Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες αποτελούν σημείο αναφοράς όχι μόνο για την ελληνική οικονομία, αλλά και για την πορεία του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Τα οικονομικά τους μεγέθη αποτυπώνουν τόσο τις βελτιώσεις όσο και τις αδυναμίες της οικονομίας —από την πιστωτική επέκταση, τις επενδύσεις και τη ρευστότητα έως την εξέλιξη των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων— και, ως εκ τούτου, η χρηματιστηριακή τους συμπεριφορά λειτουργεί συχνά ως βαρόμετρο για το σύνολο της αγοράς. Η υψηλή στάθμισή τους στους βασικούς δείκτες, η αυξημένη συμμετοχή των ξένων επενδυτών και η μεγάλη συναλλακτική τους δραστηριότητα ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή τη σχέση, καθιστώντας τις επιδόσεις τους καθοριστικές για τη διαμόρφωση της τάσης, του επενδυτικού κλίματος και των συνολικών αποτιμήσεων στο ΧΑ.
Ως εκ τούτου κάθε τρίμηνο έχει την σημασία του. Το γ’ τρίμηνο του 2026 ήταν το καλύτερο τρίμηνο όλων των εποχών σε επίπεδο λειτουργικής συνεισφοράς με τα προ προβλέψεων αποτελέσματα να υπερβαίνουν για πρώτη φορά στην ιστορία τα 2 δισ. ευρώ (+19,6% σε σχέση με το Q3 του 2025) έχοντας ισχυρή υποστήριξη τόσο από τα έσοδα από τόκους (+14,2%) αλλά και τα έσοδα από προμήθειες (+10,5%). Μάλιστα η επίδοση αυτή δεν επηρεάζεται από σημαντικές έκτακτες εγγραφές από ζημιές ή κέρδη από συναλλαγές με το οργανικό αποτέλεσμα από τις δύο γραμμές εισοδήματος να κινούνται στο 1,93 δισ. ευρώ. Τα έσοδα από τόκους ήδη βρίσκονται σε ιστορικά υψηλό επίπεδο λόγω της εξαιρετικής πιστωτικής επέκτασης που παρατηρείται κατά τα τελευταία τρία χρόνια απόρροια και των εισροών από το RRF αλλά και της αύξησης των επιτοκίων της ΕΚΤ (NIM στο 2,49% από 2,39%) ενώ τα έσοδα από προμήθειες αναμένεται στο επόμενο εποχικά ισχυρό δ’ τρίμηνο να υπερβούν τον πήχη των 700 εκατ. ευρώ έχοντας πλέον την συνεισφορά της Eurolife να εγγυάται για την υπέρβαση. Πλέον ο δείκτης των προμηθειών έναντι του Ενεργητικού έχει διαμορφωθεί σταθερά στο 0,70% με αυξητικές τάσεις για την συνέχεια.



Το κόστος λειτουργίας αυξήθηκε αντανακλώντας τις πληθωριστικές πιέσεις αλλά και τις αυξημένες επενδύσεις ειδικά στο ΙΤ με ρυθμό χαμηλότερο (+7,4 σε σχέση με πέρυσι) από την οργανική αύξηση. Η τάση πλέον στο κόστος δείχνει ότι για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες το κόστος κινείται πέριξ του 1,05 δισ. ευρώ ανά τρίμηνο. Τα μεγέθη του κόστους μισθοδοσίας ωστόσο δεν είναι απόλυτα συγκρίσιμα με πέρυσι καθώς περιλαμβάνουν προσθήκες νέων θυγατρικών.
Σε ό,τι αφορά την εικόνα των προβλέψεων για δάνεια σε καθυστέρηση σε απόλυτα μεγέθη (255 εκατ. ευρώ έναντι 220 εκατ. ευρώ στο προηγούμενο τρίμηνο), αύξηση η οποία αντανακλάται και στο κόστος απομείωσης το οποίο διαμορφώθηκε σε 0,54% έναντι 0,47% στο Q2:23 αλλά εντός της περιμέτρου της καθοδήγησης των τραπεζών. Σε ότι αφορά την ποιότητα του ενεργητικού το ύψος των NPEs παρέμεινε σταθερό στο 2,66% (5,16 δισ. ευρώ) με την κάλυψη πρόβλεψης να διαμορφώνεται στο 73% (3,8 δισ. ευρώ).
Η καθαρή κερδοφορία διαμορφώθηκε στα 1,29 δισ. ευρώ (+21,3% σε σχέση με πέρυσι) ενώ η απόδοση των κεφαλαίων στο γ’ τρίμηνο διαμορφώθηκε στο ικανοποιητικό 13,6%.

Ο βασικός δείκτης CET-1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών διαμορφώνεται στο 14,8% δίνοντας δυνατότητα νέων χρηματοδοτήσεων αφού ο λόγος καταθέσεων και χορηγήσεων βρίσκεται στο 68% και εξασφαλίζοντας την μείωση της αναβαλλόμενης φορολογίας αλλά και της συνέχισης διανομής ικανοποιητικών μερισμάτων. Ήδη τα προμερίσματα που θα μοιράσουν για το 2026 οι τέσσερις τράπεζες ανέρχονται σε 699,4 εκατ. ευρώ έναντι 479 εκατ. ευρώ πέρυσι.
Όλες οι συστημικές τράπεζες έδειξαν ότι βρίσκονται σε τροχιά υπέρβασης των στόχων της αρχικής καθοδήγησης για το σύνολο της χρήσης, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική και την ανθεκτικότητα της κερδοφορίας τους. Καθώς οι προοπτικές ενισχύονται από τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση, τη διεύρυνση των πηγών εσόδων, την ανάπτυξη νέων δραστηριοτήτων και τη βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας, ο τραπεζικός κλάδος διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο στο επενδυτικό αφήγημα της ελληνικής αγοράς. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ουσιαστική έκθεση στον τραπεζικό κλάδο αποτελεί σχεδόν μονόδρομο για ένα χαρτοφυλάκιο που επιλέγει να έχει σημαντική παρουσία στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, καθώς οι τράπεζες συνδυάζουν ορατότητα στην αύξηση των κερδών, ισχυρή οργανική δημιουργία κεφαλαίων και αυξανόμενες αποδόσεις προς τους μετόχους.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.