το αν ένας συγκεκριμένος μέτοχος εξαιρείται από τον εποπτικό έλεγχο. Το όριο που περιγράφεται στο άρθρο 101 αφορά το αποδεκτό κεφάλαιο του υποψήφιου αγοραστή και δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το ποσοστό συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο μιας τράπεζας.

Επομένως, ακόμη και όταν ένας επενδυτής κατέχει ποσοστό μικρότερο του 15% σε συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνο από αυτό το στοιχείο ότι βρίσκεται εκτός κάθε σχετικού ελέγχου. Για ασφαλές συμπέρασμα απαιτείται να εξεταστούν οι υπόλοιπες εφαρμοστέες διατάξεις, το είδος της συναλλαγής και οι ειδικές προϋποθέσεις που τη διέπουν.

Το «πράσινο φως» για μια σημαντική τραπεζική συμμετοχή δεν κρίνεται, συνεπώς, από έναν αριθμό και μόνο. Κρίνεται από την τήρηση της διαδικασίας και από το αν η απόκτηση περνά τα κριτήρια που έχουν τεθεί για την προστασία της συνετής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.