Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η επενδυτική φρενίτιδα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη αποκτά μια ολοένα πιο ανησυχητική χρηματοοικονομική διάσταση. Πίσω από τις ανακοινώσεις για νέα data centers, προηγμένους επεξεργαστές και υποδομές δισεκατομμυρίων δολαρίων αναπτύσσεται ένας τεράστιος όγκος υποχρεώσεων, ο οποίος αυξάνει την εξάρτηση του κλάδου από τις αγορές κεφαλαίων.

Το συνολικό χρέος των επιχειρήσεων που συνδέονται με την ανάπτυξη της AI ξεπερνά πλέον τα 3 τρισ. δολάρια, ενώ μόνο μέσα στο 2026 ο νέος δανεισμός υπολογίζεται ότι πλησιάζει τα 850 δισ. δολάρια.

Η μεγάλη πρόκληση είναι κατά πόσο οι επενδύσεις θα δημιουργήσουν αρκετά έσοδα ώστε να καλύψουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες, τις λειτουργικές δαπάνες και την αποπληρωμή των δανείων.

Η ταχύτητα ανάπτυξης της τεχνολογίας δεν αμφισβητείται. Εκείνο που προβληματίζει είναι η οικονομική αντοχή των επιχειρηματικών μοντέλων πάνω στα οποία στηρίζεται.

Από την αυτοχρηματοδότηση στον δανεισμό των δισεκατομμυρίων

Στα πρώτα στάδια της επενδυτικής έκρηξης, οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί όμιλοι χρηματοδοτούσαν μεγάλο μέρος των σχεδίων τους με τις ισχυρές ταμειακές ροές που δημιουργούσαν οι υφιστάμενες δραστηριότητές τους.

Ωστόσο, οι απαιτήσεις για νέες υποδομές έχουν αυξηθεί τόσο, ώστε οι επενδύσεις ξεπερνούν πλέον τις δυνατότητες εσωτερικής χρηματοδότησης.

Οι τέσσερις μεγαλύτεροι αμερικανικοί hyperscalers, Alphabet, Amazon, Microsoft και Meta, έχουν αντλήσει από τις αρχές του 2026 συνολικά 214 δισ. δολάρια, έναντι 83 δισ. δολαρίων σε ολόκληρο το προηγούμενο έτος.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η έκθεση της Oracle, η οποία εμφανίζει δανεισμό 169 δισ. δολαρίων, έχοντας προσθέσει 25 δισ. μέσα στη φετινή χρονιά.

Παράλληλα, SoftBank και SpaceX έχουν αντλήσει επιπλέον 91 δισ. δολάρια, ενώ επιχειρήσεις ημιαγωγών και άλλοι προμηθευτές της τεχνολογικής αλυσίδας έχουν δανειστεί περίπου 84 δισ. δολάρια.

Ο νέος δανεισμός του κλάδου είναι πλέον σχεδόν τετραπλάσιος σε σύγκριση με το 2023, αναδεικνύοντας τη μεγάλη αλλαγή στον τρόπο χρηματοδότησης της τεχνολογικής ανάπτυξης.

CoreWeave: Το προειδοποιητικό σήμα από την αγορά ομολόγων

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση των εξειδικευμένων εταιρειών που παρέχουν υπολογιστική ισχύ για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, γνωστών ως neoclouds.

Οι επιχειρήσεις αυτές πραγματοποιούν τεράστιες επενδύσεις σε data centers και εξοπλισμό, προσδοκώντας ότι η ζήτηση για υπηρεσίες AI θα συνεχίσει να αυξάνεται.

Ωστόσο, από τις δέκα εισηγμένες εταιρείες της συγκεκριμένης κατηγορίας, μόλις δύο εμφανίζουν κερδοφορία.

Ο συνολικός δανεισμός τους φτάνει τα 100 δισ. δολάρια, ποσό περίπου τριπλάσιο από τα ετήσια έσοδά τους.

Η περίπτωση της CoreWeave συγκεντρώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι τιμές των συμβολαίων ασφάλισης έναντι αθέτησης πληρωμών, γνωστών ως credit default swaps (CDS), υποδηλώνουν πιθανότητα χρεοκοπίας μεγαλύτερη του 60% στην επόμενη πενταετία.

Πρόκειται για εκτίμηση που προκύπτει από τις τιμές της αγοράς και όχι για βεβαιότητα ότι η εταιρεία θα αθετήσει τις υποχρεώσεις της.

Αναδεικνύει, ωστόσο, τη δυσπιστία απέναντι στη δυνατότητα ορισμένων επιχειρήσεων να μετατρέψουν την αυξανόμενη ζήτηση σε επαρκείς ταμειακές ροές.

Τα κρυμμένα βάρη πίσω από τα data centers

Ο δανεισμός δεν αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα των υποχρεώσεων.

Οι πέντε μεγαλύτεροι πάροχοι υπηρεσιών cloud εμφανίζουν υποχρεώσεις μισθώσεων άνω των 250 δισ. δολαρίων, ενώ έχουν συμφωνήσει επιπλέον μισθώσεις αξίας 1,2 τρισ. δολαρίων, οι οποίες δεν έχουν ακόμη αρχίσει.

Παράλληλα, οι δεσμεύσεις αγοράς εξοπλισμού και υπηρεσιών από προμηθευτές υπολογίζονται σε ακόμη 1,5 τρισ. δολάρια.

Οι εταιρείες αξιοποιούν επίσης όλο και πιο σύνθετα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Μέσω οχημάτων ειδικού σκοπού (SPVs) έχουν εκδοθεί περίπου 79 δισ. δολάρια χρέους που συνδέεται με data centers.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η χρηματοδότηση εξασφαλίζεται ακόμη και με εγγύηση τους ίδιους τους επεξεργαστές, δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες στην αξιολόγηση των κινδύνων.

Οι τεράστιες μελλοντικές επενδυτικές ανάγκες ενισχύουν αυτή την τάση. Έως το 2030 εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν κεφαλαιουχικές δαπάνες περίπου 5,5 τρισ. δολαρίων, με τα τρία τέταρτα να αναμένεται να χρηματοδοτηθούν μέσω δανεισμού.

Η έκθεση των επενδυτών και το σενάριο επιβράδυνσης

Η χρηματοδότηση της AI δεν περιορίζεται πλέον στις τεχνολογικές επιχειρήσεις και στις τράπεζες.

Ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικά ταμεία, επενδυτικά κεφάλαια και hedge funds έχουν αποκτήσει σημαντική έκθεση στα σχετικά χρεόγραφα.

Χαρακτηριστική είναι η συμμετοχή της Pimco, η οποία αγόρασε ομόλογα 18 δισ. δολαρίων από έκδοση 27 δισ. δολαρίων για το συγκρότημα data centers Hyperion της Meta στη Λουιζιάνα.

Σημαντικό ρόλο στη χρηματοδότηση διαδραματίζουν επίσης όμιλοι ιδιωτικών πιστώσεων, όπως οι Apollo και Blackstone.

Η διεύρυνση αυτής της έκθεσης σημαίνει ότι μια ενδεχόμενη κρίση δεν θα περιοριζόταν αναγκαστικά στον τεχνολογικό κλάδο.

Πρόσθετη απειλή συνιστά η αύξηση του κόστους δανεισμού, καθώς ο επίμονος πληθωρισμός και οι δημοσιονομικές πιέσεις διατηρούν υψηλά τα επιτόκια.

Το δυσμενέστερο σενάριο, ωστόσο, συνδέεται με μια πιθανή επιβράδυνση της ζήτησης για υπηρεσίες AI.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ανατρέψει τις προβλέψεις εσόδων, να δυσκολέψει την αναχρηματοδότηση των υποχρεώσεων και να καθυστερήσει σχεδιαζόμενες χρηματιστηριακές εισαγωγές εταιρειών όπως η OpenAI και η Anthropic.

Όσο μεγαλύτερος γίνεται ο όγκος των επενδύσεων που στηρίζονται σε δανειακά κεφάλαια, τόσο αυξάνεται η ανάγκη να επιβεβαιωθούν οι προσδοκίες.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει την παγκόσμια οικονομία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε επένδυση που πραγματοποιείται στο όνομά της θα αποδειχθεί κερδοφόρα.

Αυτή ακριβώς η απόσταση ανάμεσα στην τεχνολογική επανάσταση και στη χρηματοοικονομική πραγματικότητα αποτελεί πλέον μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τις διεθνείς αγορές.