Συμπληρώνονται έξι μήνες από τότε που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράν, προκαλώντας αντίποινα χτυπήματα σε στόχους σε ολόκληρο τον Κόλπο και πυροδοτώντας έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Αυτό που αρχικά αναμενόταν να είναι μια σύγκρουση διάρκειας μερικών εβδομάδων έχει εξελιχθεί σε μια αντιπαράθεση που, σύμφωνα με γεωπολιτικούς αναλυτές, δεν φαίνεται να έχει τέλος. Ωστόσο, η φύση του πολέμου έχει επίσης αλλάξει, με τον Λευκό Οίκο να στρέφει την προσοχή του στην ενίσχυση της οικονομικής πίεσης προς το Ιράν και τους εμπορικούς του εταίρους, μια στρατηγική που ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε ως «οικονομική D-Day».
Ωστόσο, η πορεία της σύγκρουσης παραμένει αβέβαιη. Τα πλοία που προσπαθούν να διέλθουν από τα Στενά του Ορμούζ συνεχίζουν να δέχονται επιθέσεις, οι ειρηνευτικές συνομιλίες φαίνεται να έχουν καταρρεύσει και εκκρεμούν ερωτήματα σχετικά με το αν η κυβέρνηση Τραμπ είναι διατεθειμένη να επεκτείνει τις προγραμματισμένες δευτερεύουσες κυρώσεις της στην Κίνα — έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους του Ιράν.
Οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν ασταθείς εν μέσω της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αργού πετρελαίου Brent με λήξη τον επόμενο μήνα έχουν σημειώσει άνοδο σχεδόν 20% από την έναρξη του πολέμου — ωστόσο, τα συμβόλαια διαπραγματεύονται πλέον περίπου ένα τρίτο χαμηλότερα από το υψηλό του Απριλίου στα 126,41 δολάρια το βαρέλι.
Η αγορά πετρελαίου παραμένει σε κατάσταση «backwardation», ένα φαινόμενο που συμβαίνει όταν τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης με άμεση ή βραχυπρόθεσμη παράδοση πωλούνται με premium σε σχέση με τις μεταγενέστερες παραδόσεις, υποδηλώνοντας την προσδοκία ότι οι τιμές θα μειωθούν με την πάροδο του χρόνου.
Οι χρηματιστηριακές αγορές επίσης αγνόησαν σε μεγάλο βαθμό τις πιθανές επιπτώσεις της σύγκρουσης, με τις μετοχές να σημειώνουν ευρεία άνοδο φέτος, καθώς η αισιοδοξία για τα εταιρικά κέρδη υπερίσχυσε των ανησυχιών σχετικά με τις επιπτώσεις του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία.
Καθώς ο πόλεμος πλησίαζε το ορόσημο των έξι μηνών, ειδικοί για τη Μέση Ανατολή δήλωσαν στο CNBC ότι, ενώ η φύση της σύγκρουσης φαινόταν να έχει αλλάξει, είναι απίθανο να υπάρξει βραχυπρόθεσμη σημαντική εξέλιξη που θα θέσει τέλος στον πόλεμο.
«Η σύγκρουση έχει περιπέσει σε αδιέξοδο, καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται έτοιμη να κλιμακώσει την κατάσταση ή να κάνει παραχωρήσεις», δήλωσε ο Γκρέγκορι Μπρου, ανώτερος αναλυτής ειδικευμένος στο Ιράν και την ενέργεια στην Eurasia Group.
Ο Μπρου ανέφερε ότι οι ΗΠΑ απέσυραν την πρόθεσή τους να κλιμακώσουν τις επιθέσεις εναντίον του Ιράν, φαινομενικά λόγω του κινδύνουν σημαντικών αντιποίνων από το Ιράν και από ανησυχίες ότι ένας νέος γύρος σφοδρών συγκρούσεων θα εξαντλούσε περαιτέρω τα αποθέματα πυρομαχικών.
«Αντ’ αυτού, ο Τραμπ επέλεξε μια εκστρατεία πίεσης, ελπίζοντας ότι η οικονομική πίεση θα αναγκάσει τους Ιρανούς να υποκύψουν», ανέφερε σε email προς το CNBC. Σημείωσε όμως ότι μια σημαντική εξέλιξη «δεν φαίνεται επικείμενη». «Είναι απίθανο να πετύχει», είπε αναφερόμενος στο λεγόμενο «Economic D-Day» του Τραμπ.
«Το Ιράν έχει δείξει μεγάλη ανθεκτικότητα απέναντι στην οικονομική πίεση των ΗΠΑ, και αυτό ενώ αντιμετωπίζει τη χειρότερη οικονομική κρίση από τη δεκαετία του 1980», προσέθεσε. «Η ηγεσία του είναι πιο πιθανό να αντισταθεί και να κλιμακώσει την κατάσταση παρά να υποκύψει στις απαιτήσεις των ΗΠΑ».
Ο Γουίλ Τόντμαν, ανώτερος ερευνητής στο Πρόγραμμα Μέσης Ανατολής του CSIS, συμφώνησε ότι φαίνεται οι ΗΠΑ να έχουν στραφεί προς μια νέα στρατηγική.
«Η ανακοίνωση της D-Day για δευτερεύουσες κυρώσεις κατά του Ιράν ήταν το σαφέστερο σημάδι ότι ο οικονομικός πόλεμος αποτελεί πλέον την προτιμώμενη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ», ανέφερε. «Ωστόσο, υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία που υποδηλώνουν ότι μια στρατηγική με επίκεντρο την οικονομία θα αναγκάσει τους Ιρανούς να συνθηκολογήσουν ή να κάνουν πιο ουσιαστικές παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις».
Η οικονομία του Ιράν υπό πίεση
Ο Στίβεν Α. Κουκ, ανώτερος ερευνητής για τις Μελέτες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ πιθανότατα θα ανταποκριθούν στρατιωτικά σε περίπτωση επίθεσης εναντίον αμερικανικών πλοίων ή προσωπικού, αλλά τόνισε ότι η ιρανική ηγεσία είναι προετοιμασμένη να αντέξει πολλές δυσκολίες και να προκαλέσει μεγάλο πόνο στον ίδιο τον πληθυσμό της.
«Αυτό υποδηλώνει ότι δεν θα παραδοθούν ούτε θα συμβιβαστούν τόσο γρήγορα», είπε. «Δεν μπορεί να προβλεφθεί πόσο θα διαρκέσει αυτό. Ο πρόεδρος πίστευε ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε τέσσερις έως έξι εβδομάδες. Ποτέ δεν περίμενε ότι θα αντισταθούν αποτελεσματικά. Οι Ιρανοί έχουν πλέον ανακαλύψει τη δύναμη της γεωγραφικής τους θέσης και φαίνεται να μην είναι διατεθειμένοι να παραιτηθούν από τον έλεγχο και τη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ».
Ο Ντένις Ρος, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης που υπηρέτησε ως ειδικός συντονιστής για τη Μέση Ανατολή υπό τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, δήλωσε στο CNBC ότι φαίνεται σαφές προς το παρόν ότι ο Τραμπ δεν επιθυμεί να ξαναρχίσει τις πλήρεις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
«Η νέα του προσέγγιση είναι να σφίξει τον οικονομικό κλοιό γύρω από τους Ιρανούς», είπε.
Ωστόσο, ο Ρος σημείωσε ότι, με την πάροδο των ετών, το ιρανικό καθεστώς έχει «γίνει ειδικό στις παρακάμψεις και στην αποφυγή των κυρώσεων».
«Όμως, ο συνδυασμός του αποκλεισμού και της πιθανώς αυστηρότερης επιβολής των κυρώσεων θα ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στην ιρανική οικονομία, η οποία βρίσκεται ήδη σε ελεύθερη πτώση», ανέφερε σε email. «Παρ’ όλα αυτά, η ιρανική ηγεσία δεν διστάζει να επιβάλλει δυσκολίες στον λαό της και πιστεύει ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από τον πρόεδρο».
Αν η νέα προσέγγιση καταφέρει να συμπιέσει την ιρανική οικονομία σημαντικά περισσότερο, προσέθεσε, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η Τεχεράνη να προχωρήσει σε στρατιωτική κλιμάκωση ή να στοχεύσει την εξαγωγική ικανότητα των γειτόνων της.
Ο Τραμπ δήλωσε στo Al Jazeera ότι είναι έτοιμος να συνεχίσει τον πόλεμο με το Ιράν για όσο χρειαστεί. Ωστόσο, ειδικοί ανέφεραν ότι η έλλειψη σαφήνειας σχετικά με τους στόχους της Ουάσινγκτον καθιστά δύσκολο να προσδιοριστεί τι θα αποτελούσε στην πραγματικότητα «επιτυχημένη αποστολή» για τον Λευκό Οίκο.
Ο Μάικλ Ο’Χάνλον, διευθυντής έρευνας στο πρόγραμμα Εξωτερικής Πολιτικής του Brookings Institution, δήλωσε ότι ο Τραμπ «έκανε λάθος μπαίνοντας σε πόλεμο με μη ρεαλιστικές προσδοκίες για το τι θα συνεπαγόταν ή πόσο θα διαρκούσε» και κατέληξε στην «λιγότερο κακή επιλογή».
«Είτε κερδίσουμε είτε χάσουμε, με την έννοια του παιχνιδιού μηδενικού αθροίσματος, έναντι του Ιράν, πρέπει να ανησυχούμε για τρία κεντρικά ζητήματα και να παραμείνουμε συγκεντρωμένοι στον στόχο: τη μείωση, τον περιορισμό ή τον τερματισμό της βίας, την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και τη μακροπρόθεσμη αναστολή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν», προσέθεσε ο Ο’Χάνλον.
«Αν συμβεί αυτό, οι βασικοί στρατηγικοί μας στόχοι θα έχουν επιτευχθεί — είτε έχουμε το δικαίωμα να καυχηθούμε ότι κερδίσαμε τον πόλεμο είτε όχι».
Διαβάστε ακόμη
EasyJet: Υπερδιπλασιάζει το προσωπικό καμπίνας άνω των 50 ετών
Forbes 50 Over 50: Οι 200 γυναίκες που ξεχωρίζουν σε επιχειρήσεις, επενδύσεις και καινοτομία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
