Αγορές

Ρωσικός «βομβαρδισμός» στις αγορές

  • Νίκος Χρυσικόπουλος



Αυξάνεται το επενδυτικό ρίσκο, αναζητούνται τα νέα επίπεδα ισορροπίας στα χρηματιστήρια και ευκαιρίες για νέες τοποθετήσεις - Παγκόσμιες οι επιπτώσεις από τη νέα άνοδο των τιμών σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, πρώτες ύλες, αλλά και στα τρόφιμα - Συστημικός κίνδυνος πλέον ο πληθωρισμός, σφοδρή ανησυχία στις κεντρικές τράπεζες - Το ρωσικό ρούβλι πέφτει σχεδόν 30% μετά τις νέες κυρώσεις – Στα ύψη το πετρέλαιο - Η ρωσική κεντρική τράπεζα διπλασίασε το βασικό επιτόκιο στο 20%

Σε μια βίαιη ανατροπή των μέχρι σήμερα δεδομένων στις αγορές και τις οικονομίες οδήγησε η ευρείας κλίμακας ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το χειρότερο σενάριο, αυτό του ανοιχτού πολέμου κατά της Ουκρανίας από τη Ρωσία δυστυχώς επιβεβαιώθηκε, επιφέροντας επί του παρόντος ασύμμετρες επιπτώσεις σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο.

Οι αναλύσεις και τα σενάρια για το σοκ που προκλήθηκε αναθεωρούνται διαρκώς, συγκλίνουν όμως στην παραδοχή πως η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία επιτάχυνε βίαια την αλλαγή της τάσης στα χρηματιστήρια και τις αγορές, το μέγεθος και η χρονική διάρκεια της οποίας είναι ακόμη νωρίς για να αποτυπωθεί πλήρως.

Η αντίδραση των αγορών αμέσως μετά την έναρξη των ρωσικών επιχειρήσεων ήταν αναμενόμενη και απόλυτα ενδεικτική της επιστροφής σε περιβάλλον αποφυγής επενδυτικού κινδύνου. Το sell-off στα χρηματιστήρια ήταν μαζικό, οι επενδυτές έσπευσαν να κατοχυρώσουν τα σημαντικά κέρδη που σε πλείστες περιπτώσεις τους προηγούμενους μήνες είχαν σημειωθεί παρά την υψηλή μεταβλητότητα, ενώ επενδυτικά καταφύγια όπως ο χρυσός ενισχύθηκαν.

Ταυτόχρονα, υπήρξε ευρεία αποκλιμάκωση των αποδόσεων στα ομόλογα, εκτοξεύτηκαν οι τιμές στο φυσικό αέριο, το πετρέλαιο, αλλά και σε εμπορεύματα όπως τα σιτηρά, ενώ υψηλού ρίσκου τοποθετήσεις, όπως σε κρυπτονομίσματα, βυθίστηκαν.

Δεν υπήρξε αγορά ή επενδυτικό προϊόν που να έμεινε ανεπηρέαστο από τις εξελίξεις στην Ουκρανία. Οι τιμές εκτινάχθηκαν λόγω των ανησυχιών ότι η εφοδιαστική αλυσίδα θα διαταραχθεί εξαιτίας της κρίσης στην Ουκρανία, απορροφώντας τις συνέπειες μιας ακόμη κρίσης μετά από αυτή που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού. Παράλληλα, οι επιπτώσεις από τα οικονομικά αντίποινα της Δύσης δεν έχουν ακόμη προσμετρηθεί επακριβώς στην εξίσωση, λειτουργώντας ως ένας ακόμη παράγοντας επενδυτικής αστάθειας.

Την ίδια στιγμή, τα καμπανάκια που ηχούν πλέον στις κεντρικές τράπεζες ανά τον πλανήτη είναι διαδοχικά, καθώς η εύθραυστη παγκόσμια ανάκαμψη που αντιμετώπιζε τον καλπασμό του πληθωρισμού και τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής, τώρα καλείται να αντιμετωπίσει έναν πόλεμο και μάλιστα σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Φόβοι ότι θα καταρρεύσει το ρούβλι

Το ρωσικό ρούβλι που την Παρασκευή έκλεισε στα 83 ανά δολάριο στο Χρηματιστήριο της Μόσχας, χάνει σήμερα σχεδόν το 30% της συναλλαγματικής του αξίας έναντι του δολαρίου ΗΠΑ μετά την επιβολή ακόμη πιο σκληρών κυρώσεων από δυτικά κράτη σε βάρος της Μόσχας εξαιτίας της εισβολής στην Ουκρανία. Το ρωσικό νόμισμα έπεφτε σχεδόν 27%, σε ισοτιμία 114,33:1 έναντι του αμερικανικού δολαρίου, στις πρώτες συναλλαγές στις διεθνείς χρηματαγορές, μετέδωσε το πρακτορείο ειδήσεων Bloomberg.

Πάνω από 5% η άνοδος του πετρελαίου

Σε ότι αφορά το πετρέλαιο μετά τις άνευ προηγουμένου κυρώσεις που ανακοίνωσαν οι χώρες της Δύσης η τιμή ανά βαρέλι μπρεντ εκτινάχθηκε στα 103,15 δολάρια με άνοδο 5,33%.

Η τιμή του βαρελιού του αργού πετρελαίου West Texas Intermediate (WTI) σημείωσε αλματώδη αύξηση, που ξεπέρασε το 5,67%, στις πρώτες πρωινές συναλλαγές στην Ασία σήμερα με την τιμή του βαρελιού στα 97,21 δολάρια.

Την περασμένη εβδομάδα το συμβόλαιο αναφοράς έφτασε σε υψηλό επταετίας, στα 105,79 δολ. μετά την έναρξη της εισβολής.

Τα σενάρια και οι εκτιμήσεις

Το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται στις αγορές δεν έχει πλέον καμία σχέση με αυτό που οι επενδυτές γνώριζαν μέχρι πρότινος, σημειώνουν αναλυτές. Το σύνολο των μεγάλων επενδυτικών οίκων συμφωνεί πως όλα θα εξαρτηθούν από τη σοβαρότητα και τη διάρκεια του πολέμου και το νέο status quo που θα διαμορφωθεί. Τα στοιχεία αυτά θα καθορίσουν το εύρος της πτώσης στα χρηματιστήρια, καθώς ακόμη αναζητούνται τα επίπεδα όπου θα καταστεί εφικτό να «τιμολογηθεί» η ουκρανική κρίση. Σαφέστατα, πολλά χαρτοφυλάκια θα αναζητήσουν την κατάλληλη στιγμή για να τοποθετηθούν ξανά σε χαμηλότερα επίπεδα και «να αγοράσουν στη βουτιά» (buy the dip), πλην σε περιόδους αβεβαιότητας, όπως η τρέχουσα, μένει να φανεί πόσο εφικτό και ποια διάρκεια μπορεί να έχει ένα πιθανό γύρισμα των αγορών.

Χαρακτηριστικό είναι ότι σε έκθεσή της η Capital Economics ανέφερε πως τα χρηματιστήρια μπορεί να σημειώσουν περαιτέρω πτώση 20%, μια εξέλιξη που δείχνει πιθανή λόγω της ρευστότητας της κατάστασης. Η κλιμακούμενη κρίση αυξάνει περαιτέρω την πιθανότητα μεγαλύτερης αστάθειας σε μια ήδη ταραγμένη αγορά, σημειώνει στο ίδιο μήκος κύματος η Sanford C Bernstein & Co., τονίζοντας πως έχουμε να κάνουμε με ένα περιβάλλον αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας και γεωπολιτικού ρίσκου σε μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού και αναμενόμενης αύξησης των επιτοκίων της Fed.

Κοιτώντας, πάντως, μεσοπρόθεσμα, η Capital Economics αναφέρει ότι ένας σημαντικός παράγοντας για την επόμενη μέρα στα χρηματιστήρια θα αποτελέσει η αντίδραση των κεντρικών τραπεζών καθώς αν επιβραδυνθεί η νομισματική σύσφιξη, αυτό θα αμβλύνει τις απώλειες των αγορών. Στο πλαίσιο αυτό, η UBS προβλέπει σε ανάλογο report πως λόγω των εξελίξεων στην Ουκρανία η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αναγκαστεί να προσαρμόσει τα σχέδιά της για τη νομισματική στρατηγική της και να επιβραδύνει τον ρυθμό ομαλοποίηση της πολιτικής της. Προειδοποιεί, δε, πως η πρόβλεψή για ανάπτυξη 4,2% στην Ευρωζώνη το 2022 ίσως να είναι επισφαλής.

Στο πλαίσιο αυτό, η Credit Suisse παραμένει επιφυλακτική ωσότου οι τιμές και οι αγορές των περιουσιακών στοιχείων μειωθούν σε επίπεδα που να έχουν ενσωματώσει τον κίνδυνο. Σε έκτακτη (ad hoc) συνάντηση, η επενδυτική επιτροπή της Credit Suisse (Investment Committee) εκτίμησε, όπως αναφέρεται σε σχετικό report, πως ένα βασικό ερώτημα είναι αν οι πρώτες αντιδράσεις των αγορών είναι αρκετές για να αποτιμήσουν επαρκώς τους κινδύνους που εγκυμονεί η κρίση στην Ουκρανία για την παγκόσμια οικονομία και συνεπώς τα εταιρικά κέρδη.

«Πιστεύουμε πως οι επενδυτές θα πρέπει να εξακολουθούν να αναζητούν τρόπους διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου τους σε σχέση με αυτή τη γεωπολιτική κρίση και τις πιθανές επιπτώσεις στις οικονομίες. Εκτός από τον κίνδυνο για τα περιουσιακά στοιχεία, ένα βασικό ερώτημα που πρέπει να θέσουν οι επενδυτές είναι κατά πόσον η σύγκρουση αυτή έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει τις Δυτικές οικονομίες και κατ’ επέκταση την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση», επισημαίνει χαρακτηριστικά η επενδυτική επιτροπή της Credit Suisse.

Συνοψίζοντας, η Credit Suisse δεν πιστεύει ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για την αύξηση του κινδύνου στα χαρτοφυλάκια των επενδυτών και η εστίαση θα πρέπει να δοθεί στη διατήρηση επαρκούς διαφοροποίησης στα χαρτοφυλάκια ώστε να περιοριστεί κάθε πιθανή περαιτέρω αρνητική επίπτωση που σχετίζονται με αυτή την κρίση. Επιπλέον, θεωρεί ότι είναι συνετό οι επενδυτές να είναι σε ετοιμότητα για να αλλάξουν την κατανομή σε περίπτωση που οι αγορές μειωθούν σε επίπεδα που φαίνονται να μη συνάδουν με τον κίνδυνο, αλλά δεν είμαστε ακόμη σε αυτό το σημείο.

Πλήγμα σε εμπορεύματα – ενέργεια

Από την πλευρά της η HSBC υποστηρίζει πως οι κίνδυνοι μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία περιλαμβάνουν υψηλότερες τιμές στην ενέργεια, αύξηση τιμών σε τρόφιμα και άλλα βασικά εμπορεύματα, υψηλότερο πληθωρισμό και διαταραχές στην παραγωγική και μεταφορική δραστηριότητα.

Η νέα εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αποτελεί τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο για αγορές και οικονομίες. Για το πετρέλαιο, η περαιτέρω άνοδος της τιμής του φαίνεται πολύ πιθανή, δεδομένης της σημασίας της ρωσικής παραγωγής. Οι τιμές του πετρελαίου ξεπέρασαν τα 100 δολάρια για πρώτη φορά από το 2014, αντίστοιχα οι τιμές για το φυσικό αέριο εκτοξεύτηκαν εκ νέου, με την HSBC να αναμένει βραχυπρόθεσμα ότι οι τιμές του φυσικού αερίου θα αυξηθούν περαιτέρω, ακόμη και κατά 10%-20% μετά την νέα άνοδο που καταγράφηκε την περασμένη Πέμπτη. Η Capital Economics εκτίμησε πως εάν η κατάσταση κλιμακωθεί, το πετρέλαιο θα φτάσει στα 120-140 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο κοντά στα 180 ευρώ ανά Mwh, δηλαδή στο υψηλό του περασμένου Δεκεμβρίου.

Φυσικά, το διακύβευμα είναι για πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα θα παραμείνουν σε αυτά τα υψηλά επίπεδα οι τιμές στην ενέργεια. Εάν συμβεί αυτό, οι επιπτώσεις στον πληθωρισμό θα είναι βαρύτατες. «Η μεγαλύτερη όμως επίδραση θα έρθει από τον πληθωρισμό της ενέργειας και των τροφίμων», σημειώνει η HSBC.

Τα ασφαλή καταφύγια

Για τους επενδυτικούς οίκους σε αυτή την περίοδο τα ομόλογα θα εξακολουθούν να αποτελούν ασφαλές καταφύγιο. Ηδη οι αποδόσεις των δεκαετών κρατικών τίτλων χρέους των χωρών που περιλαμβάνονται στον πυρήνα της Ευρωζώνης κατέγραψαν σημαντική υποχώρηση, για να ακολουθήσουν σε μικρότερο βαθμό εκείνες της περιφέρειας. Αντίστοιχα, ο χρυσός μετά τις εξελίξεις στην Ουκρανία βρέθηκε σε υψηλό έτους, πορεία που αναμένεται να συνεχιστεί. «Πολλές από αυτές τις τοποθετήσεις στα λεγόμενα ασφαλή επενδυτικά καταφύγια» πραγματοποιούνται ως στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου και όλα θα εξαρτηθούν, όπως σημειώθηκε, από τη διάρκεια και την ένταξη της σύγκρουσης στην Ουκρανία.

Τέλος, η HSBC αναμένει σοβαρή επίδραση σε εμπορεύματα όπως τα σιτηρά, καθώς η Ουκρανία είναι βασική παραγωγός χώρα και μεγάλος εξαγωγέας σιτηρών. Παράλληλα, οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας κινδυνεύουν να αποκλείσουν τη χώρα από τις αγορές εμπορευμάτων, όπου διαθέτει τεράστια παρουσία. Επιπτώσεις αναμένονται και στα λιπάσματα λόγω των μεγάλων ρωσικών εξαγωγών, αλλά και στα μεταλλεύματα, καθώς Ρωσία και Ουκρανία αντιστοιχούν στο 29% της παγκόσμιας εξαγωγής σιδηρών.

Διαβάστε ακόμη

«Καρούζος Gate»: Βγαίνει στο σφυρί εμπορικό κέντρο στον Γέρακα (pics)

Η νέα εικόνα της Ευρώπης και τα οφέλη μέσα στον πόλεμο, οι χάρες της Αριάδνης, το… μοντέλο υποδιοικητής και η ορθόδοξη τράπεζα

Μεγαλώνει ο «κουμπαράς» των μέτρων λόγω της παρατεταμένη κρίσης