Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η κρίση χρέους στο Παρίσι και οι πρόωρες κάλπες στη Μαδρίτη μετατρέπονται σε παράγοντες συναλλαγματικού κινδύνου, με τους επενδυτές να παρακολουθούν τα spreads, τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και την αντοχή της Ευρωζώνης.

Το ευρώ βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν διπλό πολιτικό κίνδυνο, καθώς οι εξελίξεις στη Γαλλία και την Ισπανία αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα για την πορεία του στις διεθνείς αγορές. Η δημοσιονομική κρίση στο Παρίσι και η προκήρυξη πρόωρων εκλογών στη Μαδρίτη δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, στο οποίο το κοινό νόμισμα εξαρτάται πλέον όχι μόνο από τα επιτόκια και τις οικονομικές επιδόσεις, αλλά και από τις πολιτικές τύχες δύο μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης.

Το πρόβλημα για τους επενδυτές δεν περιορίζεται στην πιθανότητα περαιτέρω υποχώρησης της ισοτιμίας. Αφορά κυρίως το ενδεχόμενο η πολιτική αστάθεια να μετατραπεί σε παρατεταμένη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης και περιορίζοντας τα περιθώρια παρέμβασης των κυβερνήσεων.

Η Γαλλία στο επίκεντρο της ανησυχίας

Η μεγαλύτερη πηγή κινδύνου εντοπίζεται στη Γαλλία, όπου το υψηλό δημόσιο χρέος, τα επίμονα ελλείμματα και η αδυναμία πολιτικής συνεννόησης συνθέτουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο δημοσιονομικό περιβάλλον.

Το γαλλικό χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 122% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει πάνω από το 5%. Η κυβέρνηση καλείται να προωθήσει μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά οι κοινοβουλευτικές αντιστάσεις και η προοπτική των προεδρικών εκλογών του 2027 δυσκολεύουν την εφαρμογή τους.

Οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να τιμολογούν αυτή την αβεβαιότητα. Η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών δεκαετών ομολόγων διευρύνθηκε στις 133 μονάδες βάσης, καταγράφοντας αύξηση 32 μονάδων βάσης μέσα σε μία εβδομάδα, τη μεγαλύτερη από το 1990, σύμφωνα με τα συγκρίσιμα στοιχεία του Bloomberg.

Η διεύρυνση του spread έχει ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει ότι οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη ανταμοιβή για να χρηματοδοτήσουν τη Γαλλία, αμφισβητώντας την ικανότητα της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά της.

Το ζήτημα αποκτά ευρύτερη διάσταση επειδή η Γαλλία αποτελεί πλέον μία από τις σημαντικότερες πηγές δημοσιονομικής ανησυχίας στην Ευρωζώνη. Εάν οι πιέσεις μεταδοθούν σε άλλες χώρες, η αναταραχή μπορεί να ξεπεράσει τα γαλλικά σύνορα.

Η Ισπανία προσθέτει δεύτερο πολιτικό μέτωπο

Στην ήδη επιβαρυμένη ευρωπαϊκή εικόνα προστίθεται η Ισπανία, όπου η προκήρυξη πρόωρων εκλογών δημιουργεί νέα ερωτήματα για τη σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής και τη δυνατότητα διαμόρφωσης βιώσιμων κυβερνητικών συμμαχιών.

Η ισπανική οικονομία έχει παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική από αρκετούς ευρωπαίους εταίρους της. Ωστόσο, οι πολιτικές εξελίξεις μπορούν να επηρεάσουν τις προσδοκίες των επενδυτών, ιδιαίτερα όταν η αβεβαιότητα συμπίπτει με δημοσιονομικές αναταράξεις σε άλλες μεγάλες χώρες.

Αυτό ακριβώς προβληματίζει τις αγορές: δύο από τις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα πολιτικές δοκιμασίες. Η Γαλλία αποτελεί το επίκεντρο της δημοσιονομικής κρίσης, ενώ η Ισπανία προσθέτει αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική κατεύθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης.

Η ταυτόχρονη παρουσία των δύο κινδύνων δυσκολεύει την ανάκαμψη του ευρώ, ακόμη και όταν καταγράφονται πρόσκαιρες βελτιώσεις στις αγορές ομολόγων.

Το όριο του 1,10 δολαρίου και ο ρόλος της ΕΚΤ

Οι αναλυτές εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο νέας υποχώρησης του κοινού νομίσματος. Ο Κρις Τέρνερ της ING εκτιμά ότι η αδυναμία του ευρώ αντανακλά ένα αυξημένο ασφάλιστρο κινδύνου, συνδεδεμένο με τη δημοσιονομική επιδείνωση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο η ισοτιμία να κινηθεί προς τα 1,10 δολάρια.

Από την πλευρά της, η JPMorgan θεωρεί ότι το κοινό νόμισμα δεν έχει ενσωματώσει πλήρως τους κινδύνους που απορρέουν από την επιδείνωση της γαλλικής αγοράς ομολόγων. Η τράπεζα βλέπει περιθώρια περαιτέρω υποχώρησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου.

Η Commerzbank δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανθεκτικότητα των γερμανικών ομολόγων. Όσο οι τίτλοι της Γερμανίας παραμένουν σχετικά προστατευμένοι από τις αναταράξεις, τόσο περιορίζεται, σύμφωνα με την ανάλυσή της, η πιθανότητα γενικευμένης αποδυνάμωσης του κοινού νομίσματος.

Στην εξίσωση προστίθεται και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων αυξάνει το κόστος δανεισμού, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις και η ακριβή ενέργεια περιορίζουν την ευχέρεια της νομισματικής πολιτικής.

Η ΕΚΤ βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία: πρέπει να προστατεύσει τη σταθερότητα των τιμών, χωρίς να αγνοήσει τον κίνδυνο μετάδοσης της αναταραχής στις αγορές κρατικού χρέους.

Οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία

Η υποχώρηση του κοινού νομίσματος δεν αφορά αποκλειστικά τους επενδυτές. Ένα ασθενέστερο ευρώ αυξάνει το κόστος εισαγωγής προϊόντων που τιμολογούνται σε δολάρια, κυρίως ενέργειας και πρώτων υλών, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στις επιχειρήσεις και στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Από την άλλη πλευρά, μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εξαγωγών, καθιστώντας τα προϊόντα της Ευρωζώνης φθηνότερα για αγοραστές εκτός της νομισματικής ένωσης. Το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από την ένταση της υποτίμησης, το ενεργειακό κόστος και τη διεθνή ζήτηση.

Για την Ελλάδα, η ισοτιμία αποκτά πρόσθετη σημασία λόγω της εξάρτησης από εισαγόμενα ενεργειακά προϊόντα, αλλά και της βαρύτητας του τουρισμού και των εξαγωγών στην οικονομική δραστηριότητα. Η υποτίμηση μπορεί να προσφέρει πλεονεκτήματα σε ορισμένους εξαγωγικούς κλάδους, αλλά ταυτόχρονα να επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και κατανάλωσης.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο χαμηλά μπορεί να υποχωρήσει το ευρώ, αλλά πόσο γρήγορα μπορούν Παρίσι και Μαδρίτη να αποκαταστήσουν την πολιτική προβλεψιμότητα.

Για τις αγορές, η σταθερότητα του κοινού νομίσματος συνδέεται πλέον άμεσα με την ικανότητα της Γαλλίας να παρουσιάσει αξιόπιστη δημοσιονομική πορεία και της Ισπανίας να αποκτήσει σαφή κυβερνητική κατεύθυνση. Μέχρι τότε, κάθε πολιτική εξέλιξη στις δύο πρωτεύουσες θα έχει τη δυνατότητα να προκαλεί νέες διακυμάνσεις στο ευρώ αλλά και στα ευρωπαϊκά ομόλογα.