Πιέσεις δέχονται οι αγορές ομολόγων των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη, την ώρα που η εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου, οι αυξανόμενες δημοσιονομικές ανησυχίες και η ενίσχυση των πολιτικών κινδύνων επιδεινώνουν την κατάσταση. Στην Ευρώπη, μάλιστα, η υποχώρηση των κρατικών τίτλων τις τελευταίες εβδομάδες είναι η εντονότερη μεταξύ των μεγάλων οικονομιών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ωστόσο, αναδύεται ένας απροσδόκητος νικητής: οι αναδυόμενες αγορές. Μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι, μεταξύ των οποίων η JPMorgan Asset Management και η BlackRock, εντοπίζουν πλέον ευκαιρίες στο χρέος του αναπτυσσόμενου κόσμου, το οποίο έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στην αναταραχή που πλήττει τις αγορές ομολόγων από τις ΗΠΑ έως την Ευρώπη και την Ιαπωνία.
Το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού σε Γαλλία, Ιταλία και Βρετανία έχει αυξηθεί περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στην G7 τον τελευταίο μήνα, με τις αποδόσεις να σκαρφαλώνουν σε υψηλά πολλών ετών. Ακόμη και η Γερμανία, που θεωρείται ασφαλές καταφύγιο στην περιοχή, δεν έχει μείνει ανεπηρέαστη, καθώς οι επενδυτές ζητούν πλέον τη μεγαλύτερη αποζημίωση από το 2011 για να αγοράσουν 30ετές γερμανικό χρέος.
Στον αντίποδα, μεγάλο μέρος του αναπτυσσόμενου κόσμου έχει αποφύγει τις χειρότερες συνέπειες. Ο σχετικά συγκρατημένος πληθωρισμός, η ήδη περιοριστική νομισματική πολιτική και οι ισχυρότερες δημοσιονομικές θέσεις σε ορισμένες χώρες έχουν δημιουργήσει ένα πιο ευνοϊκό επενδυτικό περιβάλλον.
Τα υψηλά πραγματικά επιτόκια και η καλύτερη κατάσταση των δημόσιων οικονομικών προσφέρουν στους επενδυτές τόσο υψηλότερες αποδόσεις όσο και έναν τρόπο διαφοροποίησης απέναντι στη μεταβλητότητα που συγκλονίζει τις μεγαλύτερες αγορές ομολόγων.
«Το πρόσφατο παγκόσμιο selloff στα ομόλογα καθιστά τις αναδυόμενες αγορές πιο ελκυστικές, καθώς λειτουργούν ως μέσο διαφοροποίησης του εισοδήματος», δήλωσε ο Πιερ-Ιβ Μπαρό, επικεφαλής επενδύσεων χρέους αναδυόμενων αγορών στην JPMorgan Asset Management.
Ανοδικά οι αποδόσεις μετά τη νίκη της AfD
Οι πολιτικές εξελίξεις προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας στις ευρωπαϊκές αγορές. Μετά τα προσωρινά αποτελέσματα από τις κρατιδιακές εκλογές της Κυριακής, η απόδοση του 10ετούς γερμανικού Bund, η οποία είναι ευαίσθητη στις πολιτικές εξελίξεις, αυξήθηκε κατά 1 μονάδα βάσης στο 3,348%. Η απόδοση του 30ετούς Bund ενισχύθηκε επίσης κατά 1 μονάδα βάσης, στο 3,825%. Μεγαλύτερη ήταν η κίνηση στο βραχυπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων, με την απόδοση του 2ετούς γερμανικού ομολόγου να αυξάνεται κατά περισσότερες από 3 μονάδες βάσης, στο 2,967%.
Οι επενδυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί μπροστά στο ενδεχόμενο ενός νέου ενεργειακού σοκ, σε μια περίοδο κατά την οποία τα δημόσια οικονομικά βρίσκονται ήδη υπό μεγάλη πίεση. Οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν ενισχυθεί περισσότερο από 120% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, φθάνοντας την περασμένη εβδομάδα σε υψηλό τριετίας. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί φόβους ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αναγκαστεί να συνεχίσει τις αυξήσεις επιτοκίων. Δείκτης που αποτυπώνει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη κατά τον επόμενο χρόνο έχει ανέβει σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τον Μάιο.
«Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο», δήλωσε ο Λούντοβικ Σουμπράν, επικεφαλής επενδύσεων και επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz SE. «Οι υψηλότερες πληθωριστικές προσδοκίες οδήγησαν προς τα πάνω τις αναμενόμενες τιμές των βασικών επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών, εξέλιξη που αποτελεί βασικό παράγοντα για την αύξηση των αποδόσεων στα ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας».

Το φυσικό αέριο πιέζει την Ευρώπη
Τα αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα για την εποχή, αυξάνοντας τον κίνδυνο να ενταθεί η παγκόσμια μάχη για προμήθειες, καθώς ο χρόνος για την πλήρωση των αποθηκευτικών χώρων πριν από τον χειμώνα εξαντλείται.
Κυβερνήσεις και επιχειρήσεις ανέβαλαν τις αγορές τους κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όμως τώρα ενδέχεται να οδηγήσουν τις τιμές ακόμη και πάνω από τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, περίπου 40% υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα, καθώς θα ανταγωνίζονται για φορτία με αγοραστές από την Ασία.
«Η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε μια απότομη άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου», δήλωσε ο Μαρκ Ντάουντινγκ, επικεφαλής επενδύσεων της RBC BlueBay Asset Management. «Η πραγματικότητα είναι ότι οι φτωχότερες αναπτυσσόμενες χώρες δεν μπορούν να πληρώσουν αυτές τις τιμές και ουσιαστικά η Ευρώπη τις ξεπερνά στις προσφορές».
Στις ΗΠΑ, οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό συνδέονται κυρίως με το πετρέλαιο, το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 20% χαμηλότερα από το υψηλό του Απριλίου.
Η απόκλιση αυτή αποτυπώνεται και στην αγορά ομολόγων. Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού Bund έχει αυξηθεί κατά 24 μονάδες βάσης από τις 4 Αυγούστου, στο περίπου 3,35%, ενώ η αντίστοιχη απόδοση του αμερικανικού 10ετούς Treasury έχει ανέβει κατά 14 μονάδες βάσης.
Οι αγορές swaps προεξοφλούν ακόμη τρεις αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης από την ΕΚΤ μέσα στον επόμενο χρόνο, με την πρώτη να αναμένεται ήδη στη συνεδρίαση της Πέμπτης. Στις ΗΠΑ, αντίθετα, η αγορά τιμολογεί δύο αυξήσεις μέσα στην ίδια περίοδο.

Δείκτης που αποτυπώνει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη κατά τον επόμενο χρόνο έχει ανέβει σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τον Μάιο.
«Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο», δήλωσε ο Λούντοβικ Σουμπράν, επικεφαλής επενδύσεων και επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz SE.
«Οι υψηλότερες πληθωριστικές προσδοκίες οδήγησαν προς τα πάνω τις αναμενόμενες τιμές των βασικών επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών, εξέλιξη που αποτελεί βασικό παράγοντα για την αύξηση των αποδόσεων στα ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας», πρόσθεσε.
Τα αναδυόμενα ομόλογα κερδίζουν 3,6%
Η εικόνα είναι πολύ διαφορετική στις αναδυόμενες αγορές.
Τα ομόλογα αναδυόμενων οικονομιών σε τοπικό νόμισμα έχουν αποδώσει 3,6% από την αρχή του έτους, την ώρα που τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα και οι ευρωπαϊκοί τίτλοι έχουν χάσει περίπου 0,6%, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.

Παράλληλα, ο δείκτης νομισμάτων αναδυόμενων αγορών της MSCI έχει ενισχυθεί επί 11 συνεχόμενες εβδομάδες, καταγράφοντας το μεγαλύτερο σερί ανόδου από το 2007, ενώ τη Δευτέρα σημείωσε νέο ιστορικό υψηλό.
«Αυτό δείχνει την ανθεκτικότητα αυτής της κατηγορίας ενεργητικού», δήλωσε η Ελίνα Θεοδωρακοπούλου, διαχειρίστρια χαρτοφυλακίου χρέους αναδυόμενων αγορών στη Manulife Investment Management, η οποία χαρακτηρίζει το πρόσφατο selloff ως «μια σχετική ευκαιρία για το παγκόσμιο χρέος αναδυόμενων αγορών».
Σε αντίθεση με τις κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων οικονομιών, εκείνες του αναπτυσσόμενου κόσμου διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια να χαράξουν τη δική τους πορεία.
Ο πληθωρισμός στις αναπτυσσόμενες οικονομίες διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 3,8%, σύμφωνα με την JPMorgan, δηλαδή περίπου στο ένα τρίτο του επιπέδου που είχε καταγραφεί κατά το σοκ του 2022.
Η τράπεζα εκτιμά ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διαθέτουν περίπου μία ποσοστιαία μονάδα μεγαλύτερο περιθώριο για να απορροφήσουν πληθωριστικές πιέσεις σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια.
Οι αναδυόμενες κεντρικές τράπεζες έχουν μεγαλύτερη ευελιξία
Η διαφορετική αφετηρία των αναδυόμενων οικονομιών είναι ήδη εμφανής στη νομισματική πολιτική.
Η Βραζιλία, η Τουρκία και η Ουγγαρία μείωσαν τα επιτόκια τον Αύγουστο, ενώ η Νότια Κορέα και οι Φιλιππίνες προχώρησαν σε σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Η κεντρική τράπεζα της Τσεχίας διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια, μετά την αύξησή τους τον Ιούνιο.
«Με τον πληθωρισμό να παραμένει συγκρατημένος και την ανάπτυξη να βρίσκεται κοντά ή ελαφρώς χαμηλότερα από τις δυνατότητες αρκετών αναδυόμενων οικονομιών, τα τοπικά επιτόκια θα πρέπει επίσης να παραμείνουν σχετικά σταθερά απέναντι στο selloff των ομολόγων των ανεπτυγμένων αγορών», δήλωσε ο Κρις Κούσλις, επικεφαλής στρατηγικής μακροοικονομικών επενδύσεων στις αναδυόμενες αγορές της T. Rowe Price.
Η ομάδα του προτιμά ομόλογα σε τοπικό νόμισμα στη Βραζιλία, την Ουγγαρία, το Μεξικό και τη Νότια Αφρική.
Αντίστοιχα, ο Μισέλ Ομπενά, επικεφαλής χρέους αναδυόμενων αγορών της BlackRock, επικεντρώνεται σε ομόλογα χωρών όπου εκτιμά ότι οι κεντρικές τράπεζες θα εκπλήξουν τους επενδυτές, διατηρώντας αμετάβλητα τα επιτόκια.
Οι πολιτικοί κίνδυνοι προστίθενται στις πιέσεις
Οι traders των ομολόγων ανησυχούν επίσης για την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη, καθώς οι κυβερνήσεις προετοιμάζουν τους προϋπολογισμούς του 2027 υπό την πίεση αυξανόμενων δαπανών και ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων.
Το γαλλικό χρέος έχει υποαποδώσει σε σχέση με εκείνο άλλων χωρών, καθώς οι υποψήφιοι που διεκδικούν να διαδεχθούν τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν το επόμενο έτος προτείνουν ριζικά διαφορετικές λύσεις για την αντιμετώπιση του υψηλού δημόσιου χρέους και ενός ελλείμματος που ξεπερνά το 5% του ΑΕΠ.
Το premium που ζητούν οι επενδυτές για να δανείσουν τη Γαλλία αντί για τη Γερμανία βρίσκεται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί από την κρίση κρατικού χρέους της Ευρωζώνης το 2012.
Η Ιταλία, αντίθετα, έχει δει το κόστος δανεισμού της να υποχωρεί σε σχέση με εκείνο της Γερμανίας, ως επιβράβευση για μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας υπό την πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι.
Η Μελόνι ηγείται της μακροβιότερης κυβέρνησης στην Ιταλία από το 1946, όμως θα πρέπει να προκηρύξει εκλογές το επόμενο έτος. Ένας από τους κινδύνους, σύμφωνα με τον Νταβίντε Ονέλια, διευθυντή ευρωπαϊκής και παγκόσμιας μακροοικονομικής ανάλυσης στην TS Lombard, είναι να συνεργαστεί με ένα νέο ακροδεξιό κόμμα και να σχηματίσει έναν λιγότερο σταθερό και περισσότερο λαϊκιστικό κυβερνητικό συνασπισμό.

ΒlackRock και Société Générale ποντάρουν στην Τσεχία
Την ώρα που η Ευρώπη αντιμετωπίζει ολοένα περισσότερα πολιτικά και δημοσιονομικά μέτωπα, οι μεγάλοι διαχειριστές αναζητούν επιλεκτικές ευκαιρίες στις αναδυόμενες αγορές.
Η BlackRock, όπως και η Société Générale, βλέπει θετικά την αγορά της Τσεχίας, εκτιμώντας ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν θα αναγκαστούν να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Οι αγορές προεξοφλούν μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος του τρέχοντος έτους και συνολικές αυξήσεις 100 μονάδων βάσης έως τα μέσα του 2027. Ωστόσο, η Société Générale εκτιμά ότι η κεντρική τράπεζα της Τσεχίας θα διατηρήσει το επιτόκιο στο 3,75% για το ορατό μέλλον.
Ο αναλυτής της Société Générale, Χουάν Ορτς, θεωρεί επίσης υπερβολικά τα στοιχήματα των αγορών ότι η Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας θα προχωρήσει σε τρεις αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης η καθεμία.
«Η αγορά είναι πάντα υπερβολικά επιθετική», δήλωσε ο Μπαρό της JPMorgan, τα κεφάλαια του οποίου προτιμούν ομόλογα σε τοπικό νόμισμα και κρατικούς τίτλους χαμηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης.
«Ακόμη και αν ορισμένες κεντρικές τράπεζες αυξήσουν τα επιτόκια για να αντιμετωπίσουν τον πληθωρισμό, δεν πρόκειται να υλοποιήσουν ολόκληρη την αύξηση που έχει ήδη ενσωματώσει στις τιμές της η αγορά», πρόσθεσε.
Ο φόβος των «δυσάρεστων εκπλήξεων»
Ο στρατηγικός αναλυτής της Schroders Plc, Τζέιμς Μπίλσον, εκτιμά ότι ειδικά τα ιταλικά ομόλογα δεν αποζημιώνουν επαρκώς τους επενδυτές για τους πολιτικούς κινδύνους που αναλαμβάνουν.
Οι αποδόσεις των 10ετών ιταλικών τίτλων, γύρω στο 4,20%, βρίσκονται μόλις λίγο χαμηλότερα από τις αντίστοιχες γαλλικές.
Στη Γερμανία, επιχειρηματικοί ηγέτες προειδοποιούν για τους κινδύνους του λαϊκισμού μετά και τις περιφερειακές εκλογές, κατά τις οποίες το ακροδεξιό κόμμα AfD κατάφερε σαρωτική νίκη με 43,8%.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος ήδη αντιμετωπίζει δυσαρέσκεια στο εσωτερικό του συντηρητικού μπλοκ, αναμένεται να δεχθεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση μετά το καλύτερο αποτέλεσμα που έχει καταγράψει ποτέ η AfD σε κρατιδιακές εκλογές την Κυριακή.
«Θα μπορούσε να επιβραδύνει ή ακόμη και να εκτροχιάσει τις τόσο αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Τίποτε από αυτά δεν στέλνει ιδιαίτερα καθησυχαστικό μήνυμα στους διεθνείς επενδυτές, οι οποίοι επίσης δύσκολα θα υποδεχθούν θετικά την αυξανόμενη δημοτικότητα ενός κόμματος που στο παρελθόν έχει ταχθεί υπέρ της αποχώρησης της Γερμανίας από το ευρώ», ανέφερε ο μακροοικονομικός στρατηγικός αναλυτής Κόνορ Κούπερ.
«Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύουμε ότι η αγορά δεν δίνει αρκετή προσοχή στις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία και την Ιταλία, με αποτέλεσμα να παραμένει εκτεθειμένη σε “δυσάρεστες εκπλήξεις” και σε απότομη επανατιμολόγηση των premiums κινδύνου και διάρκειας όταν προκύπτουν νέες ειδήσεις», δήλωσε ο Ονέλια της TS Lombard.
Η ιστορία ευνοεί τα ομόλογα των αναδυόμενων αγορών
Οι ιστορικές επιδόσεις προσφέρουν έναν ακόμη λόγο αισιοδοξίας για τις αναδυόμενες οικονομίες.
Το χρέος των αναδυόμενων αγορών έχει κατά κανόνα εμφανίσει καλές επιδόσεις σε περιόδους αυξήσεων των επιτοκίων από τη Federal Reserve, όταν η νομισματική σύσφιξη προκαλείται από ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη και όχι από πληθωρισμό και δημοσιονομικές πιέσεις.
Η ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών αναμένεται να παραμείνει σταθερή κοντά στο 3,7% φέτος. Ο συγκεκριμένος ρυθμός συμβάλλει στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και στηρίζει μια ευνοϊκή τάση στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις χωρών όπως η Αργεντινή, η Γκάνα και η Νιγηρία.
Στον αντίποδα, οι δημοσιονομικές πιέσεις αυξάνονται στις ανεπτυγμένες οικονομίες με υψηλές κρατικές δαπάνες, οδηγώντας υψηλότερα τις αποδόσεις των ομολόγων.

«Η δημοσιονομική χαλαρότητα των ανεπτυγμένων αγορών γενικότερα καθιστά τις αναδυόμενες αγορές πιο ενδιαφέρουσες», δήλωσε ο Τόμας Κρίστιανσεν, επικεφαλής επενδύσεων και επικεφαλής χρέους αναδυόμενων αγορών στην Union Bancaire Privée.
«Και, ως έναν βαθμό, πιστεύω ότι οι κινήσεις που παρατηρούμε στις αγορές ομολόγων των ανεπτυγμένων οικονομιών τις τελευταίες εβδομάδες αποτελούν αντανάκλαση ακριβώς αυτής της κατάστασης», πρόσθεσε.
Ενεργειακό σοκ και πληθωρισμός
Ακόμη και εάν οι ΗΠΑ και το Ιράν αναβιώσουν την ειρηνευτική συμφωνία που κατέρρευσε τον Ιούλιο, περιορίζοντας το ενεργειακό σοκ, οι κεντρικές τράπεζες παραμένουν σε επιφυλακή για δευτερογενείς επιπτώσεις.
Πρόκειται για την περίπτωση κατά την οποία μια αρχική άνοδος των τιμών διαχέεται στην ευρύτερη οικονομία και προκαλεί έναν νέο ανοδικό κύκλο πληθωρισμού.
Ένα ενδεχόμενο «Super El Niño» τους επόμενους μήνες θα μπορούσε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις προοπτικές, προκαλώντας νέα άνοδο στις τιμές των τροφίμων.
Παρά ταύτα, η άνοδος των αποδόσεων αρχίζει να προσελκύει αγοραστές που θεωρούν ότι οι αγορές έχουν υπερβάλει, καθώς και διαχειριστές κεφαλαίων που επιδιώκουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση από τα αμερικανικά Treasuries.
Στην Aviva Investors, ο senior portfolio manager Στιβ Ράιντερ έχει αυξήσει την έκθεσή του στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα αντισταθμίζει τον κίνδυνο πληθωρισμού εξαιτίας της συνεχιζόμενης απειλής από τις τιμές της ενέργειας.
Ο Κέβιν Ζάο, επικεφαλής παγκόσμιου κρατικού σταθερού εισοδήματος και συναλλάγματος στην UBS Asset Management, αγοράζει γερμανικά ομόλογα μακράς διάρκειας.
Τα ευρωπαϊκά ομόλογα, πάντως, παραμένουν ευάλωτα σε μεταδόσεις από άλλες αγορές. Μεγάλο μέρος της αδυναμίας στα αμερικανικά Treasuries αποδίδεται στην ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ.
Ρόλο παίζει επίσης η μάχη για την προσέλκυση κεφαλαίων σε μια περίοδο μεγάλης προσφοράς ομολόγων τόσο από κυβερνήσεις όσο και από τεχνολογικές εταιρείες.
Ο Ντέιβιντ Ζαν, επικεφαλής ευρωπαϊκού fixed income στη Franklin Templeton, εκτιμά ότι εξωτερικοί παράγοντες ευθύνονται για μεγάλο μέρος του selloff στην Ευρώπη.
Παρότι δηλώνει ότι βρίσκεται «αρκετά κοντά» στο να αρχίσει να αγοράζει ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας, περιμένει η απόδοση του 10ετούς γερμανικού τίτλου να πλησιάσει περισσότερο το 3,5%.
«Οι αποδόσεις αυξάνονται παγκοσμίως και η Ευρώπη δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη», δήλωσε ο Ζαν. «Δεν ξέρω τι ακριβώς θα χρειαστεί για να σταματήσει η άνοδος των αποδόσεων».
Μέσα σε αυτή την αναταραχή, όμως, η αντίθεση μεταξύ ανεπτυγμένων και αναδυόμενων αγορών γίνεται ολοένα πιο έντονη. Οι πρώτες έρχονται αντιμέτωπες ταυτόχρονα με ενεργειακές πιέσεις, υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, πολιτική αβεβαιότητα και την προοπτική υψηλότερων επιτοκίων.
Αντίθετα, αρκετές αναδυόμενες οικονομίες εμφανίζονται αυτή τη στιγμή με χαμηλότερο πληθωρισμό σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, υψηλά πραγματικά επιτόκια, πιο ευέλικτες κεντρικές τράπεζες και βελτιούμενα δημόσια οικονομικά.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί, την ώρα που οι μεγαλύτερες αγορές κρατικού χρέους του κόσμου βρίσκονται σε αναταραχή, οίκοι όπως η BlackRock και η JPMorgan βλέπουν πλέον στις αναδυόμενες αγορές όχι απλώς μια εναλλακτική επένδυση, αλλά έναν από τους βασικούς τρόπους για να απορροφήσουν τους κραδασμούς του παγκόσμιου selloff.
Διαβάστε ακόμη
Ρεύμα: Με ποια εργαλεία θα μειώσει η κυβέρνηση τους λογαριασμούς κατά 30% στην τριετία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.