Το περιβάλλον ασφαλείας της Ευρώπης έχει αλλάξει ριζικά, αναφέρει σε άρθρο του στο Politico, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, λίγες ώρες πριν την έκτακτη τηλεδιάσκεψη της ΕΕ για τη Θέουτα, τονίζοντας την ανάγκη η Ευρώπη να θεσπίσει μέτρα που θα αντιμετωπίζουν έκτακτες κρίσεις στο μεταναστευτικό, όπως αυτή που βίωσε η Ελλάδα το 2020 στον Έβρο και πιο πρόσφατα η Ισπανία.
O πρωθυπουργός αναφέρει ότι εκτός από τις «ταχύρρυθμες διαδικασίες ασύλου που πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν μέρος της εργαλειοθήκης, ιδίως για άτομα που προέρχονται από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης διεθνούς προστασίας», θα πρέπει «τα κράτη-μέλη να έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο ενός ειδικού ευρωπαϊκού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, να αναστέλλουν προσωρινά την υποβολή αιτήσεων ασύλου από νεοαφιχθέντες, προχωρώντας παράλληλα στην ταχεία επιστροφή όσων δεν δικαιούνται να παραμείνουν, σε πλήρη συμμόρφωση με τις νομικές υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης»
Ο πρωθυπουργός καταλήγει στο άρθρο του ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει πλέον να εξοπλιστεί με τα νομικά και επιχειρησιακά εργαλεία που απαιτούνται για να υπερασπιστεί τα εξωτερικά της σύνορα, να αποτρέψει όσους επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την ανοιχτή φύση της και να ανταποκριθεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα με αποφασιστικότητα, νομιμότητα και συλλογική δράση».
Όπως επισημαίνει, «παράλληλα με τις συμβατικές στρατιωτικές απειλές και τις κυβερνοεπιθέσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ολοένα και πιο συχνά αντιμέτωπη με μια πιο ύπουλη μορφή υβριδικής πίεσης: τη σκόπιμη εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από κρατικούς και μη κρατικούς παράγοντες, οι οποίοι επιδιώκουν να δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, να υπονομεύσουν τη συνοχή της και να αποσπάσουν πολιτικές παραχωρήσεις.
Τα πρόσφατα γεγονότα στα ευρωπαϊκά σύνορα, και ιδιαίτερα στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, αποτελούν την πιο πρόσφατη υπενθύμιση ότι η μετανάστευση δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα ανθρωπιστικό ζήτημα ή μια πρόκληση διαχείρισης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει μετατραπεί σε εργαλείο γεωπολιτικού εξαναγκασμού.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στον τομέα αυτό με το Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Έχει θεσπίσει μηχανισμούς για τη διαχείριση των μεταναστευτικών πιέσεων, συμπεριλαμβανομένης της ευελιξίας στις διαδικασίες και της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών. Ωστόσο, τα εργαλεία αυτά έχουν σχεδιαστεί για καταστάσεις που, στον πυρήνα τους, παραμένουν διαχειρίσιμες. Δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς περιπτώσεις στις οποίες η μετανάστευση χρησιμοποιείται ως όπλο ή όπου οι μεταναστευτικές ροές οργανώνονται, ενισχύονται ή διευκολύνονται με τρόπο που δημιουργεί μια πραγματική υβριδική απειλή.
Είναι αλήθεια ότι ακόμη δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς προκάλεσε τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στη Θέουτα την περασμένη εβδομάδα. Ωστόσο, ανάλογα σενάρια δεν είναι πρωτόγνωρα.
Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αντίστοιχη κατάσταση στα χερσαία σύνορά της με την Τουρκία στον Έβρο το 2020, ενώ το ίδιο συνέβη και στη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Λετονία στα σύνορά τους με τη Λευκορωσία το 2021. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν παρατηρήθηκε μια σταδιακή αύξηση των αφίξεων, αλλά αιφνίδιες, μαζικές και συχνά συντονισμένες μετακινήσεις ανθρώπων — ορισμένες φορές δεκάδων χιλιάδων μέσα σε λίγες μόνο ημέρες — που υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες διαχείρισης και δοκιμάζουν συνολικά την ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε τόσο ακραίες συνθήκες, η άμεση και πλήρης εφαρμογή των συνήθων διαδικασιών ασύλου και υποδοχής για όλους τους νεοεισερχόμενους δεν είναι απλώς δύσκολη· συχνά είναι αδύνατη. Τα συστήματα κινδυνεύουν να παραλύσουν, η εμπιστοσύνη των πολιτών υποχωρεί και η ίδια η λειτουργία της ζώνης Σένγκεν τίθεται υπό πίεση.
Η Ευρώπη οφείλει να αναγνωρίσει αυτό το κενό και να δράσει αποφασιστικά.
Αυτό που απαιτείται είναι ένα ειδικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις περιπτώσεις μαζικής και εργαλειοποιημένης μεταναστευτικής πίεσης, με σαφή και αντικειμενικά κριτήρια ενεργοποίησης. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να συνδυάζουν ποσοτικά στοιχεία — όπως η κλίμακα και η ταχύτητα των αφίξεων σε σχέση με τις δυνατότητες κάθε χώρας — με ποιοτικούς δείκτες, όπως ενδείξεις συντονισμού, διευκόλυνσης ή εμπλοκής τρίτων χωρών ή οργανωμένων εγκληματικών δικτύων.
Μόλις ενεργοποιηθεί, στο πλαίσιο ενός ειδικά καθορισμένου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να επιτρέψει προσωρινές, αναλογικές και αυστηρά ελεγχόμενες προσαρμογές των συνήθων διαδικασιών. Οι ταχύρρυθμες διαδικασίες εξέτασης αιτημάτων ασύλου πρέπει επίσης να παραμείνουν μέρος της εργαλειοθήκης, ιδιαίτερα για άτομα που προέρχονται από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.
Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί.
Η Ευρώπη πρέπει να αναγνωρίσει με ειλικρίνεια τα όρια των ταχύρρυθμων διαδικασιών ασύλου. Σε σαφώς προσδιορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις ακραίας και δυσανάλογης πίεσης — είτε στα χερσαία σύνορα είτε ύστερα από μαζικές αφίξεις διά θαλάσσης — τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο ενός ειδικού ευρωπαϊκού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, να αναστέλλουν προσωρινά την υποβολή αιτήσεων ασύλου από τους νεοεισερχόμενους, προχωρώντας παράλληλα στην ταχεία επιστροφή όσων δεν δικαιούνται να παραμείνουν, με πλήρη συμμόρφωση προς τις νομικές υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό δεν αποτελεί απομάκρυνση από τις αξίες της Ευρώπης, αλλά αναγκαία προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες.
Επιπλέον, κάθε τέτοιο μέτρο πρέπει να είναι αυστηρά χρονικά περιορισμένο, αναλογικό και να συνοδεύεται από ισχυρές δικλίδες ασφαλείας. Ο πλήρης σεβασμός του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και της αρχής της μη επαναπροώθησης παραμένει αδιαπραγμάτευτος. Ταυτόχρονα, η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων πρέπει να συμβαδίζει με την ικανότητα της Ένωσης να προστατεύει τα εξωτερικά της σύνορα και να διαφυλάσσει την εσωτερική της σταθερότητα.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς πραγματική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Κανένα κράτος-μέλος που βρίσκεται αντιμέτωπο με τέτοια πίεση δεν πρέπει να μένει μόνο του. Η επιχειρησιακή στήριξη από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς, οι συντονισμένες επιστροφές, καθώς και η οικονομική και τεχνική βοήθεια πρέπει να ενεργοποιούνται αυτόματα κάθε φορά που τίθεται σε εφαρμογή ένας τέτοιος μηχανισμός.
Χωρίς αυτό το πλαίσιο, οι κίνδυνοι είναι ξεκάθαροι. Οι χώρες πρώτης γραμμής θα συνεχίσουν να είναι εκτεθειμένες, θα αυξάνονται τα κίνητρα για εχθρικούς παράγοντες να εκμεταλλεύονται τη μετανάστευση για γεωπολιτικούς σκοπούς και οι εσωτερικές διαιρέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα βαθαίνουν. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι θα συνεχίσει να διαβρώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα της Ευρώπης να διαχειρίζεται αποτελεσματικά, δίκαια και συλλογικά τα εξωτερικά της σύνορα.
Η Ευρώπη πάντοτε προσαρμοζόταν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Η μετανάστευση δεν αποτελεί εξαίρεση. Και η αναγνώριση ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο δεν συνιστά κινδυνολογία· αποτελεί ρεαλισμό.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει πλέον να εξοπλιστεί με τα νομικά και επιχειρησιακά εργαλεία που απαιτούνται για να υπερασπιστεί τα εξωτερικά της σύνορα, να αποτρέψει όσους επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την ανοιχτή της φύση και να ανταποκριθεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα με αποφασιστικότητα, νομιμότητα και συλλογική δράση».
Διαβάστε ακόμη
Ανατροπές στον διαγωνισμό των €515,4 εκατ. για τις ψηφιακές ταυτότητες
Funky Buddha: Η Altex αλλάζει μοντέλο ανάπτυξης με το βλέμμα στο εξωτερικό (pic)
Ρεύμα: Νέο ανοδικό σοκ στις τιμές με το ξεκίνημα του Αυγούστου
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.