Ο Ντόναλντ Τραμπ άνοιξε δημόσια τη συζήτηση για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Στην Άγκυρα, το μήνυμα ερμηνεύτηκε ως μια σημαντική πολιτική επιτυχία. Στην Αθήνα, όμως, θεωρούν ότι η πραγματική μάχη αρχίζει τώρα. Γιατί από τη στιγμή που έσβησαν οι τίτλοι των δηλώσεων, στο προσκήνιο επανήλθαν το Κογκρέσο, οι S-400, οι περιφερειακές ισορροπίες και οι νέοι θεσμοί ασφαλείας που διαμορφώνονται στη Δύση.
Στην κυβέρνηση αποφεύγουν να απαντήσουν στις δηλώσεις με δηλώσεις. Επιμένουν ότι οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί δεν αλλάζουν μέσα σε ένα απόγευμα και ότι οι αποφάσεις για ένα πρόγραμμα όπως τα F-35 εξακολουθούν να περνούν από συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες. Οι ίδιοι «κόφτες» δηλαδή, που μπήκαν, όταν η Άγκυρα, είδε την Ουάσιγκτον να την πετάει έξω από το πρόγραμμα των μαχητικών 5ης γενιάς.
Ο «κόφτης» του Κογκρέσου
Η πρώτη επιβεβαίωση ήρθε σχεδόν αμέσως από την Ουάσιγκτον. Αμερικανικά δημοσιεύματα υπογραμμίζουν ότι, παρά την πολιτική βούληση που εξέφρασε ο Ντόναλντ Τραμπ να επανεξετάσει το θέμα, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν αποτελεί μια απόφαση που μπορεί να ληφθεί με μία μόνο πολιτική δήλωση. Το ζήτημα των S-400 παραμένει ενεργό, ενώ οποιαδήποτε αλλαγή περνά υποχρεωτικά από το Κογκρέσο, όπου εξακολουθούν να υπάρχουν ισχυρές αντιδράσεις.
Είναι ενδεικτικό ότι διακομματική ομάδα 18 βουλευτών της Βουλής των Αντιπροσώπων, με επικεφαλής τη Δημοκρατική Dina Titus, απέστειλε επιστολή στην ηγεσία του Κογκρέσου ζητώντας να μην προχωρήσει καμία πώληση F-35 προς την Τουρκία όσο παραμένουν σε επιχειρησιακή λειτουργία οι S-400. Είχαν προηγηθεί αντίστοιχες παρεμβάσεις των Mike Lawler και Brad Sherman, ενώ ο ελληνοαμερικανός βουλευτής Chris Pappas ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός, γράφοντας δημόσια: «Absolutely no F-35s to Turkey».
Η δεύτερη ανάγνωση
Το πιο ενδιαφέρον, πάντως, είναι αυτό που δεν ειπώθηκε από την τουρκική πλευρά. Παρά τις θερμές δηλώσεις Τραμπ, ούτε ο ίδιος ο Ερντογάν ανακοίνωσε ότι εξασφάλισε την επιστροφή της χώρας του στο πρόγραμμα των F-35. Περιορίστηκε να δηλώσει ότι «πιστεύει» πως η Σύνοδος θα οδηγήσει σε μια θετική απόφαση, χωρίς να υπάρξει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα ή τελική συμφωνία. Και αυτό δείχνει ότι, παρά το πολιτικό μήνυμα της Ουάσιγκτον, η ουσία της υπόθεσης παραμένει ανοιχτή.
Στην εξίσωση μπαίνει πλέον ανοιχτά και το Ισραήλ. Μιλώντας στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο CNN, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αποκάλυψε ότι έθεσε προσωπικά στον Ντόναλντ Τραμπ το θέμα των F-35, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια απόφαση «θα κατέστρεφε την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή».
Παράλληλα, σύμφωνα με αναπαραγωγή της συνέντευξής του από ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, ξεκαθάρισε ότι η Τουρκία δεν θα πρέπει να αποκτήσει «ούτε F-35 ούτε κινητήρες για τα μαχητικά της». Η δημόσια αυτή παρέμβαση δείχνει ότι η συζήτηση έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια των ελληνοτουρκικών σχέσεων και εξελίσσεται σε ζήτημα που αφορά συνολικά τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
«Η Ελλάδα τα εξασφάλισε, η Τουρκία τα διεκδικεί»
Η απόσταση από ένα τετελεσμένο γεγονός, αποτελεί και το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης. Αυτή την αντιπαραβολή, των δεδομένων έναντι μιας ατάκας μπροστά στις κάμερες, έφερε σε πρώτο πλάνο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης. «Το 2019 η Ελλάδα ήταν εκτός προγράμματος F-35 και εκτός προγράμματος αναβάθμισης των F-16. Σήμερα έχει εξασφαλίσει 20 F-35 με δυνατότητα να γίνουν 40, ενώ έχουν ήδη αναβαθμιστεί 56 F-16 σε Viper και συνολικά θα φτάσουν τα 83. Η Τουρκία το 2019 ήταν σε φάση εξασφάλισης των F-35 και σήμερα τα διεκδικεί», ανέφερε χαρακτηριστικά στον ΣΚΑΪ.
Στο ίδιο πλαίσιο υπενθύμισε ότι η διαδικασία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την εκτελεστική εξουσία των Ηνωμένων Πολιτειών. «Ο υπουργός Εξωτερικών επανέλαβε τους όρους που πρέπει να πληρούνται και τη διαδικασία που περνά από το Κογκρέσο. Αυτά δεν αλλάζουν επειδή μπορεί να γίνει μία δήλωση», ήταν το μήνυμα που εξέπεμψε η κυβέρνηση.
Το νέο ελληνικό χαρτί
Στο Μέγαρο Μαξίμου, πάντως, θεωρούν ότι η απάντηση δεν εξαντλείται μόνο στα μαχητικά πέμπτης γενιάς. Η στρατηγική είναι ευρύτερη και αφορά τη συνολική θέση της Ελλάδας στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας που διαμορφώνεται στη Δύση. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσουν και την απόφαση η Ελλάδα να γίνει ιδρυτικό μέλος της Defence, Security and Resilience Bank (DSRB), της πρώτης πολυμερούς αναπτυξιακής τράπεζας που είναι αποκλειστικά προσανατολισμένη στην άμυνα, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι η συμμετοχή από την πρώτη στιγμή δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα πρόσβασης σε νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, τις κρίσιμες υποδομές και την καινοτομία. Κυρίως, δίνει στη χώρα θέση στη διαμόρφωση των κανόνων ενός νέου διεθνούς θεσμού, ο οποίος φιλοδοξεί να αποτελέσει βασικό πυλώνα χρηματοδότησης της άμυνας και της ασφάλειας τα επόμενα χρόνια.
«Όταν δημιουργούνται νέοι θεσμοί, είτε συμμετέχεις από την πρώτη ημέρα είτε αφήνεις άλλους να αποφασίζουν για σένα», είναι το επιχείρημα που προβάλλουν κυβερνητικές πηγές, επιμένοντας ότι η Ελλάδα επιδιώκει να ενισχύσει την επιρροή της όχι μόνο μέσω των εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά και μέσω της συμμετοχής της στους νέους θεσμούς της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι η συζήτηση για τα F-35 θα έχει ακόμη αρκετά επεισόδια. Γι’ αυτό και η Αθήνα επιλέγει να κινηθεί ταυτόχρονα σε όλα τα επίπεδα: να διατηρήσει το πλεονέκτημα που έχει ήδη αποκτήσει στο πρόγραμμα των F-35, να επενδύσει στις στρατηγικές της συμμαχίες και, παράλληλα, να συμμετέχει από την πρώτη στιγμή στους νέους διεθνείς θεσμούς που θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα στην άμυνα και την ασφάλεια.
Διαβάστε ακόμη
Flora Food: Η δεύτερη ζωή του ιστορικού εργοστασίου στο Νέο Φάληρο
EOS Risk Group: «Ακραίος» ο κίνδυνος στα Στενά του Ορμούζ μετά τα νέα χτυπήματα σε πλοία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
