Αν υπάρχει ένας τομέας στον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση να μην μπορεί να κατηγορηθεί ότι αδράνησε σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία, αυτός συνδέεται με την υποδοχή των προσφύγων.
Με δυο κύριους άξονες, έναν πολιτικό (και με οικονομικές συνέπειες), την επίσημη ανακοίνωση, δια στόματος της Προέδρου της Επιτροπής, ότι όλοι όσοι φεύγουν από την Ουκρανία λόγω του πολέμου είναι ευπρόσδεκτοι στην επικράτεια της Ένωσης, και έναν θεσμικό, με την απόφαση για θέση σε εφαρμογή της Οδηγίας περί «προσωρινής προστασίας» (που είχε χρησιμοποιηθεί και για τους πρόσφυγες λόγω του πολέμου στη Συρία), και μάλιστα ενισχυμένης, αφού το διάστημα για παραμονή, εργασία και σπουδές στους εξ Ουκρανίας πρόσφυγες ορίστηκε στα τρία χρόνια (η Οδηγία κάνει λόγο «καταρχήν έναν»). Επιπλέον, μία τουλάχιστον χώρα μέλος της Ένωσης, η Πολωνία, έχει δεχτεί στο έδαφός της, σε συνέχεια αυτών των μέτρων αλλά και με δική της πρωτοβουλία, κοντά στα 3 εκατομμύρια πρόσφυγες, από το σύνολο των 11 περίπου εκατομμυρίων που έχουν ως σήμερα εγκαταλείψει την Ουκρανία μέσα στη φωτιά του πολέμου.
Ακόμα, ωστόσο, και εντός αυτών των αναμφίβολα θετικών αντιδράσεων, εμφιλοχωρούν διακρίσεις και γεννώνται προβληματισμοί. Σε τρία επίπεδα: «ανθρωπιστικών» μέτρων έναντι γενικότερης πολιτικής για τους πρόσφυγες, συμπεριφοράς της Ένωσης και των επιμέρους κρατών-μελών, αντιμετώπισης των Ουκρανών και των λοιπών εξ Ουκρανίας προσφύγων. Δεν ωφελεί η μεμψιμοιρία μπροστά σε ένα τόσο σύνθετο ζήτημα και στην ουσιαστική κινητοποίηση κρατών και κοινωνιών, δεν πρέπει, όμως, και να ωραιοποιούνται τα πράγματα: η Ευρώπη δεν έμεινε μεν αδρανής, αλλά ούτε ενωμένη αποδείχθηκε, ούτε τις προκαταλήψεις της ξεπέρασε.
Η κατάσταση αντιμετωπίστηκε κυρίως με τη μορφή έκτακτων μέτρων, που φανέρωσαν αίσθημα αλληλεγγύης στο δοκιμαζόμενο ουκρανικό λαό, και όχι αλλαγής πολιτικής στο προσφυγικό ζήτημα, την οποία θα έπρεπε να είχε καταστήσει αναγκαία η ουκρανική κρίση.
Πέρα από την «προσωρινή προστασία» -που είναι αυτό που λέει το όνομά της, δηλαδή προσωρινή- δεν ανακοινώθηκε καμία πρωτοβουλία για επανεξέταση του «νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση», που συμφωνήθηκε το Σεπτέμβριο του 2020, και που έχει, κυρίως, «αμυντικό» χαρακτήρα: υπάρχουν προβλέψεις για συνεργασία με τρίτες χώρες και αντιμετώπιση κρίσεων, όμως η βασική λογική του παραμένει μια λογική αποτροπής εισόδου κατοίκων τρίτων χωρών. Ούτε πραγματικά κοινή στάση των κρατών-μελών συγκροτήθηκε, αφού το βάρος κλήθηκαν να σηκώσουν όχι όλες οι χώρες αναλογικά ή βάσει κάποιας συμφωνημένης κατανομής, αλλά οι χώρες που βρίσκονταν πιο κοντά στην εμπόλεμη ζώνη –και που, από μια πικρή ειρωνεία της Ιστορίας, ήταν ακριβώς εκείνες που είχαν αντιταχθεί στην κοινή μεταναστευτική πολιτική κατά την εποχή των από τη θάλασσα και λόγω άλλων πολέμων κυμάτων.
Το δε –πολιτικό αλλά και αυθόρμητο- άνοιγμα στους Ουκρανούς δημιούργησε μια ντε φάκτο ισχυρή διάκριση στον τρόπο που είχαν αντιμετωπιστεί ως τότε, αλλά και έκτοτε, οι προερχόμενοι από χώρες εκτός Ευρώπης πρόσφυγες, ιδίως από την Αφρική και την Ασία, για τους οποίους συνεχίζουν να ισχύουν αυστηρά περιοριστικά μέτρα και μικρή επιθυμία υποδοχής τους, ακόμα και αν έρχονται από (άλλες) εμπόλεμες ζώνες. Το παράδειγμα των Σύριων, για τους οποίους δεν υπήρξε ποτέ «πολιτική ανοιχτών θυρών» είναι πολύ εύγλωττο.
Αλλά και στους πρόσφυγες πού θέλησαν να περάσουν στην Ένωση από την Ουκρανία, καταγράφηκε μέσα από έγκυρα ρεπορτάζ και δημοσιεύματα μια εγκάρσια διάκριση. Οι λευκοί, και άρα κατά τεκμήριο γηγενείς, Ουκρανοί πέρασαν χωρίς πολλές διατυπώσεις και βρήκαν κατά κανόνα ανοιχτές αγκαλιές. Άνθρωποι άλλων φυλών, ιδίως Αφρικανοί και Ασιάτες, που ζούσαν ή σπούδαζαν στην Ουκρανία, και που ένιωσαν κι αυτοί στο πετσί τους τη φρίκη του ίδιου πολέμου, οδηγήθηκαν σε χωριστές ουρές, με πολύωρες και συχνά πολυήμερες καθυστερήσεις, και, στο βαθμό που καταφέραν να φύγουν, δεν έτυχαν της ίδιας υποδοχής εντός της Ένωσης. Αυτό ισχύει και για την πιο «αλληλέγγυα» χώρα, την Πολωνία. Σα να υπάρχει, δίπλα στο νομικό κανόνα που κάνει λόγο για υποδοχή «όλων» όσοι εγκαταλείπουν εμπόλεμες ζώνες και που παρέχει το καθεστώς χωρίς βίζα μετάβασης στο εσωτερικό της Ένωσης σε όλους τους εξ Ουκρανίας προερχόμενους, ένας άγραφος αταβιστικός κανόνας που ερμηνεύει των «όλων» ως «όλων όσοι μας μοιάζουν ή που τους αισθανόμαστε κοντινούς». Αξίζει, κάποια στιγμή, οι ευρωπαϊκές Αρχές να προβληματιστούν πάνω σε αυτό το ενστικτώδες πολιτιστικό στοιχείο, που οδηγεί σε απαράδεκτες και συγχρόνως παράνομες διακρίσεις, και να βρουν τρόπο όχι να το ενσωματώσουν αλλά να το αμβλύνουν θεσμικά.
Ακόμα πιο ακραία αντίφαση παρατηρήθηκε σε μια χώρα που δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί μέρος της, αφού ανήκε ως προχτές. Πρόκειται φυσικά για τη Βρετανία και τον τρομερό συνδυασμό αφενός διάθεσης υποδοχής μεγάλου αριθμού Ουκρανών και αφετέρου πρόθεσης οι προερχόμενοι από άλλες χώρες, ιδίως εκτός Ευρώπης, να στέλνονται δια θαλάσσης στη Ρουάντα, με την οποία θα συναφθεί επίσημη κρατική συμφωνία «ειδικής υποδοχής», με το αζημίωτο φυσικά. Δεν ξέρει κανείς αν πρέπει πρώτα να νιώσει αποτροπιασμό που μια «πολιτισμένη» χώρα σκέφτηκε (χωρίς να το εφεύρει: οι Αμερικανοί είχαν στείλει πρόσφυγες από την Αϊτή στο Γουαντάναμο) κάτι τέτοιο στον 21ο αιώνα και σε περιβάλλον τέτοιας διεθνούς αναταραχής ή να αναρωτηθεί αν θα ήταν δυνατό σε περίπτωση που η Βρετανία είχε μείνει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για μια ακόμα πάντως φορά αναδεικνύεται, και άμεσα αλλά και συγκριτικά, η ατέλεια αλλά και η υπεροχή της τελευταίας.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.