search icon

Αγορές

Economist: Οι αγορές ομολόγων της Ευρώπης υφίστανται μετα-καλοκαιρινό σοκ

Οι λόγοι για την άνοδο των αποδόσεων στην Ευρώπη διαφέρουν κάπως από εκείνους στις ΗΠΑ, αλλά παραμένουν εξίσου προβληματικοί, τονίζει σε ανάλυσή του ο Economist - Ομόλογα: Βαθαίνει το sell off με την Ευρώπη στο επίκεντρο – Σε υψηλά πολλών δεκαετιών το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων

Οι επενδυτές που ενδιαφέρονται για κρατικά ομόλογα σε ευρώ βρίσκονται αντιμέτωποι με ορισμένες ιδιαιτερότητες. Καταρχάς, έχουν να επιλέξουν μεταξύ 21 χωρών της Ευρωζώνης, πέρα από το ίδιο το χρέος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι μεγάλες θερινές διακοπές, ακόμη και στα επενδυτικά γραφεία, συνήθως οδηγούν σε πιο ασταθείς αγορές κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Επιπλέον, για λόγους που δεν είναι απολύτως ξεκάθαροι, οι αποδόσεις των 10ετών γερμανικών ομολόγων (bunds), που αποτελούν το σημείο αναφοράς για το μπλοκ, τείνουν να αυξάνονται κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες μετά τον Αύγουστο.

Φέτος, η κίνηση αυτή ξεκίνησε νωρίτερα και δεν περιορίστηκε μόνο στη Γερμανία, υπογραμμίζει σε ανάλυσή του ο Economist. Τις τελευταίες εβδομάδες, οι παγκόσμιες αγορές ομολόγων βρίσκονται σε αναταραχή. Οι αποδόσεις έχουν αυξηθεί σχεδόν παντού, καθώς οι επενδυτές προχωρούν σε πωλήσεις κρατικού χρέους (η τιμή του οποίου μειώνεται όταν αυξάνονται οι αποδόσεις), ανησυχώντας για τους αυξανόμενους πληθωριστικούς κινδύνους, την αβεβαιότητα γύρω από την οικονομική ανάπτυξη και την απροθυμία για δημοσιονομική λιτότητα σχεδόν σε κάθε χώρα.

Την 1η Σεπτεμβρίου, οι αποδόσεις των 10ετών ιαπωνικών ομολόγων έφτασαν στο 3% για πρώτη φορά εδώ και 30 χρόνια. Οι αποδόσεις των 30ετών αμερικανικών ομολόγων δεν απέχουν πολύ από το υψηλό 19 ετών του 5,31%, που καταγράφηκε στα μέσα Αυγούστου. Τα αντίστοιχα βρετανικά ομόλογα (gilts), που πλέον προσφέρουν απόδοση 5,9%, δεν ήταν τόσο φθηνά από το 1998.

Οι ευρωπαϊκές αποδόσεις δεν έχουν φτάσει ακόμη σε αυτά τα επίπεδα. Τα 10ετή και 30ετή γερμανικά ομόλογα εξακολουθούν να προσφέρουν σημαντικά χαμηλότερες αποδόσεις από την τελευταία κορύφωση του 2008. Αντίστοιχα γαλλικά ομόλογα δεν βρίσκονται υψηλότερα από τα επίπεδα εκείνης της περιόδου. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες προκλήσεις.

Ο πληθωρισμός είναι το πρώτο πρόβλημα. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου η άνοδος των τιμών αντανακλά κυρίως την ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στην Ευρώπη ο βασικός παράγοντας βρίσκεται στην πλευρά της προσφοράς και εκτός ελέγχου των κυβερνήσεων: το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν.

Οι αγορές αναμένουν πλέον ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα αυξήσει το βασικό της επιτόκιο στο 2,9% έως τα μέσα του 2027, από το 2% που προεξοφλούσαν πριν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιτεθούν στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.

Επιπλέον, όταν ο πληθωριστικός κίνδυνος είναι υψηλός και προέρχεται από ένα σοκ προσφοράς, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση για τη διακράτηση μακροπρόθεσμων τίτλων. Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή ζητούν επιπλέον απόδοση για να αντισταθμίσουν την αβεβαιότητα σχετικά με τον πληθωρισμό. Παράλληλα, σε ένα σοκ προσφοράς, οι τιμές των ομολόγων και των μετοχών τείνουν να υποχωρούν ταυτόχρονα αντί να κινούνται αντίθετα, γεγονός που καθιστά το χρέος λιγότερο ελκυστικό ως μέσο διαφοροποίησης χαρτοφυλακίου.

Η δεύτερη πρόκληση της Ευρώπης είναι δημοσιονομική. Η νέα προτίμηση της Γερμανίας για επενδύσεις που χρηματοδοτούνται μέσω χρέους, αλλά και η επίμονη δημοσιονομική χαλαρότητα της Γαλλίας, έχουν οδηγήσει τα επιτόκια υψηλότερα από το 2025. Αυτό με τη σειρά του έχει αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Το 2028 η Γαλλία θα δαπανά το 6% των κρατικών εσόδων της για την πληρωμή τόκων, έναντι 3% το 2019, σύμφωνα με εκτιμήσεις του οίκου αξιολόγησης Fitch. Για την Ιταλία, το αντίστοιχο ποσοστό αναμένεται να αυξηθεί από 7% σε 8,8% την ίδια περίοδο.

Καθώς η φορολογία στην Ευρώπη είναι ήδη πολύ υψηλότερη από τις ΗΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ, η περαιτέρω αύξηση των φόρων για την κάλυψη των δημοσιονομικών κενών είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Η περικοπή δαπανών είναι πολιτικά μη ελκυστική, ειδικά καθώς οι λαϊκιστικές δυνάμεις ενισχύονται σε ολόκληρη την ήπειρο.

Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι μέρος της ανόδου των αποδόσεων, πέρα από τον πληθωρισμό, οφείλεται στην ανάπτυξη και στις επενδύσεις εκτός Ευρώπης, οι οποίες απορροφούν κεφάλαια. Η αμερικανική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται δυναμικά, υποστηριζόμενη από μεγάλες επενδύσεις στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.

Οι τεχνολογικοί κολοσσοί που ηγούνται αυτής της κούρσας αναμένεται να δαπανήσουν περισσότερα από 5 τρισ. δολάρια για κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης μεταξύ 2025 και 2030. Αντίθετα, οι αντίστοιχες δαπάνες στην Ευρώπη είναι ελάχιστες σε σύγκριση.

Παρά τη μείωση της κερδοφορίας τους, που οφείλεται εν μέρει στην ανεπαρκή επένδυση, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παραμένουν καθαροί αποταμιευτές.

Ωστόσο, ακόμη και αν οι ευρωπαϊκές εταιρείες βρίσκονται στο περιθώριο της κούρσας της τεχνητής νοημοσύνης, οι ευρωπαϊκοί εκδότες ομολόγων επηρεάζονται από αυτήν. Ο λόγος είναι ότι οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί εκδίδουν οι ίδιοι μακροπρόθεσμα ομόλογα για να χρηματοδοτήσουν τις τεράστιες επενδύσεις τους — ύψους περίπου 250 δισ. δολαρίων φέτος και 400 δισ. δολαρίων το 2027, σύμφωνα με την Goldman Sachs.

Οι εταιρικοί αυτοί εκδότες έχουν αξιοπιστία αντίστοιχη με κυβερνήσεις και, ως εκ τούτου, ανταγωνίζονται τα κράτη για τα κεφάλαια των επενδυτών. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, ευθύνονται ήδη για σχεδόν το ένα δέκατο των εκδόσεων εταιρικών ομολόγων σε ευρώ φέτος.

Περισσότερο χρέος παγκοσμίως σημαίνει μεγαλύτερη προσφορά μακροπρόθεσμων ομολόγων και, συνεπώς, μεγαλύτερο «κίνδυνο διάρκειας» — δηλαδή τον βαθμό στον οποίο αλλάζει η τιμή των ομολόγων όταν μεταβάλλονται τα επιτόκια — τον οποίο πρέπει να απορροφήσουν οι επενδυτές.

Στην Ευρώπη, η προσφορά ομολόγων αυξάνεται επίσης επειδή η ΕΚΤ μειώνει σταδιακά τις τοποθετήσεις της, έχοντας περιορίσει το χαρτοφυλάκιό της κατά 1,2 τρισ. ευρώ από το 2022 και συνεχίζοντας.

Την ίδια στιγμή, η ζήτηση από τους μεγάλους αγοραστές μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων εξασθενεί. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία που στο παρελθόν αγόραζαν μεγάλες ποσότητες ομολόγων για να χρηματοδοτήσουν προγράμματα καθορισμένων παροχών στρέφονται πλέον σε συστήματα καθορισμένων εισφορών, τα οποία επιδιώκουν υψηλότερες αποδόσεις μέσω πιο ριψοκίνδυνων επενδύσεων, όπως οι μετοχές.

Οι επενδυτές που εισέρχονται στην αγορά κρατικών ομολόγων, όπως τα hedge funds, διαπραγματεύονται πλέον με πιο απαιτητικούς όρους.

«Βρισκόμαστε σε ένα νέο παγκόσμιο μακροοικονομικό καθεστώς», συνοψίζει η Freya Beamish της TS Lombard, εταιρείας ερευνών. Με άλλα λόγια, οι επενδυτές δεν θα πρέπει να περιμένουν αποκλιμάκωση των αποδόσεων στο άμεσο μέλλον.

Οι δανειολήπτες σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο θα πρέπει να προσαρμοστούν σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.

Διαβάστε ακόμη

Οι μέλισσες που προσλαμβάνονται να δουλέψουν για τους αγρότες

Επιδότηση έως 36.000 ευρώ για όλα τα κλειστά σπίτια του ιδιοκτήτη

Τουρισμός: Στα 53 εκατ. οι διανυκτερεύσεις στην Ελλάδα το α’ 6μηνο – Οι 4 στις 5 από ξένους (γράφημα)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version