Η Ευρώπη αναδεικνύεται σε προτιμώμενη επενδυτική επιλογή της Citigroup έναντι της Wall Street, καθώς η αβεβαιότητα γύρω από τις τεράστιες δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να επιβαρύνει τις αμερικανικές τεχνολογικές μετοχές. Η ιστορική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ προκάλεσε αρχικά ένα ισχυρό ανοδικό ξέσπασμα στις αγορές, ωστόσο η αισιοδοξία αποδείχθηκε βραχύβια, με τους επενδυτές να επιστρέφουν γρήγορα στις ανησυχίες για τη χρηματοδότηση των υποδομών AI και τις επιπτώσεις από πιθανές αλλαγές στο ρυθμιστικό περιβάλλον.
Σε σημείωμα προς τους πελάτες της την Παρασκευή, η αμερικανική τράπεζα υπογράμμισε ότι οι πιέσεις στο επενδυτικό αφήγημα της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να συνεχιστούν, ακόμη και μετά την απομάκρυνση της πολιτικής αβεβαιότητας που συνόδευε την εκλογική αναμέτρηση.
Η Citi υπενθυμίζει ότι ιστορικά οι αμερικανικές μετοχές τείνουν να υποχωρούν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές και να ανακάμπτουν μετά την ολοκλήρωσή τους. Σύμφωνα με την εποχική ανάλυσή της, ο S&P 500 εμφανίζει συνήθως αποδόσεις της τάξης του 3% έως 4% κατά το δίμηνο Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου.
Ωστόσο, η τράπεζα θεωρεί ότι η φετινή περίπτωση διαφέρει, επειδή η αδυναμία που προηγήθηκε των εκλογών δεν συνδεόταν πρωτίστως με την πολιτική αβεβαιότητα.
«Το σημαντικότερο είναι ότι η υποχώρηση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές δεν οφειλόταν κυρίως στην εκλογική αναμέτρηση, αλλά στις ανησυχίες για τη χρηματοδότηση της τεχνητής νοημοσύνης και στο πετρέλαιο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Από το μετεκλογικό ράλι στο ισχυρό sell-off της Wall Street
Η συμπεριφορά των αμερικανικών χρηματιστηρίων κατά τις πρώτες συνεδριάσεις μετά τις εκλογές επιβεβαίωσε την έντονη μεταβλητότητα που χαρακτηρίζει αυτή την περίοδο τις αγορές.
Την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου, στον απόηχο της επικράτησης των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία, η Wall Street σημείωσε ισχυρή άνοδο. Ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 3,03%, ο S&P 500 κατά 1,58% και ο Nasdaq Composite κατά 1,44%.
Η αποκλιμάκωση της πολιτικής αβεβαιότητας και η προσδοκία περιορισμού των μεγάλων νομοθετικών αλλαγών συνέβαλαν στη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος.
Ωστόσο, μόλις μία ημέρα αργότερα, την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, η εικόνα αντιστράφηκε δραματικά. Ο Nasdaq Composite κατέρρευσε κατά 5,52%, ο S&P 500 υποχώρησε κατά 4,36% και ο Dow Jones έχασε 3,44%.
Η πτώση του Nasdaq ήταν η μεγαλύτερη ημερήσια εδώ και 19 μήνες, καθώς οι φόβοι για αυστηρότερη εποπτεία της τεχνητής νοημοσύνης και περιορισμούς στην κατασκευή νέων data centers προκάλεσαν μαζικές ρευστοποιήσεις στις τεχνολογικές μετοχές.
Την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου ακολούθησε μερική ανάκαμψη, με τον Nasdaq να ενισχύεται κατά 1,09% και τον S&P 500 κατά 0,31%, ενώ ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,46%.
Παρά την αντίδραση, η εβδομάδα ολοκληρώθηκε με απώλειες 3,4% για τον Nasdaq, 2,7% για τον S&P 500 και 0,9% για τον Dow Jones.
Ειδικά ο τεχνολογικός δείκτης συμπλήρωσε τέσσερις διαδοχικές εβδομάδες πτώσης, έχοντας πλέον υποχωρήσει περισσότερο από 10% από το πρόσφατο υψηλό του.
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί και το πλήγμα στους ημιαγωγούς
Πίσω από τις διακυμάνσεις των βασικών αμερικανικών δεικτών διαμορφώθηκε μια σαφής διαφοροποίηση μεταξύ των μεγαλύτερων τεχνολογικών ομίλων και των εταιρειών που προμηθεύουν τον εξοπλισμό για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Στην πρώτη συνεδρίαση μετά τις εκλογές, οι επενδυτές αντιμετώπισαν ευνοϊκότερα εταιρείες με ισχυρή χρηματοοικονομική θέση, όπως οι Microsoft, Amazon, Alphabet και Meta, σε σύγκριση με επιχειρήσεις που εξαρτώνται περισσότερο από τη συνεχή επέκταση των data centers.
Η εικόνα άλλαξε την Πέμπτη, όταν το κύμα ρευστοποιήσεων έπληξε ιδιαίτερα σκληρά τον κλάδο των ημιαγωγών. Η Nvidia υποχώρησε κατά 9,3%, ενώ η AMD κατέγραψε βουτιά 17,3%. Ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν επίσης εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις υποδομές υπολογιστικής ισχύος και στην κατασκευή κέντρων δεδομένων.
Η αντίδραση της Παρασκευής περιόρισε μέρος των απωλειών, με τον δείκτη Philadelphia Semiconductor να ενισχύεται κατά 4,2%, τη Nvidia να ανακάμπτει σχεδόν 3% και την AMD να καταγράφει άνοδο περίπου 11%.
Ωστόσο, η ανάκαμψη δεν ήταν αρκετή για να αντιστρέψει τη συνολική εικόνα της εβδομάδας. Οι επενδυτές εξακολουθούν να αναρωτιούνται κατά πόσον οι τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να διατηρηθούν με τους σημερινούς ρυθμούς και να δημιουργήσουν τις αναμενόμενες αποδόσεις.
Αυτό ακριβώς αποτελεί και έναν από τους βασικούς προβληματισμούς της Citi. Η τράπεζα αναγνωρίζει ότι η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ παραμένει ισχυρή και εκτιμά πως τα κέντρα δεδομένων θα συνεχίσουν να κατασκευάζονται.
Εντούτοις, οι εκλογικές επιτυχίες των Δημοκρατικών ενδέχεται να επηρεάσουν την τοποθεσία, τον σχεδιασμό και την ταχύτητα υλοποίησης των νέων εγκαταστάσεων, μεταβάλλοντας τις προοπτικές για τους κατασκευαστές εξοπλισμού.
«Αυτό απέχει πολύ από το να αποτελεί ιδανική εξέλιξη για τους προμηθευτές εξοπλισμού και υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών ημιαγωγών», τονίζει η Citi.
Παράλληλα, ο δείκτης «Generals» της τράπεζας, ο οποίος παρακολουθεί πόσες από τις επτά μεγαλύτερες μετοχές του S&P 500 βρίσκονται κάτω από τον κινητό μέσο όρο των 200 ημερών, πλησιάζει σε επίπεδο ενεργοποίησης προειδοποιητικού σήματος.
Για τον λόγο αυτό, η Citi προβλέπει ότι η μετατόπιση επενδυτικών κεφαλαίων από την τεχνολογία προς άλλους κλάδους θα συνεχιστεί, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Stoxx 600: Καλύτερες αντοχές από τη Wall Street
Η αντίστοιχη εικόνα στην Ευρώπη προσφέρει ένα σημαντικό επιχείρημα υπέρ της στρατηγικής που προκρίνει η Citi.
Την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου, ο πανευρωπαϊκός Stoxx 600 ενισχύθηκε κατά 1,82%, κλείνοντας στις 657,40 μονάδες. Η άνοδος ήταν η μεγαλύτερη από τον Ιούνιο και έφερε τον δείκτη σε απόσταση μόλις 0,5% από το ιστορικό υψηλό του.
Την Πέμπτη, ο δείκτης υποχώρησε κατά 0,38%, στις 654,87 μονάδες, καθώς οι πιέσεις στις τεχνολογικές μετοχές επεκτάθηκαν και στην ευρωπαϊκή αγορά. Η εικόνα επιβεβαίωσε ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που συνδέονται άμεσα με την παγκόσμια αλυσίδα επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απρόσβλητες στις αναταράξεις της Wall Street.
Την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, οι πιέσεις συνεχίστηκαν, με τον Stoxx 600 να χάνει 1% και να κλείνει στις 648,33 μονάδες. Παρά την υποχώρηση, ο πανευρωπαϊκός δείκτης διατήρησε μικρά κέρδη σε εβδομαδιαία βάση, σε αντίθεση με τις σημαντικές απώλειες των βασικών αμερικανικών δεικτών.
Η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται με τη μικρότερη συμμετοχή των τεχνολογικών εταιρειών στη σύνθεση του Stoxx 600 και τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση κλάδων όπως οι τράπεζες, η υγεία και άλλες δραστηριότητες που εμφανίζουν μικρότερη άμεση εξάρτηση από τον επενδυτικό κύκλο της ΑΙ.
Το πετρέλαιο και η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ
Πέρα από τη μικρότερη έκθεση στον τεχνολογικό κλάδο, η Citi θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκές μετοχές μπορούν να επωφεληθούν περισσότερο από την υποχώρηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Η αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ενέργειας.
Στις 4 Νοεμβρίου, οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν ισχυρή πτώση, καθώς οι αγορές επανεκτίμησαν τις προοπτικές του πολέμου στο Ιράν και τις πιθανές επιπτώσεις του νέου πολιτικού συσχετισμού στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τη Citi, η σημαντική πτώση των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε να ενισχύσει τις ευρωπαϊκές μετοχές περισσότερο από τις αμερικανικές, τόσο μέσω της μείωσης του ενεργειακού κόστους όσο και μέσω των επιπτώσεων στη νομισματική πολιτική.
Η τράπεζα εκτιμά ότι η αποκλιμάκωση των ενεργειακών πιέσεων θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να υιοθετήσει πιο ήπια στάση απέναντι στα επιτόκια.
«Προτιμούμε την Ευρώπη, δεδομένου ότι οι προοπτικές της τεχνητής νοημοσύνης παραμένουν δύσκολες, ενώ η μεγάλη πτώση των τιμών του πετρελαίου αναμένεται να ωφελήσει πολύ περισσότερο τις ευρωπαϊκές μετοχές, μεταξύ άλλων επειδή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πιο ήπια νομισματική πολιτική από την ΕΚΤ», αναφέρει η Citi στην ανάλυση της.
Ο παράγοντας Ιράν και οι κίνδυνοι για το επενδυτικό κλίμα
Σε ό,τι αφορά τον πόλεμο στο Ιράν, η Citi θεωρεί ότι το αποτέλεσμα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών δεν έχει μεταβάλει με σαφή τρόπο την πορεία της σύγκρουσης.
Ωστόσο, σύμφωνα με την εκτίμησή της, δεν διαφαίνεται άμεσα νέα κλιμάκωση, καθώς το τρίτο αμερικανικό αεροπλανοφόρο δεν αναμένεται να φτάσει στον Περσικό Κόλπο πριν από τα μέσα ή τα τέλη Νοεμβρίου.
Η εξέλιξη της σύγκρουσης παραμένει κρίσιμη για τις διεθνείς αγορές, κυρίως λόγω της επίδρασής της στο κόστος της ενέργειας και στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.