Την ώρα που η αγορά ομολόγων εκπέμπει προειδοποιητικά σήματα για ενδεχόμενη κρίση, οι μετοχές δεν φαίνεται να συμμερίζονται την ίδια ανησυχία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο S&P 500 και ο Nasdaq κατέγραψαν μόλις την περασμένη Τρίτη νέα ιστορικά υψηλά. Στην Ευρώπη, οι χρηματιστηριακοί δείκτες δεν καταγράφουν αυτή την περίοδο νέα ρεκόρ, αλλά παραμένουν σε σχετικά μικρή απόσταση από αυτά. Ο πανευρωπαϊκός Stoxx Europe 600 απέχει μόλις 5% από το ιστορικό υψηλό του, όπως και ο γερμανικός δείκτης DAX. Η εικόνα αυτή δημιουργεί την εντύπωση ότι οι επενδυτές αγνοούν τους κινδύνους που συνεπάγεται η άνοδος των επιτοκίων στις κεφαλαιαγορές. Το εύλογο ερώτημα είναι, επομένως, πόσο ακόμη μπορεί το χρηματιστήριο να αντιστέκεται στις υψηλές αποδόσεις των ομολόγων.
Η απάντηση δεν είναι απλή. Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή της η Handelsblatt, καθοριστικός παράγοντας για την πορεία των μετοχών είναι η κερδοφορία των επιχειρήσεων, η οποία συνεχίζει να ενισχύεται.
Σύμφωνα με υπολογισμούς αναλυτών της Deutsche Bank, τα εταιρικά κέρδη των επιχειρήσεων του S&P 500 αυξήθηκαν κατά 34% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, ενώ στον Stoxx 600 η αντίστοιχη αύξηση έφτασε το 24%. Οι αναλυτές της γερμανικής τράπεζας αναμένουν ότι η ανοδική πορεία της κερδοφορίας θα συνεχιστεί. Για τον S&P 500 προβλέπουν αύξηση κερδών κατά 27% το τρίτο τρίμηνο και κατά 28% το τέταρτο τρίμηνο, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες περιόδους του προηγούμενου έτους. Για τον Stoxx 600 εκτιμούν αυξήσεις 20% και 24%, αντίστοιχα.
Οι Μαξιμίλιαν Ούλερ, Κάρολιν Ράαμπ και Φραντσέσκα Ματσάλι έδωσαν στην ανάλυσή τους τον τίτλο «Stronger for longer», δηλαδή «Ισχυρότερες επιδόσεις για μεγαλύτερο διάστημα». Όπως επισημαίνουν, «η ζήτηση παραμένει αρκετά ισχυρή ώστε να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να μετακυλίουν τις αυξήσεις των τιμών στους καταναλωτές, οδηγώντας σε υψηλότερα έσοδα».
Παράλληλα, εκτιμούν ότι το ενεργειακό κόστος δεν διαδραματίζει τόσο καθοριστικό ρόλο όσο αφήνει να εννοηθεί η δημόσια συζήτηση.
Τα δεδομένα αυτά ενισχύουν την εκτίμηση ότι οι χρηματιστηριακές αγορές μπορούν να απορροφήσουν σχετικά αποτελεσματικά την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Σχεδόν οι μισές μετοχές καταγράφουν βαθιά πτώση
Κάτω από την επιφάνεια των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών, οι πιέσεις είναι ήδη εμφανείς.
Σύμφωνα με ανάλυση του διαχειριστή χαρτοφυλακίων Μπιορν Χάισενμπεργκερ, της ομώνυμης εταιρείας διαχείρισης περιουσίας, στο τέλος του τρίτου τριμήνου το 44% των μετοχών του S&P 500 βρισκόταν τουλάχιστον 20% χαμηλότερα από το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 52 εβδομάδων.
Απογοητευτική είναι και η εικόνα σε επίπεδο επιμέρους κλάδων. Σύμφωνα με στοιχεία του παρόχου δεικτών S&P, επτά από τους έντεκα κλάδους του S&P 500 ολοκλήρωσαν το τρίτο τρίμηνο με απώλειες.
«Το να επικαλείται κανείς τα υψηλά επίπεδα των χρηματιστηριακών δεικτών ως απόδειξη ότι οι μετοχές αγνοούν τα υψηλότερα επιτόκια είναι παραπλανητικό», τονίζει ο Χάισενμπεργκερ.
Οι κλάδοι που εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στις μεταβολές των επιτοκίων έχουν δεχθεί ιδιαίτερα ισχυρές πιέσεις.
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, των οποίων η δραστηριότητα απαιτεί σημαντικές κεφαλαιουχικές επενδύσεις, κατέγραψαν απώλειες 12%. Μεταξύ των μεγαλύτερων χαμένων συγκαταλέγονται επίσης οι μετοχές του κλάδου ακινήτων, ενώ δυσανάλογα μεγάλες απώλειες σημείωσαν και οι εταιρείες μικρής κεφαλαιοποίησης (small caps).
Ο Χάισενμπεργκερ υποστηρίζει, επομένως, ότι η χρηματιστηριακή αγορά έχει ήδη αντιδράσει στην άνοδο των επιτοκίων. Μάλιστα, θεωρεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις αρχίζουν να διαμορφώνονται εκ νέου επενδυτικές ευκαιρίες.
Το γεγονός ότι οι απώλειες πολλών κλάδων δεν αποτυπώνονται στη συνολική πορεία των βασικών δεικτών οφείλεται κυρίως στο ράλι των τεχνολογικών μετοχών.
Ο κλάδος της τεχνολογίας ενισχύθηκε κατά 7% το τρίτο τρίμηνο, παρασύροντας ανοδικά το σύνολο του δείκτη.
Ο S&P 500 σημείωσε άνοδο 2% στο ίδιο διάστημα. Χωρίς τη συμβολή του τεχνολογικού κλάδου, ο αμερικανικός δείκτης θα είχε κλείσει το τρίμηνο με απώλειες.
Η τεχνολογία στηρίζει ολόκληρη τη χρηματιστηριακή αγορά
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραματίζουν οι τεράστιες επενδύσεις των μεγάλων τεχνολογικών ομίλων στην τεχνητή νοημοσύνη (AI).
Από τις επενδύσεις αυτές επωφελούνται, μεταξύ άλλων, οι εταιρείες σχεδιασμού και κατασκευής ημιαγωγών, οι προμηθευτές τους, καθώς και οι επιχειρήσεις που διαχειρίζονται κέντρα δεδομένων και όσες παρέχουν τον απαραίτητο εξοπλισμό.
Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, τα εταιρικά κέρδη στον τεχνολογικό κλάδο αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 30% το δεύτερο τρίμηνο.
Οι τεχνολογικοί κολοσσοί συμβάλλουν, επομένως, καθοριστικά στην αύξηση της συνολικής εταιρικής κερδοφορίας, με αποτέλεσμα οι υψηλές επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη να στηρίζουν τους χρηματιστηριακούς δείκτες.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τεχνολογικές μετοχές είναι άτρωτες.
Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων αποτελούν επιβάρυνση και για τον συγκεκριμένο κλάδο. Από τη μία πλευρά, αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης των επενδύσεων και, από την άλλη, μειώνουν τη σημερινή αξία των μελλοντικών εταιρικών κερδών, καθώς αυτά προεξοφλούνται με υψηλότερα επιτόκια.
Ο Άξελ Μποτ, επικεφαλής στρατηγικής της επενδυτικής εταιρείας Ostrum Asset Management, προειδοποιεί: «Οι υψηλότερες αποδόσεις των ασφαλών επενδύσεων αυξάνουν το κόστος ευκαιρίας της τοποθέτησης κεφαλαίων σε περιουσιακά στοιχεία υψηλότερου κινδύνου και ασκούν πιέσεις ιδιαίτερα στα τμήματα της αγοράς που εμφανίζουν υψηλές αποτιμήσεις».
Κατά συνέπεια, οι επενδυτές δεν θα πρέπει να εκλαμβάνουν τη σημερινή ανθεκτικότητα των αγορών ως ένδειξη ότι ο κίνδυνος έχει παρέλθει.
«Η καθοριστική δοκιμασία θα είναι το πόσο καιρό ακόμη μπορούν τα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου να αντέχουν την άνοδο των πραγματικών αποδόσεων, χωρίς τα υψηλότερα προεξοφλητικά επιτόκια να επηρεάσουν εντονότερα τις αποτιμήσεις και τα ασφάλιστρα κινδύνου», επισημαίνει ο Μποτ.
Το κρίσιμο όριο του 6% για τα αμερικανικά ομόλογα
Η απόδοση του 6% στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα θεωρείται ολοένα και περισσότερο από τους αναλυτές ως ένα πιθανό κρίσιμο όριο για τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Ο Αρίφ Χουσεΐν, στρατηγικός αναλυτής ομολόγων της T. Rowe Price, εκτιμά ότι η απόδοση των 10ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων θα φτάσει σε αυτό το επίπεδο.
Άλλοι ειδικοί, ωστόσο, θεωρούν ότι οι αγορές διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια αντοχής.
Οι αναλυτές της Bank of America επισημαίνουν ότι, ιστορικά, οι αποτιμήσεις των μετοχών άρχισαν να δέχονται εντονότερες πιέσεις μόνο όταν οι αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων ξεπέρασαν το 7%.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, παραμένει κατά πόσο η ισχυρή εταιρική κερδοφορία και η δυναμική των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη θα συνεχίσουν να αντισταθμίζουν τις πιέσεις από το αυξημένο κόστος χρήματος ή εάν η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων θα αρχίσει τελικά να επηρεάζει πιο έντονα και τους μεγάλους χρηματιστηριακούς δείκτες.
Διαβάστε ακόμη
Aπό τη Βίσση έως τον Κλασικό Μαραθώνιο: Η Αθήνα ποντάρει στον live τουρισμό
Οι «κομάντος» της εποπτείας μπαίνουν στις τράπεζες – Στο μικροσκόπιο τα δάνεια υψηλού κινδύνου
Στα 1.000 ευρώ η μέση σύνταξη από τον Δεκέμβριο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
