Ποτέ μέχρι σήμερα μια νέα τεχνολογία δεν είχε προσελκύσει τόσο τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Η Τεχνητή νοημοσύνη (AI) έχει πλέον μετατραπεί σε επίκεντρο μιας παγκόσμιας επενδυτικής κούρσας, με τις επιχειρήσεις να διοχετεύουν κεφάλαια πρωτοφανών διαστάσεων σε data centers, ημιαγωγούς, υπολογιστική ισχύ και ενεργειακές υποδομές.
Η κλίμακα της επένδυσης, σύμφωνα με το Reuters, είναι τέτοια ώστε οι σημερινές δαπάνες για την AI ξεπερνούν τα ιστορικά μεγέθη που είχαν καταγραφεί στις προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις. Η εποχή των σιδηροδρόμων και αργότερα η έκρηξη του Διαδικτύου προσέλκυσαν τεράστιες επενδύσεις, όμως η σημερινή κούρσα φιλοδοξεί να ξεπεράσει και τις δύο.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της PwC, οι σωρευτικές παγκόσμιες επενδύσεις μόνο σε κέντρα δεδομένων θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 30 τρισ. δολάρια έως το 2050. Πρόκειται για μέγεθος που προσεγγίζει την αξία του συνόλου των αμερικανικών κρατικών ομολόγων σε κυκλοφορία.
Το ερώτημα, πλέον, δεν αφορά μόνο το πόσο γρήγορα αναπτύσσεται η τεχνολογία. Αφορά στο αν η παγκόσμια οικονομία μπορεί να δημιουργήσει αρκετά έσοδα, κέρδη και παραγωγικότητα ώστε να δικαιολογήσει το τεράστιο κεφάλαιο που διοχετεύεται σήμερα στην AI.
Τρισεκατομμύρια για υποδομές και ένα τεράστιο στοίχημα
Η Anthropic αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της κλίμακας του νέου επενδυτικού κύκλου. Η εταιρεία σχεδιάζει να δαπανήσει περίπου 518 δισ. δολάρια τα επόμενα χρόνια, ποσό που είναι πάνω από 100 φορές μεγαλύτερο από τα έσοδά της το 2025.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται σε ολόκληρο το οικοσύστημα. Οι αμερικανικοί hyperscalers, όπως η Google, η Amazon και η Microsoft, μαζί με τους υπόλοιπους μεγάλους παίκτες της AI, θα χρειαστούν περισσότερα από 4,2 τρισ. δολάρια νέων εσόδων μέσα στην επόμενη πενταετία προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την επέκταση των υποδομών τους.
Εδώ βρίσκεται και το βασικό οικονομικό παράδοξο της σημερινής περιόδου. Οι επενδύσεις γίνονται σήμερα, ενώ τα έσοδα που υποτίθεται ότι θα τις αποπληρώσουν πρέπει να δημιουργηθούν στο μέλλον.
Άρα, η μεγάλη υπόθεση της αγοράς είναι ότι η AI θα προκαλέσει τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας, θα δημιουργήσει νέες αγορές και θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις να παράγουν πολύ μεγαλύτερα κέρδη.
Μέχρι στιγμής, όμως, τα στοιχεία δεν είναι αντίστοιχα εντυπωσιακά.
Η JPMorgan έχει επισημάνει ότι η ευρείας κλίμακας αύξηση της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της τεχνολογικής κούρσας, παραμένει δύσκολο να εντοπιστεί. Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα για τις αποτιμήσεις των εταιρειών AI: πόσο από τα μελλοντικά οφέλη έχει ήδη ενσωματωθεί στις σημερινές τιμές;
Η παραγωγικότητα πρέπει να αποδείξει την αξία της AI
Η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και στα σημερινά δεδομένα γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν εξετάζεται η απαιτούμενη αύξηση της παραγωγικότητας.
Η JPMorgan εκτίμησε, χρησιμοποιώντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Nvidia, ότι η παραγωγικότητα της αμερικανικής οικονομίας θα έπρεπε να αυξάνεται κατά 3% έως 5% ετησίως για μία δεκαετία, προκειμένου να δικαιολογηθεί η σημερινή αποτίμησή της.
Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Η βασική πρόβλεψη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου τοποθετεί την ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας στο 1,75% για την ίδια περίοδο.
Με άλλα λόγια, οι σημερινές αποτιμήσεις προϋποθέτουν μια οικονομία που θα αναπτύσσεται με πολύ υψηλότερη παραγωγικότητα από αυτή που προβλέπεται σήμερα.
Ακόμη πιο απαιτητικές είναι οι εκτιμήσεις για τις συνολικές επενδύσεις στις ΗΠΑ. Μόνο η αμερικανική αγορά AI θα μπορούσε να χρειαστεί περίπου 9 τρισ. δολάρια επενδύσεων από το 2025 έως το 2032, ποσό που αντιστοιχεί σε ετήσια δαπάνη περίπου 3,2% του αμερικανικού ΑΕΠ.
Για να αποδώσει αυτή η επένδυση μια απόδοση της τάξης του 10%, ο αμερικανικός κλάδος AI θα πρέπει να παράγει περίπου 3,55 τρισ. δολάρια ετήσια έσοδα έως το 2032. Σήμερα απέχει πολύ από αυτό το επίπεδο.
Οι νέες αγορές που πρέπει να δημιουργηθούν
Η Bain & Company έχει θέσει το πρόβλημα ακόμη πιο καθαρά: τα έσοδα από τις υφιστάμενες αγορές ενδέχεται να μην αρκούν για να στηρίξουν το επενδυτικό κύμα.
Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να δημιουργηθούν εντελώς νέες αγορές. Ρομπότ που λειτουργούν με AI, νέα υλικά για μπαταρίες και ημιαγωγούς και εφαρμογές που σήμερα δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί πλήρως αποτελούν μέρος αυτής της υπόθεσης.
Είναι μια κρίσιμη παράμετρος. Η επενδυτική ιστορία της AI δεν στηρίζεται απλώς στην αντικατάσταση υφιστάμενων προϊόντων και υπηρεσιών. Προϋποθέτει ότι η τεχνολογία θα δημιουργήσει έναν νέο οικονομικό χώρο, αρκετά μεγάλο ώστε να απορροφήσει τρισεκατομμύρια δολάρια κεφαλαίων.
Το αν αυτό θα συμβεί και πόσο γρήγορα αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα της σημερινής αγοράς.
Το χρέος αυξάνει τον κίνδυνο μιας διόρθωσης
Η άλλη πλευρά της επενδυτικής έκρηξης είναι η μόχλευση.
Ένα σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης των υποδομών AI πραγματοποιείται μέσω χρέους. Αυτό σημαίνει ότι το μοντέλο δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογική επιτυχία αλλά και από τη δυνατότητα των εταιρειών να εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους.
Σε ένα περιβάλλον ισχυρής ζήτησης, υψηλών αποτιμήσεων και αυξανόμενων εσόδων, το μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει. Αν όμως η ζήτηση αποδειχθεί χαμηλότερη των προσδοκιών ή υπάρξουν καθυστερήσεις στα projects, η μόχλευση μπορεί να πολλαπλασιάσει τις απώλειες.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα data centers, καθώς πρόκειται για επενδύσεις έντασης κεφαλαίου, με μεγάλους χρόνους απόσβεσης και τεράστιες ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια.
Το αποτέλεσμα είναι ότι μια σχετικά περιορισμένη αναθεώρηση των προβλέψεων μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη επίπτωση στις επιχειρήσεις που έχουν χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή τους με δανεικά κεφάλαια.
Η μεγάλη υπόσχεση της αυτοβελτίωσης
Παρά τους οικονομικούς κινδύνους, η τεχνολογική πλευρά της ιστορίας παραμένει εξαιρετικά ισχυρή, σύμφωνα πάντα με το Reuters.
Στελέχη της Silicon Valley υποστηρίζουν ότι η AI μπορεί να επιταχύνει την επιστημονική ανακάλυψη, να μεταμορφώσει την εργασία και τελικά να δημιουργήσει έναν κύκλο αυτοτροφοδοτούμενης τεχνολογικής προόδου.
Ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic έχει περιγράψει ένα μέλλον στο οποίο η AI θα επιταχύνει δραματικά την εμφάνιση νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων, ενώ ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI έχει μιλήσει για έναν πρωτοφανή ρυθμό νέων ανακαλύψεων.
Η λεγόμενη αναδρομική αυτοβελτίωση, δηλαδή η δυνατότητα των μοντέλων να συμβάλλουν στη βελτίωση των ίδιων των μοντέλων, αποτελεί σημαντικό τμήμα αυτής της επενδυτικής υπόθεσης.
Ωστόσο, ακόμη και αν η τεχνολογία εξελιχθεί όπως προβλέπουν οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις, υπάρχει ένα κρίσιμο ζήτημα: ο χρόνος.
Η οικονομική επίδραση προηγούμενων τεχνολογικών επαναστάσεων δεν εμφανίστηκε μέσα σε λίγα χρόνια. Σε πολλές περιπτώσεις χρειάστηκαν 10 έως 50 χρόνια μέχρι οι νέες τεχνολογίες να μεταφραστούν πλήρως σε αύξηση παραγωγικότητας.
Αυτό μπορεί να είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τη σημερινή αγορά. Οι επενδύσεις πραγματοποιούνται τώρα, τα δάνεια πρέπει να εξυπηρετούνται τώρα, ενώ τα μεγάλα οικονομικά οφέλη μπορεί να χρειαστούν πολύ περισσότερο χρόνο για να εμφανιστούν.
Η Anthropic έχει εξετάσει διαφορετικά σενάρια για την επίδραση της AI στην ανάπτυξη έως το 2030. Με βασική ανάπτυξη 2% χωρίς AI, τα σενάρια κυμαίνονται από 2,4% σε περίπτωση περιορισμένης επίδρασης έως 15,4% σε ένα ακραίο σενάριο.
Η διαφορά ανάμεσα στα δύο σενάρια είναι τεράστια. Και αυτή ακριβώς η απόσταση εξηγεί γιατί οι σημερινές αποτιμήσεις αποτελούν τόσο μεγάλο στοίχημα.
Η ιστορία, πάντως, δείχνει ότι ακόμη και όταν μια τεχνολογική φούσκα σκάει, η τεχνολογία δεν εξαφανίζεται. Οι σιδηρόδρομοι επέζησαν από τις κρίσεις του 19ου αιώνα και το Διαδίκτυο συνέχισε να αναπτύσσεται μετά την κατάρρευση των dot-com.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η AI θα αλλάξει την οικονομία. Αυτό θεωρείται πλέον σχεδόν βέβαιο. Είναι αν οι σημερινές επενδύσεις, οι αποτιμήσεις και τα επίπεδα χρέους έχουν προλάβει υπερβολικά την πραγματική οικονομική αξία που μπορεί να δημιουργήσει η τεχνολογία.
Διαβάστε ακόμη
Ερχεται νέα καταιγίδα ακρίβειας – Πίεση από ενέργεια, πρώτες ύλες και ακριβότερο χρήμα
Καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Η δύσκολη έξοδος του πλοίου στο Αιγαίο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.