Η απόφαση της Αθήνας να μείνει έξω από την υπόθεση Γκιλφόιλ συνυπήρχε, όλο το προηγούμενο διάστημα, με στενή παρακολούθηση όσων συνέβαιναν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η παραίτηση της Αμερικανίδας πρέσβεως ήρθε έπειτα από διαδοχικές αποκαλύψεις, σε μια υπόθεση που η ελληνική πλευρά εκτιμούσε ότι θα είχε συνέχεια. Υπήρχε, άλλωστε, συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτή την εκτίμηση. Η ίδια η Wall Street Journal, ήδη από το πρώτο δημοσίευμα της 25ης Σεπτεμβρίου, είχε προαναγγείλει ότι θα επανερχόταν.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στην Αθήνα υπήρχε συνεχής ροή ενημέρωσης, με καταγραφή και ανάλυση των γεγονότων. Η προοπτική νέων δημοσιευμάτων συνυπολογιζόταν με την εκτίμηση ότι η πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον θα αυξανόταν όσο πλησίαζαν οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές. Η υπόθεση, επομένως, αναμενόταν να έχει και επόμενα επεισόδια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν γνωστή η κατάληξή της.
Η κυβερνητική στάση παραμένει σαφής και μετά την αποχώρηση της Γκιλφόιλ. Η Αθήνα θεωρεί το θέμα εσωτερική υπόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και δεν πρόκειται να αναμιχθεί. Παράλληλα, διαχωρίζει την τύχη της απερχόμενης πρέσβεως από τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις και το αποτέλεσμα της πρόσφατης επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο.
Η τομή στις εξελίξεις
Στην ελληνική πλευρά επιμένουν ότι η υπόθεση δεν αγγίζει την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, η οποία αποτιμάται ως επιτυχημένη. Η ατζέντα των συγκεκριμένων συνομιλιών έχει κλείσει και το ζητούμενο πλέον, όπως λέγεται, είναι η εφαρμογή όσων συμφωνήθηκαν.
Αυτό είναι και το πρακτικό ενδιαφέρον της Αθήνας για την επόμενη ημέρα. Στον έκτο Στρατηγικό Διάλογο, στις 7 Οκτωβρίου, οι δύο κυβερνήσεις επιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους να εμβαθύνουν τους αμυντικούς δεσμούς και να ενισχύσουν το εμπόριο και τις επενδύσεις. Οι συνεννοήσεις αυτές αποτελούν τη βάση για τη συνέχεια της συνεργασίας.
Στην ανάλυση των εξελίξεων, ως καθοριστικό σημείο αξιολογείται το δημοσίευμα της Wall Street Journal στις 7 Οκτωβρίου, για την καταγγελλόμενη προσφορά πολιτικής πρόσβασης έναντι χρημάτων. Η αποκάλυψη έγινε την ημέρα των συναντήσεων Ρούμπιο στην Αθήνα και εκτιμάται ότι βάρυνε αποφασιστικά στη θέση της Γκιλφόιλ.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, η Γκιλφόιλ φέρεται να ζήτησε από τον δωρητή του Τραμπ Έρικ Ντίτερς να καλύψει λογαριασμό πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, πριν από την επικύρωση του διορισμού της. Ο ίδιος δεν κατέβαλε το ποσό. Η δικηγορική της πλευρά υποστήριξε ότι επρόκειτο για οφειλόμενες αμοιβές από προηγούμενες επαγγελματικές εμφανίσεις.
Στις 13 Οκτωβρίου, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι είχε ζητήσει την παραίτησή της και ακολούθησε η δημόσια ανακοίνωση της αποχώρησής της. Η Γκιλφόιλ αρνήθηκε τις καταγγελίες, χαρακτηρίζοντάς τες ψευδείς, και δήλωσε ότι θα υπερασπιστεί το όνομα, τη φήμη και την ακεραιότητά της.
Το κλίμα στην Ουάσιγκτον παραμένει βαρύ, καθώς η παραίτηση δεν τερματίζει τις πιέσεις για διερεύνηση. Η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν και οι βουλευτές Γκρέγκορι Μικς και Ρόμπερτ Γκαρσία συγκαταλέγονται στους Δημοκρατικούς που ζητούν έλεγχο της υπόθεσης. Ο Γκαρσία έχει ζητήσει οικονομικά στοιχεία και επικοινωνίες της Γκιλφόιλ με κυβερνητικούς αξιωματούχους, ενώ ο Μικς είχε απευθυνθεί στον Ρούμπιο ήδη από την 1η Οκτωβρίου, ζητώντας απαντήσεις και απομάκρυνσή της εφόσον επιβεβαιώνονταν οι καταγγελίες.
Η διαδοχή και ο Κάθετος Διάδρομος
Στην Αθήνα διατυπώνεται, σε επίπεδο ανάλυσης, και η εκτίμηση ότι η θέση ενδέχεται να μη καλυφθεί σύντομα από νέο πρέσβη, με την αμερικανική αποστολή να λειτουργεί υπό επιτετραμμένο. Δεν πρόκειται για γνωστοποιημένη απόφαση της Ουάσιγκτον, αλλά για ένα ενδεχόμενο που συνυπολογίζεται.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία του Τζος Χακ προσφέρει έναν γνώριμο συνομιλητή στην ελληνική πλευρά. Σύμφωνα με πληροφορίες, υπάρχει ικανοποίηση από τη συνεργασία με τον αναπληρωτή επικεφαλής της πρεσβείας και εκτίμηση για τη γνώση του γύρω από την περιοχή. Ο Χακ έχει υπηρετήσει στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ με αρμοδιότητα τη Νότια Ευρώπη και τον Καύκασο, εμπειρία που τον συνδέει άμεσα με τα ζητήματα της διμερούς σχέσης.
Η συνέχεια της συνεργασίας έχει ιδιαίτερη σημασία στην ενέργεια, όπου η Γκιλφόιλ είχε αναπτύξει έντονη δραστηριότητα. Στην ελληνική πλευρά επισημαίνεται ότι ο Κάθετος Διάδρομος είχε προετοιμαστεί σε κεντρικό επίπεδο αρκετό καιρό πριν από την άφιξή της. Η προώθησή του προϋπέθετε συνεννόηση κυβερνήσεων και συνεργασία επιχειρήσεων και διαχειριστών υποδομών σε περισσότερες χώρες.
Σε αυτή την προεργασία είχε ενεργό ρόλο και ο Τζέφρι Πάιατ. Ήδη το 2024, ως αρμόδιος υφυπουργός Εξωτερικών για τους ενεργειακούς πόρους, περιέγραφε δημόσια την αμερικανική υποστήριξη στον διάδρομο από την Ελλάδα, μέσω Βουλγαρίας και Ρουμανίας, προς την Ουκρανία. Ανέδεικνυε, παράλληλα, τη σημασία των ελληνικών υποδομών εισαγωγής LNG για την τροφοδοσία της περιοχής.
Διαβάστε ακόμη
Πιερρακάκης: Αύξηση κατά 30% στο επίδομα θέρμανσης
Δυο αδέλφια προσπαθούν να σώσουν το αυθεντικό μπλε της Ιαπωνίας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
