Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν το μεγάλο θέμα που κυριαρχεί στην πολιτική επικαιρότητα, αλλά δεν φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο και στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Αντίθετα, οι παράγοντες που καθορίζουν την πορεία των αγορών είναι τα επιτόκια, ο πληθωρισμός, η τεχνητή νοημοσύνη, οι δασμοί, η σύγκρουση με το Ιράν και οι τιμές του πετρελαίου, αναφέρει σε άρθρο του ο Τζεφ Σόμερς των New York Times.

Ως συστηματικός παρατηρητής των αγορών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις ενδιάμεσες εκλογές, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, το εκλογικό αποτέλεσμα έχει ελάχιστη σημασία για τους επενδυτές.

Ένας λόγος είναι ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές λειτουργούν με βάση τις μελλοντικές προσδοκίες. Οι τιμές έχουν ήδη ενσωματώσει ορισμένα πολιτικά ενδεχόμενα, με κυριότερο το ιστορικό δεδομένο ότι το κόμμα που ελέγχει τον Λευκό Οίκο συνήθως χάνει έδαφος στις ενδιάμεσες εκλογές.

Αυτό ακριβώς προβλέπουν οι δημοσκοπήσεις και οι αγορές προβλέψεων για τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου και αυτό είναι το σενάριο που οι αγορές θεωρούν πιθανότερο εδώ και μήνες.

Ακόμη κι αν η γενική αυτή εκτίμηση επιβεβαιωθεί, υπάρχουν ασφαλώς πολλά επείγοντα πολιτικά ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα.

Θα αποκτήσουν οι Δημοκρατικοί τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, μόνο του ενός ή κανενός; Θα αποτελέσουν αυτές οι εκλογές σημείο καμπής για την αμερικανική δημοκρατία;

Πρόκειται αναμφίβολα για σοβαρά ζητήματα.

Για τις αγορές, ωστόσο, οι επικρατέστερες προβλέψεις είναι απλές: οι Δημοκρατικοί θα ελέγχουν τουλάχιστον ένα από τα δύο σώματα του Κογκρέσου, τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Με έναν Ρεπουμπλικανό στον Λευκό Οίκο, αυτό δημιουργεί τις συνθήκες για πολιτικό αδιέξοδο, κατά το οποίο κανένα από τα δύο κόμματα δεν μπορεί να προωθήσει σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες.

Δεν είναι μια ευνοϊκή κατάσταση για όποιον επιδιώκει να υλοποιήσει πολιτικές αλλαγές. Ωστόσο, η Wall Street αγαπά τα πολιτικά αδιέξοδα, επειδή απεχθάνεται τις πολιτικές παρεμβάσεις — ή τουλάχιστον αυτό υποστηρίζουν ορισμένοι αναλυτές σε κάθε εκλογικό κύκλο.

Όπως είχα επισημάνει ήδη από το 2010, όμως, τα στοιχεία που υποστηρίζουν ότι οι αγορές προτιμούν το πολιτικό αδιέξοδο ή οποιονδήποτε άλλο συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων είναι μάλλον αδύναμα, όταν εξετάζονται οι πραγματικές χρηματιστηριακές αποδόσεις.

Και αυτό εξακολουθεί να ισχύει.

Από το 1930, κατά το έτος που ακολούθησε ενδιάμεσες εκλογές στις οποίες το κόμμα του προέδρου έχασε τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο S&P 500 ή οι προγενέστεροι αντίστοιχοι δείκτες ενισχύθηκαν κατά μέσο όρο 8,8%.

Ωστόσο, ο S&P 500 κατέγραψε μέση άνοδο 14% κατά το έτος που ακολούθησε όλες τις ενδιάμεσες εκλογές, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά τους.

Τα στοιχεία προέρχονται από πρόσφατη μελέτη των Εντ Κλίσολντ, επικεφαλής στρατηγικής για τις αμερικανικές αγορές, και Ταν Νγκουέν, ανώτερου αναλυτή της ανεξάρτητης εταιρείας χρηματοοικονομικών ερευνών Ned Davis Research.

Το γενικότερο συμπέρασμα φαίνεται να είναι ότι, με ορισμένες εξαιρέσεις, οι συνολικές χρηματιστηριακές αποδόσεις συνήθως δεν εξαρτώνται από την πολιτική, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Οι επενδύσεις με πολιτικά κριτήρια δεν αποδίδουν

Οι επενδυτικές στρατηγικές που βασίζονται αποκλειστικά σε πολιτικά κριτήρια δεν έχουν καταφέρει να ακολουθήσουν την πορεία της συνολικής αγοράς φέτος, όπως είχα επισημάνει και τον Ιούλιο.

Ας εξετάσουμε τις επικαιροποιημένες αποδόσεις από την αρχή του έτους έως την Τετάρτη, συμπεριλαμβανομένων των επανεπενδυμένων μερισμάτων, σύμφωνα με στοιχεία της FactSet.

Το Truth Social America First ETF, με χρηματιστηριακό σύμβολο MAGA, αυτοπαρουσιάζεται ως επενδυτικό προϊόν για όσους επιθυμούν να τοποθετούνται «σε εταιρείες που ευθυγραμμίζονται με τις ρεπουμπλικανικές πολιτικές τους πεποιθήσεις». Η απόδοσή του έφτασε το 11,2%.

Το Democratic Large Core ETF, με σύμβολο DEMZ, περιλαμβάνει εταιρείες του S&P 500 οι οποίες έχουν διαθέσει περισσότερο από το 75% των πολιτικών τους εισφορών σε σκοπούς και υποψηφίους των Δημοκρατικών. Η άνοδός του διαμορφώθηκε σε 13,2%.

Αντίθετα, ο δείκτης αναφοράς S&P 500 ενισχύθηκε κατά 14,2%, συνυπολογίζοντας τα μερίσματα.

Επομένως, η απλή διακράτηση ενός ευρέως διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου που ακολουθεί τη συνολική αγορά αποδείχθηκε καλύτερη στρατηγική.

Η απόδοση του ταμείου που συνδέεται με τους Δημοκρατικούς ήταν η πλησιέστερη σε εκείνη του S&P 500, αν και υπολειπόταν του δείκτη.

Ένας πιθανός λόγος είναι ότι το συγκεκριμένο ETF δεν περιλάμβανε τη μετοχή με την καλύτερη απόδοση στον S&P 500 φέτος: τη Moderna, την εταιρεία βιοτεχνολογίας που κατέγραψε άνοδο άνω του 600%, σύμφωνα με τη FactSet.

Το ταμείο MAGA, από την άλλη πλευρά, απέκλειε τόσες πολλές εταιρείες τεχνολογίας, όπως οι Moderna, Advanced Micro Devices, Nvidia, Alphabet και Apple, ώστε ουσιαστικά ακολουθούσε μια στρατηγική μειωμένης έκθεσης στον τεχνολογικό κλάδο.

Και αυτό αποδείχθηκε λανθασμένη επιλογή στη σημερινή χρηματιστηριακή αγορά.

Ο παράγοντας τεχνητή νοημοσύνη και η περίπτωση της Anthropic

Ενώ η πολιτική δεν έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τις μετοχές, ο τεχνολογικός κλάδος —και ειδικότερα η τεχνητή νοημοσύνη (AI)— έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο.

Αυτό έγινε σαφές την περασμένη εβδομάδα.

Τα έγγραφα που κατέθεσε την περασμένη Δευτέρα η Anthropic, η μεγάλη νεοφυής εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης που σχεδιάζει να εισαχθεί στο χρηματιστήριο πριν από το τέλος του έτους, έδωσαν ώθηση στην αγορά μετοχών.

Παράλληλα, το ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας υποδηλώνει ότι η σημασία της τεχνητής νοημοσύνης εκτείνεται πολύ πέρα από τις χρηματιστηριακές εξελίξεις.

«Πιστεύουμε ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι μία από τις σημαντικότερες τεχνολογίες στην ανθρώπινη ιστορία», αναφέρεται στο έγγραφο.

Ωστόσο, η εταιρεία προειδοποίησε ότι αυτή η τεράστια σημασία μπορεί να έχει και τρομακτικές διαστάσεις.

«Τα επαρκώς προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν, εάν δεν αναπτυχθούν, δεν τεθούν σε λειτουργία και δεν χρησιμοποιηθούν με κατάλληλες δικλίδες ασφαλείας, εποπτεία και μέτρα προστασίας, να δημιουργήσουν καταστροφικούς ή ακόμη και υπαρξιακούς κινδύνους για την ανθρωπότητα», επισημαίνεται στο ενημερωτικό δελτίο.

Την ίδια στιγμή, η Anthropic αποκάλυψε ότι παράγει έσοδα σε εντυπωσιακή κλίμακα.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 16,3 δισ. δολάρια, καταγράφοντας σχεδόν δεκατετραπλάσια αύξηση σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Ωστόσο, οι ζημιές της έφτασαν τα 80,7 δισ. δολάρια στο ίδιο διάστημα.

Τα στοιχεία αυτά υπενθυμίζουν ότι παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν η μελλοντική κερδοφορία από την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορέσει ποτέ να δικαιολογήσει τα τεράστια ποσά που απαιτούνται για την κατασκευή των σχετικών υποδομών.

Η χρηματιστηριακή μεταβλητότητα άρχισε να αυξάνεται τις τελευταίες εβδομάδες, εν μέσω ανησυχιών για τις δαπάνες τεχνητής νοημοσύνης μεγάλων ομίλων, όπως οι Alphabet και Meta, αλλά και εταιρειών που βρίσκονται υπό χρηματοοικονομική πίεση, όπως οι CoreWeave και Oracle.

Τα ομόλογα που έχουν εκδοθεί για τη χρηματοδότηση κέντρων δεδομένων των τελευταίων έχουν υποχωρήσει σε αξία.

Παρά τις ανησυχίες, η αγορά μετοχών εξακολουθεί να στηρίζεται στην ισχυρή αύξηση των εταιρικών κερδών, χάρη σε σημαντικό βαθμό στα κέρδη κατασκευαστών ημιαγωγών όπως οι Nvidia και Advanced Micro Devices.

Ωστόσο, η άνθηση της AI έχει δημιουργήσει μια εξαιρετικά συγκεντρωμένη χρηματιστηριακή αγορά, αυξάνοντας τους κινδύνους για τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια.

Εάν οι μετοχές ή τα ομόλογα που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη υποχωρήσουν περαιτέρω, σημαντικά τμήματα των αγορών μετοχών και ομολόγων ενδέχεται να βρεθούν σε κίνδυνο.

Πόλεμος, επιτόκια και πληθωρισμός

Η αγορά ομολόγων έχει ήδη περάσει από μια περίοδο έντονων αναταράξεων.

Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς κρατικού ομολόγου ξεπέρασε το 5,3% τον Σεπτέμβριο, από 4,2% στις αρχές του έτους.

Τα γαλλικά κρατικά ομόλογα δέχθηκαν πιέσεις κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων για το υψηλό κόστος ζωής και την επιδείνωση των συνθηκών στα σχολεία, ενώ ισχυρές πιέσεις ασκήθηκαν και στα ομόλογα άλλων ευρωπαϊκών χωρών με αυξανόμενο δημόσιο χρέος.

Οι επενδυτές που αναζητούσαν ασφάλεια —είτε προσπαθούσαν να αποφύγουν τα προβληματικά ευρωπαϊκά ομόλογα είτε τους κινδύνους των ομολόγων που συνδέονται με την AI ή την αστάθεια της αγοράς μετοχών— επέστρεψαν αυτόν τον μήνα στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα.

Η αυξημένη ζήτηση φαίνεται ότι ώθησε τις τιμές των ομολόγων υψηλότερα και τις αποδόσεις τους χαμηλότερα, καθώς τα δύο αυτά μεγέθη κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις.

Την ίδια στιγμή, όμως, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια αυξάνονται, παράλληλα με τον πληθωρισμό.

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) διατήρησε την Τετάρτη αμετάβλητο το βασικό βραχυπρόθεσμο επιτόκιό της, σε εύρος 3,75% έως 4%.

Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο η Fed είχε αυξήσει τα επιτόκια για πρώτη φορά έπειτα από τρία χρόνια.

Καθώς ο πληθωρισμός εξακολουθεί να βρίσκεται σημαντικά υψηλότερα από τον ετήσιο στόχο του 2%, οι αγορές αναμένουν ότι η κεντρική τράπεζα θα προχωρήσει σε τρεις ακόμη αυξήσεις επιτοκίων από τον Δεκέμβριο έως τον Ιούνιο.

Η Fed ενδέχεται να ανέβαλε την αύξηση των επιτοκίων πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, τουλάχιστον εν μέρει, προκειμένου να αποφύγει μια εντονότερη σύγκρουση με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ζητεί εδώ και μήνες χαμηλότερα επιτόκια.

Τα υψηλότερα επιτόκια στις αγορές ομολόγων και χρήματος σημαίνουν ότι σχεδόν κάθε μορφή δανεισμού γίνεται ακριβότερη: από τις πιστωτικές κάρτες και τα δάνεια αυτοκινήτων μέχρι τα επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια.

Αυτό προκαλεί οικονομικές δυσκολίες σε εκατομμύρια ανθρώπους και επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη.

Επιπλέον, εάν τα επιτόκια συνεχίσουν να αυξάνονται, οι τιμές των ομολόγων θα υποχωρήσουν περαιτέρω, ενώ πιθανότατα θα δεχθούν πιέσεις και οι μετοχές, για δύο λόγους.

Πρώτον, θα είναι δυσκολότερο για τις επιχειρήσεις να διατηρήσουν την κερδοφορία τους, καθώς θα αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης.

Δεύτερον, οι μετοχές θα γίνουν λιγότερο ελκυστικές σε σύγκριση με τα ομόλογα που προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις.

Επομένως, οι επενδυτές θα χρειαστεί να παρακολουθούν στενά τα επιτόκια, προκειμένου να προστατεύσουν τις τοποθετήσεις τους στις αγορές μετοχών και ομολόγων.

Ποιες επενδύσεις ωφελούνται από την άνοδο των επιτοκίων

Από την άλλη πλευρά, όπως είχα επισημάνει την περασμένη εβδομάδα, τα αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς, τα βραχυπρόθεσμα αμερικανικά κρατικά έντοκα γραμμάτια, οι αποταμιευτικοί λογαριασμοί υψηλής απόδοσης και οι προθεσμιακές καταθέσεις προσφέρουν ολοένα υψηλότερα επιτόκια, απλώς και μόνο για τη διακράτηση χρημάτων.

Η μέση απόδοση των 100 μεγαλύτερων αμοιβαίων κεφαλαίων χρηματαγοράς, τα οποία παρακολουθεί η Crane Data, αυξήθηκε την Πέμπτη στο 3,74%, από 3,71% την προηγούμενη εβδομάδα.

Μάλιστα, είναι πιθανό να ξεπεράσει το 4% τον Δεκέμβριο, εφόσον η Fed αυξήσει τα επιτόκια όπως αναμένεται.

Γιατί όμως αυξήθηκαν τόσο πολύ τα επιτόκια φέτος;

Υπάρχουν πολλοί λόγοι, αλλά ένας ξεχωρίζει και συνδέεται άμεσα με τη γεωπολιτική: ο πόλεμος με το Ιράν.

Τα επιτόκια άρχισαν να εκτοξεύονται, μαζί με τις τιμές του πετρελαίου και τον πληθωρισμό, μετά τις επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.

Μία από τις συνέπειες ήταν ότι οι μετοχές των ενεργειακών εταιρειών κατέγραψαν άνοδο άνω του 50% από την αρχή του έτους, τη μεγαλύτερη από οποιονδήποτε κλάδο του S&P 500.

Το κατά πόσο η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα κλιμακωθεί μετά τις ενδιάμεσες εκλογές αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές.

Αυτό θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις του προέδρου Τραμπ και των ηγετών της Μέσης Ανατολής, αν και ένα Κογκρέσο με διαφορετική σύνθεση θα μπορούσε ενδεχομένως να αρχίσει να διαδραματίζει μεγαλύτερο ρόλο στην εξωτερική πολιτική.

Ωστόσο, το να βασίζει κάποιος τις επενδύσεις του σε προβλέψεις για την πολιτική ή τη γεωπολιτική αποτελεί μη συνετή χρηματοοικονομική στρατηγική.

Τέτοιου είδους επενδυτικές επιλογές δεν έχουν αποδώσει με αξιόπιστο τρόπο στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα.

Αντίθετα, για τους επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση ευρέως διαφοροποιημένων επενδύσεων στις αγορές έχει αποδειχθεί επιτυχημένη προσέγγιση.

Και αυτό θα συνεχίσει να ισχύει, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών.