Στις κάλπες προσέρχονται το Σάββατο 29/8 οι Ισλανδοί προκειμένου να ψηφίσουν αν αποδέχονται την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συζήτηση αποκτά μεγάλη γεωπολιτική βαρύτητα για την ευρύτερη περιοχή μετά τις κινήσεις και τη ρητορική του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στην Αρκτική και τη Γροιλανδία.
Το ερώτημα που θέτει το δημοψήφισμα στους σχεδόν 400.000 κατοίκους της σκανδιναβικής χώρας είναι απλό: «Πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση;»
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ψηφοφορία αναμένεται να εξελιχθεί σε ντέρμπι, με τη χώρα να είναι ουσιαστικά διχασμένη.
Εάν επικρατήσει το «ναι», θα ξεκινήσουν εκ νέου οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις και, εφόσον αυτές καταλήξουν επιτυχώς σε συμφωνία, το τελικό κείμενο θα τεθεί σε δεύτερο δημοψήφισμα, ώστε οι Ισλανδοί να αποφασίσουν εάν αποδέχονται ή απορρίπτουν την ένταξη.
Η ψηφοφορία πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Αρκτική εξελίσσεται σε πεδίο έντονου γεωπολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού. Η περιοχή διαθέτει σημαντικά αποθέματα κρίσιμων ορυκτών, ενώ η κλιματική αλλαγή και η ταχεία υποχώρηση των θαλάσσιων πάγων ανοίγουν νέους εποχικούς εμπορικούς και ναυτιλιακούς διαδρόμους.
Στο σκηνικό αυτό προστίθεται η επίμονη προσπάθεια του Τραμπ να αποκτήσουν οι ΗΠΑ τον έλεγχο της Γροιλανδίας, του πλησιέστερου γείτονα της Ισλανδίας. Ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι ο έλεγχος της Γροιλανδίας είναι απαραίτητος για λόγους εθνικής ασφάλειας.
«Όλα τα επιχειρήματα που έχει προβάλει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ για τους λόγους για τους οποίους θα ήταν αναγκαίο να αποκτήσουν οι ΗΠΑ τη Γροιλανδία ισχύουν στην πραγματικότητα εξίσου και για την Ισλανδία. Η μόνη διαφορά είναι ότι η Ισλανδία είναι επισήμως ανεξάρτητο κράτος», σχολίασε στο CNBC ο Έιρικουρ Μπέργκμαν, καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Μπίφροστ της Ισλανδίας.
Από την οικονομική κρίση του 2009 στο νέο δημοψήφισμα
Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, όμως οι συνομιλίες ανεστάλησαν το 2013, όταν ανέλαβε την εξουσία ένας ευρωσκεπτικιστικός κυβερνητικός συνασπισμός.
Στις αρχές του έτους, η υπουργός Εξωτερικών της Ισλανδίας Θόργκερντουρ Γκούναρσντοτιρ είχε δηλώσει ότι ένας βαθύτερος διάλογος και στενότερη συνεργασία με την ΕΕ θα αποτελούσαν βασικό παράγοντα για τη διασφάλιση των συμφερόντων της χώρας.
«Είναι σαφές ότι το διεθνές σύστημα μέσα στο οποίο ζήσαμε από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκεται σε αναταραχή», είχε επισημάνει.
Οικονομία, κυριαρχία και αλιεία
Πέρα από τις φιλοδοξίες του Τραμπ για τη Γροιλανδία που έχει προβληματίσει πολλούς Ισλανδούς, είναι σαφές ότι υπάρχει ευρύτερα κάμψη της εμπιστοσύνης προς τις ΗΠΑ ως εταίρο ασφαλείας, γεγονός που ευνοεί τη στροφή της χώρας προς την ΕΕ.
Σημειωτέον δε, ότι η Ισλανδία είναι ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά αποτελεί τον μοναδικό σύμμαχο που δεν διαθέτει δικές του ένοπλες δυνάμεις.
Παράλληλα, βρίσκεται πάνω στο λεγόμενο GIUK Gap, το στρατηγικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο συνδέει την Αρκτική με τον Ατλαντικό Ωκεανό.
«Η ασφάλεια και η άμυνα της Ισλανδίας διασφαλίζονται από τη συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ, αλλά επίσης —και για πολλούς ακόμη περισσότερο— από τη διμερή αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ που ισχύει από το 1951. Τώρα πολλοί άνθρωποι επανεξετάζουν κατά κάποιον τρόπο την αξιοπιστία αυτής της αμυντικής συμφωνίας», δήλωσε ο Μπέργκμαν.
Ωστόσο, παρά το νέο γεωπολιτικό σκηνικό, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η συζήτηση για την ένταξη στην ΕΕ εξακολουθεί να περιστρέφεται κυρίως γύρω από εσωτερικά ζητήματα: την οικονομία, την εθνική κυριαρχία και κυρίως την αλιεία.
Η Ισλανδία έχει δώσει στο παρελθόν σκληρές μάχες με ευρωπαϊκά κράτη για τον έλεγχο της αλιευτικής της βιομηχανίας, έναν κλάδο με ιδιαίτερη οικονομική αλλά και συμβολική σημασία για τη χώρα.
Ωστόσο, ακόμη και σε περίπτωση θετικής ψήφου, η αλιεία θα παραμείνει καθοριστικό εμπόδιο.
Ο Γιον Ντάνιελσον, διευθυντής του Systemic Risk Centre και καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο London School of Economics, εκτιμά ότι ένα από τα βασικότερα κίνητρα υπέρ της ένταξης είναι το ευρώ. «Για τους Ισλανδούς, το βασικό ζήτημα της ένταξης είναι το ευρώ και η απαλλαγή από την αστάθεια του δικού τους νομίσματος και τα πολύ υψηλά επιτόκια. Επομένως, το ευρώ είναι ουσιαστικά ο στόχος που βλέπουν μπροστά τους», δήλωσε στο CNBC.
Μια επιτυχία που χρειάζεται η ΕΕ
Η Ισλανδία είναι ήδη σε μεγάλο βαθμό ενσωματωμένη στο ευρωπαϊκό οικονομικό πλαίσιο, κυρίως μέσω της συμμετοχής της στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Αυτό της εξασφαλίζει πρόσβαση στην ενιαία αγορά της ΕΕ χωρίς να απαιτείται πλήρης ένταξη.
Η χώρα είναι επίσης μέλος της Ζώνης Σένγκεν, γεγονός που επιτρέπει τις μετακινήσεις χωρίς ελέγχους διαβατηρίων μεταξύ της Ισλανδίας και των υπόλοιπων συμμετεχόντων ευρωπαϊκών κρατών.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, μια θετική έκβαση του δημοψηφίσματος θα μπορούσε να αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική και συμβολική σημασία.
Σύμφωνα με αναλυτές, μετά την αποχώρηση της Βρετανίας το 2020, οι Βρυξέλλες αναζητούν μια νέα «ιστορία επιτυχίας» για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια χώρα που συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων παγκοσμίως τόσο ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ όσο και ως προς τις δημοκρατικές επιδόσεις.
Η επικράτηση του «ναι» θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για σχετικά γρήγορες διαπραγματεύσεις, ιδιαίτερα καθώς η σημερινή κυβέρνηση συνασπισμού πλησιάζει προς τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες πρέπει να πραγματοποιηθούν το αργότερο έως τον Αύγουστο του 2028.
Διαβάστε ακόμη
Πώς η φρενίτιδα επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη κρατά όρθια την παγκόσμια οικονομία
Happy Health: Ο γιατρός που μετέτρεψε ένα εγκεφαλικό σε startup $75 εκατ. με «έξυπνα» δαχτυλίδια
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.