Ας μην κρυβόμαστε. Το σκέφτονται εκείνοι που εκτιμούν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά και όσοι ζουν με την… αγωνία πότε επιτέλους θα φύγει
Οι πρώτοι με έκπληξη, οι δεύτεροι με μια δόση πολιτικής ζήλιας: «Μα πώς τα κατάφεραν οι Σέρβοι κι εμείς όχι;». Το ερώτημα γεννήθηκε το βράδυ της περασμένης Κυριακής, όταν στη Σερβία η Φοιτητική Λίστα κατάφερε να τερματίσει τη μακρόχρονη πολιτική κυριαρχία του Αλεξάνταρ Βούτσιτς.
Δύο χώρες, δύο σιδηροδρομικές τραγωδίες, δύο κυβερνήσεις αντιμέτωπες με τη λαϊκή οργή. Στην Ελλάδα τα Τέμπη συγκλόνισαν την κοινωνία, έβγαλαν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες στους δρόμους, τραυμάτισαν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, αλλά δεν ανέτρεψαν την κυβέρνηση. Στη Σερβία η κατάρρευση του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, που στοίχισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους, εξελίχθηκε σε πολιτικό σεισμό.
Ο Μητσοτάκης επέζησε πολιτικά. Ο Βούτσιτς ηττήθηκε. Οχι επειδή το ένα δυστύχημα ήταν λιγότερο τραγικό από το άλλο, αλλά επειδή η κοινωνική αγανάκτηση ακολούθησε διαφορετική πολιτική διαδρομή. Στη Σερβία οι φοιτητές δεν περιορίστηκαν στη διαμαρτυρία. Οργάνωσαν ένα επίμονο, αποκεντρωμένο κίνημα, με συνελεύσεις, καταλήψεις, διαδηλώσεις, τοπικά δίκτυα και διαρκή παρουσία στην κοινωνία. Απέφυγαν την κομματική κηδεμονία, κράτησαν αποστάσεις από τη φθαρμένη αντιπολίτευση και επέμειναν σε αιτήματα που μπορούσαν να ενώσουν διαφορετικούς ανθρώπους, δηλαδή λογοδοσία, δικαιοσύνη, αποκατάσταση της ικανότητας των θεσμών. Το σημαντικότερο ήταν ότι δεν επιχείρησαν να προσθέσουν ακόμη ένα κόμμα στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Επιχείρησαν να το παρακάμψουν. Αντί να ζητήσουν από τους πολίτες να εμπιστευτούν τους παλιούς αντιπάλους του Βούτσιτς, τους πρόσφεραν ένα καινούριο όχημα. Οι ίδιοι οι φοιτητές δεν ήταν υποψήφιοι. Επέλεξαν πανεπιστημιακούς, επιστήμονες, καλλιτέχνες, ανθρώπους της κοινωνίας. Πρόσωπα που δεν κουβαλούσαν την ίδια κομματική φθορά και μπορούσαν να εκφράσουν μια ευρύτερη απαίτηση αλλαγής.
Το εγχείρημα είχε μια ιδιοφυή πολιτική απλότητα. Δεν χρειαζόταν να συμφωνούν όλοι για το ποιος θα κυβερνήσει αύριο, αρκούσε να συμφωνούν ότι δεν ήθελαν να κυβερνά ο ίδιος άνθρωπος με τον ίδιο τρόπο. Στην Ελλάδα συνέβη σχεδόν το αντίθετο. Η οργή για τα Τέμπη ήταν μεγάλη, αλλά η πολιτική της εκπροσώπηση κατακερματισμένη. Το ΠΑΣΟΚ έκανε πρόταση δυσπιστίας, αλλά δεν έπεισε, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας αναζήτησαν στα Τέμπη μια ευκαιρία πολιτικής επανεκκίνησης, η Ζωή Κωνσταντοπούλου επένδυσε στη σύγκρουση. Ακόμη και η Μαρία Καρυστιανού, με το ισχυρό ηθικό κεφάλαιο που απέκτησε ως μητέρα, έμπλεξε με τα ξυλόλια και δεν μπόρεσε να αποτελέσει τον ενοποιητικό παράγοντα μιας ευρύτερης πολιτικής αλλαγής. Στη Σερβία η κοινωνική διαμαρτυρία υπερέβη τα κόμματα, στην Ελλάδα τα κόμματα επιχείρησαν να εκπροσωπήσουν, το καθένα χωριστά, την κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά δεν έπεισαν ότι μπορούσαν να κυβερνήσουν καλύτερα.
Στη Σερβία οι φοιτητές πέτυχαν τον στόχο τους, αλλά τώρα, τι; Γνωρίζουν ποιος έχασε, αλλά δεν γνωρίζουν ακόμη ποιος ακριβώς θα κυβερνήσει. Η νικήτρια παράταξη δεν έχει ανακοινώσει πρωθυπουργό, δεν έχει παρουσιάσει ολοκληρωμένο κυβερνητικό σχήμα και δεν έχει αποσαφηνίσει ποιο πρόσωπο θα υποστηρίξει στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές. Η συλλογική ηγεσία, που αποδείχθηκε εξαιρετικό εργαλείο κινητοποίησης, μπορεί να αποδειχθεί δύσχρηστο σχήμα διακυβέρνησης. Οι συνελεύσεις μπορούν να αποφασίζουν πότε θα γίνει μια διαδήλωση, δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν επ’ αόριστον το Υπουργικό Συμβούλιο. Ενα κίνημα που πέτυχε επειδή δεν είχε αρχηγό καλείται τώρα να αποκτήσει ηγεσία. Κι ένα εκλογικό σώμα που ψήφισε πρωτίστως για να φύγει κάποιος θα πρέπει να μάθει ποιος και πώς θα τον αντικαταστήσει. Αυτό δεν μειώνει τη δημοκρατική αξία της ανατροπής. Υπενθυμίζει, όμως, ότι η απομάκρυνση μιας κυβέρνησης και η συγκρότηση μιας καλύτερης είναι δύο διαφορετικά πολιτικά επιτεύγματα. Η νέα εξουσία θα χρειαστεί να πάρει αποφάσεις που θα δυσαρεστήσουν μέρος των σημερινών υποστηρικτών της. Και τότε η ενότητα της άρνησης θα δοκιμαστεί από τις αντιφάσεις της διακυβέρνησης.
Η τρίτη τραγωδία, στην Ισπανία, προσθέτει μια διαφορετική, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διάσταση. Σε μία από τις πιο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες, με το μεγαλύτερο δίκτυο σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας στην Ευρώπη, σύγχρονα συστήματα ασφαλείας και σημαντικές επενδύσεις στις υποδομές, σημειώθηκαν μέσα στην ίδια χρονιά δύο πολύνεκρα σιδηροδρομικά δυστυχήματα. Μια τραγική υπενθύμιση ότι η τεχνολογική πρόοδος δεν καταργεί τον κίνδυνο, ούτε η οικονομική ανάπτυξη εγγυάται από μόνη της την αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών ασφαλείας.
Τρεις ευρωπαϊκές χώρες, τρεις διαφορετικές πολιτικές πραγματικότητες και τρεις πρωθυπουργοί που δοκιμάστηκαν από σιδηροδρομικές τραγωδίες οδηγούν σε μια σύγκριση με ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ο Μητσοτάκης άντεξε. Ο Βούτσιτς έπεσε. Μένει να δούμε τι θα κάνει ο Σάντσεθ. Και οι τρεις περιπτώσεις δείχνουν ότι η πολιτική τύχη μιας κυβέρνησης δεν καθορίζεται μηχανικά από το μέγεθος μιας τραγωδίας, αλλά από το σύνολο των ευθυνών, τη διαχείρισή τους, την εμπιστοσύνη των πολιτών και, κυρίως, από το εάν υπάρχει απέναντι μια αξιόπιστη εναλλακτική εξουσίας.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.